[451 Logo]
 Μόνο Top News & Social
 Επικαιρότητα
 Αθλητικά
 Οικονομία
 Ροή

«Μη με κοιτάς έτσι... θα σου τα πω όλα», μου είπε ο Στέλιος και άφησε τα κλειδιά του πάνω στον πάγκο με εκείνο το τρέμουλο στο χέρι που δεν είχα ξαναδεί ποτέ. Εγώ εκείνη την ώρα ζέσταινα φασολάκια. Η...

Original Post

Πλήρες Κείμενο:

«Μη με κοιτάς έτσι... θα σου τα πω όλα», μου είπε ο Στέλιος και άφησε τα κλειδιά του πάνω στον πάγκο με εκείνο το τρέμουλο στο χέρι που δεν είχα ξαναδεί ποτέ.

Εγώ εκείνη την ώρα ζέσταινα φασολάκια.

Η μικρή έκανε ζωγραφιά στο τραπέζι.

Ο μεγάλος ήταν στο δωμάτιό του και διάβαζε για διαγώνισμα.

Ήταν μια απολύτως κανονική Τρίτη.

Μέχρι που δεν ήταν.

Γύρισα και τον κοίταξα. Άσπρος.

Σαν άρρωστος. «Τι έγινε;» τον ρώτησα.

Δεν απάντησε αμέσως.

Έτριβε τα δάχτυλά του νευρικά και απέφευγε τα μάτια μου. «Υπάρχει... άλλη γυναίκα», είπε τελικά. «Από το γραφείο». Νόμιζα ότι δεν άκουσα καλά.

Σαν να βούλωσαν τα αυτιά μου.

Σαν να μπήκε νερό μέσα στο κεφάλι μου. «Τι είπες;» «Κρατάει μήνες.

Δεν ήταν κάτι της στιγμής.

Δεν θέλω να σου πω ψέματα άλλο». Μήνες.

Αυτή η λέξη με αποτελείωσε.

Όχι ένα λάθος, όχι μια ανοησία, όχι ένα μεθύσι.

Μήνες ολόκληρους ο άντρας μου ξυπνούσε δίπλα μου, έπινε καφέ μαζί μου, φιλούσε τα παιδιά μας, πήγαινε στο γραφείο και ζούσε και μια δεύτερη ζωή.

Και γυρνούσε σπίτι σαν να μη συμβαίνει τίποτα.

Θυμήθηκα όλα εκείνα τα μικρά που είχα καταπιεί.

Τα ξαφνικά «έχω σύσκεψη». Τα μηνύματα που έσβηνε.

Το κινητό που το είχε πάντα ανάποδα.

Την κολόνια που δεν ήταν δική του.

Μια φορά είχε γυρίσει με ένα χαμόγελο περίεργο, λες και είχε αφήσει κάπου αλλού την τρυφερότητά του και σε μένα είχε φέρει μόνο το περίβλημα. «Ποια είναι;» του είπα. «Η Ιωάννα.

Από το λογιστήριο». Το είπε χαμηλά, σχεδόν ντροπιασμένα.

Κι όμως, η ντροπή εκείνη τη στιγμή δεν με παρηγορούσε καθόλου. «Και εγώ τι ήμουν;» φώναξα χωρίς να το καταλάβω. «Το πρόγραμμα σου; Το σπίτι σου; Η γυναίκα που πλένει, μεγαλώνει παιδιά, πληρώνει λογαριασμούς και περιμένει;» Η μικρή σήκωσε το κεφάλι της τρομαγμένη.

Εκεί το αίμα μου πάγωσε.

Της είπα ήρεμα να πάει στο δωμάτιό της με τον αδερφό της.

Έκλεισα την πόρτα της κουζίνας και τότε ξέσπασα. «Από πότε; Πού; Πώς; Μέσα σε ποια ζωή χώρεσες άλλη μία;» Εκείνος έκλαιγε.

Ναι, έκλαιγε.

Αλλά εγώ ήμουν πέτρα.

Μου είπε πως άρχισε με κουβέντες στη δουλειά, μετά καφέδες, μετά «μπερδεύτηκαν». Μου είπε ότι κάθε φορά που γυρνούσε σπίτι ένιωθε σκουπίδι.

Μου είπε ότι ήθελε να το τελειώσει αλλά δεν το τελείωνε.

Μου είπε ότι με αγαπάει.

Αυτή η φράση ήταν η χειρότερη απ’ όλες. «Μη μου λες ότι με αγαπάς», του είπα. «Όποιος αγαπάει δεν κάνει διπλή ζωή.

Δεν έρχεται να διαβάσει ορθογραφία στο παιδί του αφού πριν ήταν στο κρεβάτι άλλης». Έπεσε σιωπή. Βαριά.

Σαν πλάκα τσιμέντου.

Εκείνο το βράδυ δεν κοιμήθηκε σπίτι.

Πήγε στον ξάδερφό του, τον Μανώλη, στο Περιστέρι.

Έφυγε με ένα σακ βουαγιάζ και με το κεφάλι σκυμμένο.

Όταν έκλεισε η πόρτα, δεν ένιωσα ανακούφιση.

Μόνο ένα τεράστιο κενό.

Σαν να έφυγε ο άνθρωπός μου και να έμεινε πίσω μόνο η πράξη του. 👇 Η συνέχεια της ιστορίας σε περιμένει στα σχόλια 👇

Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους


Όροι Χρήσης - Επικοινωνία
Update cookies preferences