Προ 25ετίας εμφανίστηκα σε πρωινάδικο. Πασίγνωστο, με απαστράπτουσα οικοδέσποινα. Αρχές καλοκαιριού, θα μιλούσα, υποτίθεται, για έναν επερχόμενο πρώιμο καύσωνα. Μου είχαν δώσει πολλές μέρες νωρίτερα...
Προ 25ετίας εμφανίστηκα σε πρωινάδικο. Πασίγνωστο, με απαστράπτουσα οικοδέσποινα. Αρχές καλοκαιριού, θα μιλούσα, υποτίθεται, για έναν επερχόμενο πρώιμο καύσωνα.
Μου είχαν δώσει πολλές μέρες νωρίτερα, γραπτώς, τις ερωτήσεις που θα μου έκανε η εκλεκτή κυρία, και με είχαν διαβεβαιώσει ότι δεν θα ξεφεύγαμε από αυτές.
Με είχαν ακόμη διαβεβαιώσει ότι στο πλατό, κατά τη συζήτηση, μαζί με τη διάσημη παρουσιάστρια θα ήμουν μόνο εγώ.
Μετά άρχισαν οι εκπλήξεις.
Όλες ευχάριστες.
Λίγες μέρες πριν την «ζωντανή» εκπομπή, με πληροφόρησαν ότι τη συγκεκριμένη μέρα, το σκηνικό θα μεταφερόταν σε χλιδάτες παραλιακές εγκαταστάσεις, στα νότια της Αττικής. Έξοχα! Την κρίσιμη ημέρα, έβαλα τα καλά μου (επώνυμο T-shirt κ.λπ. κ.λπ.) και πήγα.
Αρκετά νωρίτερα, όχι μόνο από φόβο μήπως αργήσω και θαλασσώσω την εκπομπή, αλλά και για να εγκλιματιστώ βρε αδερφέ, να προσαρμοστώ εγκαίρως, να δω έστω τι παίζεται.
Ήταν να «βγω» στην κάμερα κατά τις 12 (με είχαν σαφώς ενημερώσει ότι η ώρα ήταν ενδεικτική), πήγα από τις 10. Μπαίνω στον χώρο, με ρωτάει μια ευγενέστατη μικρή πώς και τι, και με στέλνει «εκεί, στην κυρία». Η κυρία ήταν η μακιγιέζ, ευγενέστατη επίσης, με υποδέχεται χαρωπή: «γιατρέ μια χαρά είστε» — βαθύ ξύρισμα και ατίθασο πυκνό μαύρο μαλλί τότε εγώ, με ηλίθιο όμως κούρεμα/χτένισμα ένα κλικ λιγότερο εφιαλτικό από εκείνο του Χαβιέρ Μπαρδέμ στο No Country for Old Men, γι’ αυτό και δεν πήρα Όσκαρ — «λίγο πριν βγείτε στον αέρα θα βάλουμε λίγη πούδρα για να μην γυαλίζει το πρόσωπό σας» — κατανοητό, χωρίς ίχνος ρυτίδας τότε το πρόσωπό μου θα αντανακλούσε το φως σαν την φαλάκρα του Τσάκωνα στο «Μάθε Παιδί μου Γράμματα» —. Ρωτάει η κυρία του μακιγιάζ, αφού θρονιάστηκα: «καφεδάκι; σαντουϊτσάκι;». Η αλήθεια ήταν ότι τα χρειαζόμουν — θεονήστικος γαρ, είχα ξοδέψει όλο το πρωινό στις τρίχες μου — δείλιασα όμως: κι αν με έπιανε σωματική ανάγκη, κι αν μ’ έπιανε λόξυγγας ή ερυγές (ρεψίματα); Αρνήθηκα ευγενικά.
Περιμένοντας λοιπόν, και παρακολουθώντας με ζωηρό ενδιαφέρον τι γινόταν μπροστά και πίσω από τις κάμερες, δέχομαι το πρώτο σοκ.
Σε μια διακοπή για διαφημίσεις, διαπιστώνω ότι δίπλα μου έχουν αρχίσει να μαζεύονται πολλές πανέμορφες κοπέλες με μαγιό.
Καμία ανήλικη, αλλά και καμία πάνω από 20-21 ετών, όλες περίπου 1,80-1,85, με σώματα που προσέγγιζαν την τελειότητα και μπικίνι καθόλου προκλητικά, αλλά εντυπωσιακά.
Το μόνο που με χάλαγε ήταν ότι οι κοπέλες δεν συνομιλούσαν μεταξύ τους και δεν χαμογελούσαν, και ήταν ανέκφραστες με ένα απολιθωμένο προσωπείο αγελάδας που βόσκει αμέριμνη (βλέπε Λούκι Λουκ). Δεν βαριέσαι, σκέφτηκα, θα υπάρχει λόγος.
Και βεβαίως υπήρχε λόγος.
Μετά τις διαφημίσεις η παρουσιάστρια ανακοινώνει στην κάμερα ότι ακολουθεί επίδειξη μαγιό της τάδε εταιρίας, οι καλλονές μπαίνουν σε μια αυτοσχέδια παραλιακή πασαρέλα, επιδεικνύουν τα μαγιό, και αποχωρούν όπως ήρθαν: αμίλητες, αγέλαστες, με ωραίο παράστημα και αγελαδινό βλέμμα.
Η εκπομπή εξακολουθεί, εμφανίζονται διάφοροι διάσημοι, οι περισσότεροι αδιάφοροι, αλλά κανένας προκλητικός, και περί τη 1 το μεσημέρι, ένας κύριος από το πλατό έρχεται προς το μέρος μου, αρκετά αγχωμένος (ο μόνος που φαινόταν να έχει άγχος στο όλο σκηνικό) και με πληροφορεί, ότι τώρα θα διακόψουν για διαφημίσεις, και στο χρονικό διάστημα που θα παίζουν οι διαφημίσεις θα πρέπει να ετοιμαστώ και να πάω να κάτσω στον καναπέ των προσκεκλημένων, ώστε όταν επανέλθει η απευθείας μετάδοση και η οικοδέσποινα με παρουσιάσει, απλώς η κάμερα να στραφεί σε μένα.
Η οικοδέσποινα λέει «μικρό διάλειμμα, σε λίγο πάλι κοντά σας με συμβουλές για τον καύσωνα που προβλέπουν οι μετεωρολόγοι», πέφτουν οι διαφημίσεις, η μακιγιέζ με πουδράρει με το πινέλο της, και με τη συνοδεία του κυρίου ο οποίος κοιτά παντού και σαρώνει ανήσυχος το πλατό πολλές φορές το δευτερόλεπτο, κατευθύνομαι προς τον καναπέ.
Δεύτερο σοκ.
Μια κυρία, τοπ μόντελ της εποχής, την οποία οι φωτογραφίες και τα βίντεο αδικούσαν — από κοντά ήταν πραγματική θεά — έχει ξεμείνει από το προηγούμενο πάνελ, κάθεται ατάραχη στον καναπέ, και θα με βάλουν να καθίσω δίπλα της! Την χαιρετώ ευγενικά, μου δίνει το χέρι με συγκαταβατικό γελάκι, και στρώνομαι.
Η οικοδέσποινα έχει πάει στην ακροθαλασσιά και βολτάρει βρέχοντας τα πόδια της, έχει πυκνή συννεφιά και φυσάει παγωμένος βοριάς και κρυαδίζω — τι συμβουλές για καύσωνα ρε παιδιά, να σας δώσω συμβουλές αντιμετώπισης του κρυολογήματος; — κι εγώ στον καναπέ με την κουκλάρα.
Σουρεάλ όλα τούτα, και να μην τελειώνουν και οι διαφημίσεις! Τελειώνει καμιά φορά το μικρό μεγάλο διάλειμμα, «γυρίζουμε» φωνάζει ο αγχωμένος κύριος, η οικοδέσποινα επιστρέφει με αργό λικνιστικό βήμα από τον αφρό της παραλίας (και ενώ η κάμερα έχει ανοιχτό πλάνο με εκείνη στο κέντρο), κάθεται με χάρη στην πολυθρόνα της, παίρνει το ντοσιέ με τις σημειώσεις της (και τις ερωτήσεις για μένα υποθέτω) και αρχίζει: «οι μετεωρολόγοι προβλέπουν κύμα καύσωνα, έχουμε μαζί μας τον γιατρό παθολόγο κύριο τάδε (μουά) για να συζητήσουμε κ.λπ. κ.λπ. Όσοι τηλεθεατές επιθυμούν το τηλέφωνο του γιατρού να επικοινωνήσουν με την εκπομπή στα τηλέφωνα κ.λπ. κ.λπ» (Πολύ έντιμο αυτό, δεν διαφημίζουμε άμεσα τον γιατρό, αλλά και δεν σας αποτρέπουμε από το να έρθετε σε επαφή μαζί του). Ενόσω διαρκεί η εισαγωγή, έχω όλα τα συστήματά μου ανοιχτά («all systems on» που θα λέγαμε σε απλά ελληνικά). Σκέφτομαι ότι η κάμερα που βλέπω να με σημαδεύει θα πάρει το αριστερό προφίλ μου (γμτ έχω μια αντιαισθητική ουλή στη μύτη, — θύμα ιατρικού σφάλματος — αν ζουμάρει η κάμερα καήκαμε), σκέφτομαι ότι αν αρχίσει να ρωτάει και η μοντέλα πάλι καήκαμε, σκέφτομαι ότι χρειάζεται να προσέχω τις ερωτήσεις γιατί αν απαντήσω έχοντας υπόψιν την προκαθορισμένη σειρά και η οικοδέσποινα την αλλάξει, κινδυνεύω να γίνω πρωταγωνιστής σε κωμωδία απαντώντας άλλα αντ’ άλλων (π.χ Πόσα χρόνια σπουδάζετε δεσποινίς; 25! Καλά, πόσων χρονών είστε; 10!). Λήγει η εισαγωγή, πέφτει η πρώτη ερώτηση, όλα καλά.
Ίσως και καλύτερα από καλά.
Η οικοδέσποινα μου ρίχνει ένα βλέμμα το οποίο ερμηνεύω ως «μπράβο λεβέντη μου ωραία τα λες, καθόλου σφιγμένος». Πάμε παρακάτω, δεύτερη ερώτηση, πολύ καλύτερα από πολύ καλά.
Τρίτο σοκ.
Η οικοδέσποινα βλέποντας ότι «το ‘χω» στο λέγειν, χωρίς να με κοιτάξει, πετάει το ντοσιέ στον καναπέ.
Πρόωρο τέλος στις προκαθορισμένες ερωτήσεις, πάμε σε ελεύθερο διάλογο, κι όπου βγει.
Ακολουθεί τυπική συζήτηση πρωινάδικου, χαλαρή και εύπεπτη, δεν θυμάμαι γιατί αλλά η μοντέλα μου χαρίζει ένα πλήρες γέλιο (θα είπα καμιά ατάκα από αυτές που ρίχνω αφειδώς και μετά τις ξεχνάω). Περνάει η ώρα ευχάριστα, σηκώνομαι να φύγω, χειραψίες και ευχαριστίες κ.λπ. κ.λπ. Πλήρης επιτυχία.
Πλήρης, μμμ μάλλον όχι.
Η ανήσυχη συνείδησή μου αρχίζει αμέσως να διαμαρτύρεται: «Βρε απαράδεκτε, τι μασκαραλίκια ήταν αυτά; Ιατρικές συμβουλές για τον καύσωνα πήγες να δώσεις, ή να χασκογελάς με τις ωραίες;». Κάνω, λίγο μετά, στο αυτοκίνητο, οδηγώντας για το σπίτι, ένα σύντομο απολογισμό: ψευτιά.
Όλη η φάση επιτηδευμένη, ωραιοποιημένη και εν πολλοίς ψεύτικη.
Τα βλέμματα των κοριτσιών (στοιχημάτιζα ότι τα ίδια θα είχαν και στην υπόλοιπη ζωή τους), το υπερβολικό μέικάπ της παρουσιάστριας, το κουτσομπολιό και οι αδιάφοροι καλεσμένοι, όλα για το σόου.
Θα μου πείτε βέβαια, «σε πρωινάδικο πήγες λεβέντη μου, τι ήθελες να γίνει; Να βγουν κουλτουριάρες κυρίες και να ανοίξετε φιλοσοφική συζήτηση; Να συναντήσεις πλήρεις προσωπικότητες από τις οποίες να διδαχθείς; Να μετέχεις σε επιστημονικό πάνελ προδιαγραφών;». Όχι, όχι και όχι.
Θα είμαι σαφής.
Δεν υπονοώ οτιδήποτε για την προσωπικότητα, τον χαρακτήρα, την ηθική ή την αισθητική οποιουδήποτε από αυτούς που περιέγραψα.
Ήταν ευγενικοί και φιλικοί, προσηνείς και φιλόξενοι.
Τήρησαν τα συμφωνηθέντα σε μεγάλο βαθμό, και όταν δεν τα τήρησαν αυτό το έκαναν με ανθρώπινο, χαλαρό και φιλικό τρόπο.
Και ήταν έντιμοι.
Δεν υπήρξε ποτέ η παραμικρή υπόνοια οικονομικής συναλλαγής από καμία πλευρά (μην απορείτε, πρόσφατα δημόσια σχόλια φίλων χειρουργών στο προφίλ του ενός από αυτούς, αναφέρουν σαφώς ότι τους προτάθηκε να πληρώσουν χιλιάδες ευρώ, για να «φιλοξενηθούν» σε πρωινάδικα και να διαφημιστούν άμεσα, υπό το πρόσχημα της ενημέρωσης του κοινού για θέμα της ειδικότητάς τους). Εννοώ ότι στο στημένο — κατά σύμβαση, κατά συνθήκη και κατ’ ανάγκη — επαγγελματικό και εντελώς νόμιμο σκηνικό μιας τέτοιας ψυχαγωγικής εκπομπής, το ψέμα είναι δεδομένο.
Το φαίνεσθαι είναι το παν.
Σε αυτό το σκηνικό, είναι πολύ δύσκολο να είσαι αληθινός.
Για λίγα λεπτά έγινα ψεύτικος.
Στα 15 λεπτά (μμμ, μάλλον λιγότερα) δημοσιότητας που μου διέθεσαν, έγινα κάτι άλλο.
Κατ’ αναλογίαν, άνθρωποι που συχνάζουν σε τέτοια μέρη, που απολαμβάνουν διαρκή δημοσιότητα, θα πρέπει να αλλοτριώνονται, όσο καλές και αν είναι οι προθέσεις τους, όσο συμπαγές και αν είναι το διανοητικό τους υπόβαθρο.
Διαφθείρει η δημοσιότητα, ειδικά όσους πάνε γυρεύοντας να διαφθαρούν.
Εκεί θέλω να καταλήξω.
Τοποθετείται λοιπόν δημόσια, ένας άνθρωπος των γραμμάτων, ένας βραβευμένος ποιητής, που έκανε το λάθος να ανοίξει την τηλεόραση Κυριακάτικα σήμερα το πρωί, εν μέσω καταιγισμού εκπομπών με κύρια θεματολογία σχετική με τον θάνατο δημοφιλούς τραγουδιστή https://www.facebook.com/yiannis.antiochou/posts/pfbid0rLbU4omZw5ZRKJqnru8QZf1JcjDEw9Uth9hMYJno2Sdx2m2uCrev2tT1TwsWhRZcl: Να είστε όλοι καλά!
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους