Η «λαϊκή αγρυπνία» για το Μαζωνάκη, κι ο «Μύρης» του Καβάφη. Για την Athens voice Απ’ όλα αυτά που διάβασα για τον θάνατο του Γιώργου Μαζωνάκη, ετούτες οι δύο λέξεις «λαϊκή αγρυπνία» στην γειτονιά...
Η «λαϊκή αγρυπνία» για το Μαζωνάκη, κι ο «Μύρης» του Καβάφη.
Για την Athens voice Απ’ όλα αυτά που διάβασα για τον θάνατο του Γιώργου Μαζωνάκη, ετούτες οι δύο λέξεις «λαϊκή αγρυπνία» στην γειτονιά του τη Νίκαια, πριν την ταφή του την επομένη, είναι ο πιο λιγόλογος αναχρονισμός, το πιο τρυφερά ευσύνοπτο νεύμα, ενός πένθους που έχει σωματικότητα.
Πρόκειται για το κάλεσμα δύο εν ζωή γονιών, που έχασαν το γιό τους.
Οι ίδιοι θα είναι ριγμένοι εκεί, γύρω από τον ανεγνωριστα γνώριμο νεκρό τους, θα ξαγρυπνουν το γιό τους, όπως αιώνες τώρα γίνονταν στις λαϊκές γειτονιές και στα χωριά.
Πρόκειται για την αντίληψη ενός κόσμου όπου οι άνθρωποι γεννιόνταν ανάμεσα, ζούσαν ανάμεσα, πέθαιναν ανάμεσα, και περνούσαν την τελευταία τους νύχτα επί της γης, νεκροί πια, πάλι ανάμεσα.
Δεν άφηναν μόνο του τον νεκρό την τελευταία νύχτα πριν την ταφή.
Αντίθετα του αφοσιώνονταν, τον χάιδευαν, του μιλούσαν, αν ήταν καλοκαίρι έδιωχναν μακριά τα έντομα, κι από στεναγμό σε κλάμα οι ενθύμισες έρχονταν κι έφευγαν σαν ριπές ή χάρες, κι ο νεκρός ολοκλήρωνε το πέρασμα του από τη γη, από διήγηση σε διήγηση, κι όπως ήταν άταφος και στολισμένος, ανήκε ακόμα στους ζωντανούς, για την ακρίβεια στην οικογένειά του.
Όσο μακριά κι αν πάει ο άνθρωπος, είναι η οικογένεια αυτή στην οποία κληρώνονται τα του θανάτου.
Από την οικογένεια του Μύρη ακόμα «Μύρης Αλεξάνδρεια του 340 μ.Χ» τότε που οι ξέφρενοι φίλοι του από τα «ωραία κι άσεμνα ξενύχτια» αγνόησαν τη φράση του «τη εξαιρέσει εμού» σε μια συγκεκριμένη πρόποση, και δεν κατάλαβαν πως ένα κομμάτι του Μύρη θα ανήκε για πάντα σε κάποιους άλλους και θα παρέμενε ξένο σε κείνους.
Κι όπως στον Μύρη έτσι κι εδώ, όσοι νόμισαν πως ο Μαζωνάκης ανήκε στον νεοπλουτισμό τους, και τον ψυχικά πλιατσικολόγο εαυτό τους, ας πάρουν τα πόδια τους, τη νύχτα ετούτης της αγρύπνιας που του αναλογεί, για να περάσουν το κατώφλι μιας εκκλησίας στη Νίκαια, στην ταπεινή αυτή γειτονιά, για να αντικρύσουν το πλάσμα εκείνο που ψυχικά πάντα τους διέφευγε, πεινασμένο εσαεί, όχι πια για δόξα, μα για το πολυτιμότερο κάτι, που δεν ήξερε πού να το ψάξει, και που η Νίκαια ίσως το φυλούσε μυστικά.
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους