«Δεν είναι φυσιολογικό αυτό, Δημήτρη, σου λέω δεν είναι!» του φώναξα μέσα στην κουζίνα, με το παραπεμπτικό τσαλακωμένο στο χέρι και την Ειρήνη στο δωμάτιό της να κλαίει γιατί την πονούσε το στήθος...
«Δεν είναι φυσιολογικό αυτό, Δημήτρη, σου λέω δεν είναι!» του φώναξα μέσα στην κουζίνα, με το παραπεμπτικό τσαλακωμένο στο χέρι και την Ειρήνη στο δωμάτιό της να κλαίει γιατί την πονούσε το στήθος της.
Εκείνος ούτε που γύρισε να με κοιτάξει καλά καλά.
Έκοβε ψωμί, λες και μιλούσαμε για λογαριασμό της ΔΕΗ. «Υπερβάλλεις πάλι.
Επτά χρονών παιδί είναι.
Όλο κάτι βρίσκεις.» Νομίζω εκείνη τη στιγμή ήταν που ένιωσα πρώτη φορά τόσο μόνη μέσα στο ίδιο μου το σπίτι.
Όλα άρχισαν ένα βράδυ που πήγα να κάνω μπάνιο την Ειρήνη.
Είδα αλλαγές στο σώμα της που δεν ταίριαζαν με την ηλικία της. Πάγωσα.
Προσπάθησα να μην την τρομάξω.
Της χαμογέλασα, της έλουσα τα μαλλιά, της είπα το συνηθισμένο μας αστείο με τις σαπουνόφουσκες.
Αλλά μέσα μου είχε ανοίξει μια τρύπα.
Τις επόμενες μέρες παρατήρησα κι άλλα.
Απότομες μεταπτώσεις, πονοκεφάλους, νεύρα που δεν ήταν απλώς παιδικά καπρίτσια.
Μια μέρα στο σχολείο η δασκάλα μού είπε πως η Ειρήνη είχε κλειστεί στην τουαλέτα και δεν ήθελε να βγει γιατί δυο κοριτσάκια την κορόιδεψαν ότι «μοιάζει μεγάλη». Γύρισα σπίτι και έκλαψα στο μπάνιο, σιγανά, να μη με ακούσει.
Έκλεισα ραντεβού με παιδοενδοκρινολόγο στην Αθήνα.
Ζούμε στο Αίγιο και μόνο αυτό ήταν ολόκληρη επιχείρηση.
Τηλέφωνα, αναμονές, παραπεμπτικά, άδεια από τη δουλειά μου στο φαρμακείο, βενζίνες που δεν έβγαιναν.
Και κάθε φορά που πήγαινα να οργανώσω κάτι, ο Δημήτρης είχε το ίδιο ύφος. «Θα τρέχουμε τώρα στην Αθήνα για κάτι που μπορεί να είναι ιδέα σου;» «Ιδέα μου; Το παιδί πονάει, Δημήτρη.» «Όλα τα παιδιά αλλάζουν.
Ηρέμησε λίγο.» Η λέξη «ηρέμησε» έγινε μαχαίρι εκείνη την περίοδο.
Σαν να μην έφτανε αυτό, πήρα τη μάνα μου, τη Σταυρούλα, μπας και βρω λίγη παρηγοριά.
Μέγα λάθος. «Σιγά, παιδάκι μου.
Κι εσείς οι νέες μάνες με το ίντερνετ έχετε τρελαθεί.
Εμείς δεν τα κοιτούσαμε αυτά παλιά.» «Μαμά, δεν είναι θέμα ίντερνετ.
Ο γιατρός είπε ότι θέλει έλεγχο άμεσα.» «Από τα κοτόπουλα και τα χαζά που τρώτε είναι.
Θα στρώσει.
Μην κάνεις το παιδί άρρωστο χωρίς λόγο.» Έκλεισα το τηλέφωνο και έτρεμα.
Όχι από θυμό μόνο.
Από εκείνη τη βαθιά απογοήτευση που σε αδειάζει.
Ήθελα μια κουβέντα να με κρατήσει, κι αντ’ αυτού ένιωσα σαν υστερική.
Στην πρώτη επίσκεψη στην Αθήνα, η Ειρήνη κρατούσε σφιχτά το χέρι μου στην αναμονή.
Γύρω μας άλλα παιδιά, γονείς με κουρασμένα μάτια, ο ήχος από τα νούμερα που άλλαζαν στην οθόνη.
Η μικρή με κοίταξε και μου είπε ψιθυριστά: «Μαμά, γιατί μεγαλώνω τόσο γρήγορα; Έκανα κάτι;» Εκεί διαλύθηκα.
Όχι απ’ έξω.
Από μέσα.
Της φίλησα το μέτωπο και της είπα: «Όχι, αγάπη μου.
Δεν έκανες τίποτα.
Η μαμά είναι εδώ.» Ο γιατρός ήταν σοβαρός, καθαρός στις κουβέντες του.
Μίλησε για πρόωρη ήβη, για εξετάσεις αίματος, υπέρηχο, ακτινογραφία άκρας χειρός, πιθανή αγωγή ώστε να καθυστερήσει η εξέλιξη.
Δεν μας τρόμαξε, αλλά δεν το υποτίμησε ούτε δευτερόλεπτο.
Αυτό μόνο έφτανε για να θέλω να βάλω τα κλάματα από ανακούφιση, γιατί επιτέλους κάποιος έβλεπε αυτό που έβλεπα κι εγώ.
Όταν τα είπα στον Δημήτρη, περίμενα έστω ένα «συγγνώμη». Κάτι. Αντί γι’ αυτό, πέταξε τα κλειδιά στο τραπέζι και είπε: 🔗 Συνέχεια στα πρώτα σχόλια 👇👇
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους