[451 Logo]
 Μόνο Top News & Social
 Επικαιρότητα
 Αθλητικά
 Οικονομία
 Ροή

Θυμήθηκα απόψε στη Νίκαια τον Φρέντυ Γερμανό, από τα χρόνια που φοιτούσα στο Εργαστήρι Επαγγελματικής Δημοσιογραφίας, να μας λέει πως ένας από τους τόπους όπου μαθαίνεις τον άνθρωπο και, επομένως...

Original Post

Πλήρες Κείμενο:

Θυμήθηκα απόψε στη Νίκαια τον Φρέντυ Γερμανό, από τα χρόνια που φοιτούσα στο Εργαστήρι Επαγγελματικής Δημοσιογραφίας, να μας λέει πως ένας από τους τόπους όπου μαθαίνεις τον άνθρωπο και, επομένως, μαθαίνεις να γράφεις, είναι οι κηδείες.

Με τον Παναγιώτη Κακολύρη, συμφοιτητή και κολλητό μου τότε, πήραμε τη φράση σχεδόν κατά γράμμα και αρχίσαμε να πηγαίνουμε σε δημόσιες, μεγάλες, λαϊκές κηδείες, σαν να μπορούσε κανείς εκεί να μαθητεύσει σε κάτι που κανένα εργαστήριο γραφής δεν διδάσκει: στη στιγμή όπου ο άνθρωπος παύει για λίγο να επιμελείται τον εαυτό του.

Πέρασαν πάρα πολλά χρόνια μέχρι να αισθανθώ σήμερα την ανάγκη να επιστρέψω σε εκείνο το παράξενο σχολείο και να ξαναδώ τι σημαίνει λαϊκή κηδεία.

Και το πρώτο πράγμα που είδα δεν ήταν το φέρετρο, αλλά τις πολυκατοικίες.

Γύρω από τον ναό, στα μπαλκόνια, είχαν βγει άνθρωποι, πολλοί, κάποιοι έτρωγαν ακόμη το βραδινό τους και κοιτούσαν προς τα κάτω, ενώ στον δρόμο χιλιάδες περίμεναν τον Γιώργο.

Έμεινα σχεδόν δύο ώρες ανάμεσά τους και σκεφτόμουν πόσο λίγο γνωρίζουμε πια αυτόν τον κόσμο, επειδή έχουμε συνηθίσει να θεωρούμε κοινωνία εκείνο που εμφανίζεται στις οθόνες μας.

Όμως εδώ δεν υπήρχαν followers.

Υπήρχαν σώματα.

Άνθρωποι κανονικοί, εργαζόμενοι, γείτονες, οικογένειες, ψηφοφόροι, εκείνοι που τα κόμματα μετατρέπουν σε ποσοστά, οι πλατφόρμες σε δεδομένα, η αγορά σε καταναλωτές και η τηλεόραση σε κοινό, είχαν κατέβει στον δρόμο χωρίς κανείς να τους οργανώσει, επειδή ένας θάνατος τούς αφορούσε.

Θα ήθελα να τους έβλεπαν έτσι κάποτε οι πολιτικοί, όχι από την πρώτη σειρά μιας κηδείας και όχι μέσα από μια κυλιόμενη μέτρηση πρόθεσης ψήφου, αλλά από πίσω, ανώνυμοι ανάμεσά τους.

Γιατί αυτό που βρισκόταν απόψε γύρω μου δεν χωρούσε ούτε σε δημοσκόπηση ούτε σε hashtag.

Ήταν κάτι πολύ παλαιότερο και πολύ πιο επικίνδυνο για όποιον έχει ξεχάσει να το ακούει: λαϊκό αίσθημα.

Και ήταν λαϊκός θρήνος.

Άρχισα να μιλώ με ανθρώπους δίπλα μου που κατάλαβα πως ανήκαν σε αυτή την κοινότητα της Δυτικής Αττικής, ανθρώπους που δεν είχαν φτάσει για να καταγράψουν το γεγονός, αλλά γνώριζαν τον τόπο και την οικογένεια.

Ο κύριος στα κεριά, φίλος της οικογένειας, μου είπε σχεδόν παρεμπιπτόντως δύο πράγματα που άλλαξαν για μένα ολόκληρη τη βραδιά: σε αυτόν τον ναό βαφτίστηκε ο Γιώργος και σε αυτόν τον ναό έψελνε παιδί.

Θυμήθηκα τότε εκείνο το βίντεο της Σεμίνας Διγενή, όταν του παρουσιάζει μια Καινή Διαθήκη που είχε χαρίσει το 1982, δέκα χρονών παιδί, σε μια ξαδέλφη του, με μια αφιέρωση που, όταν τη συναντά ξανά δεκαετίες αργότερα, τον κάνει να λυγίσει, και θυμήθηκα τη δική του μαρτυρία ότι μέχρι τα δεκατρία του ήθελε να γίνει παπάς.

Αυτό δεν μπορώ να το προσπεράσω ως χαριτωμένη παιδική ανάμνηση.

Ένα παιδί επτά, δέκα, δεκατριών ετών που θέλει επίμονα την ιεροσύνη δεν έχει ακόμη κατασκευάσει σχέδιο σταδιοδρομίας.

Κάτι επιθυμεί πριν ακόμη γνωρίζει πλήρως τι σημαίνει η επιθυμία του.

Δεν ξέρω αν ήταν κλήση, ούτε τι απέγινε αργότερα εκείνη η πρώτη φορά που η ψυχή του στράφηκε προς τα εκεί.

Κανείς μας δεν ξέρει τι απογίνονται οι παιδικές επιθυμίες προς τον Θεό όταν η ζωή πάρει άλλον δρόμο, αν σβήνουν ή αν παραμένουν κάπου κάτω από τις μεταγενέστερες ταυτότητες, τις επιτυχίες, τις πτώσεις, τις νύχτες και τις αντιφάσεις μας.

Ξέρω μόνο ότι ο Γιώργος δεν έγινε παπάς.

Έγινε λαϊκός τραγουδιστής.

Βρέθηκε πάνω στην πίστα, και κάτω από αυτήν πέρασαν επί δεκαετίες άνθρωποι ερωτευμένοι, εγκαταλειμμένοι, μεθυσμένοι, προδομένοι, άνθρωποι που έριχναν λουλούδια επειδή δεν ήξεραν πού αλλού να ρίξουν εκείνη τη στιγμή τον πόνο τους.

Δεν χρειάζεται να κάνουμε την πίστα άμβωνα για να παραδεχθούμε κάτι απλούστερο και δυσκολότερο: με τον δικό του τρόπο αυτός ο άνθρωπος ακούμπησε καρδιές και κάποτε τις θεράπευσε για όσο διαρκεί ένα τραγούδι.

Και μπορεί αυτό να μην απαντά καθόλου στο τι απέγινε εκείνο το παιδί που ήθελε να γίνει ιερέας.

Μπορεί όμως και να μας απαγορεύει να πιστεύουμε ότι μια ζωή εξαντλείται ποτέ στην τελευταία δημόσια εικόνα της.

Γιατί και η λέξη «λαϊκός» έχει κακοπάθει στα χέρια μιας κουλτούρας που τη χρησιμοποιεί πότε συγκαταβατικά και πότε περιφρονητικά, σαν να δηλώνει κάτι που χρειάζεται πρώτα να εξευγενιστεί για να αποκτήσει δικαίωμα στην πολιτισμική σοβαρότητα.

Εγώ απόψε δεν είδα τίποτε που να ζητά τέτοια άδεια.

Είδα την υπερβολή του λαϊκού, το κιτς του, τα ηχοσυστήματα, τα κινητά, τον θρήνο που δεν γνωρίζει πάντοτε μέτρο, όλα εκείνα που ένας πιο εκλεπτυσμένος πολιτισμικός κώδικας θα έσπευδε να ειρωνευτεί.

Αλλά το λαϊκό δεν ζητά πιστοποιητικό καλού γούστου, επειδή έχει ήδη περάσει από σώμα σε σώμα.

Ένα τραγούδι γίνεται λαϊκό όχι όταν πουλήσει αρκετά, αλλά όταν πάψει να ανήκει αποκλειστικά σε εκείνον που το τραγουδά και εγκατασταθεί στις ιδιωτικές ζωές ανθρώπων που δεν γνωρίστηκαν ποτέ μεταξύ τους.

Για δύο ώρες άκουγα τραγούδια του Γιώργου από διαφορετικά ηχοσυστήματα και τα άκουγα πρώτη φορά.

Χωρίς πίστα, χωρίς λουλούδια, χωρίς εκείνον επάνω στη σκηνή, οι λέξεις είχαν ξαφνικά απογυμνωθεί μέχρι τον πυρήνα τους: γύρνα, μείνε, μη φύγεις, μου λείπεις, δεν μπορώ χωρίς εσένα.

Και γύρω μου άνθρωποι σήκωναν τα κινητά ψηλά προς τον ουρανό.

Δεν θέλησα να ειρωνευτώ αυτή την εικόνα.

Αναρωτήθηκα τι ακριβώς υψώνεται όταν ένας άνθρωπος σηκώνει το χέρι του προς τον ουρανό ακόμη κι αν στη θέση του κεριού κρατά μια φωτισμένη οθόνη.

Πόσο διαφορετική είναι, στο βαθύτερο σημείο της, η κραυγή εκείνου που τραγουδά «μη με αφήσεις» από την αρχαιότερη προσευχή του ανθρώπου; Δεν ταυτίζω τα δύο.

Αλλά και τα δύο γεννιούνται πάνω στην ίδια πληγή: δεν μου αρκώ, δεν θέλω να χαθώ μόνος, χρειάζομαι έναν άλλον.

Το λαϊκό τραγούδι γνωρίζει καλά αυτή την πληγή. Ο Χριστός δεν ήρθε να την περιφρονήσει.

Ήρθε να τη διασχίσει μέχρι τέλους, μετακινώντας την αγάπη από την απαίτηση «μη με εγκαταλείψεις» στην αδιανόητη ελευθερία του «δίδωμι τὴν ψυχήν μου ὑπὲρ σοῦ». Και κοιτάζοντας εκείνον τον κόσμο σκέφτηκα κάτι απλοϊκό, σχεδόν ντράπηκα για την απλότητά του: όλοι, μωρέ, ένα πράγμα δεν ζητάμε; Αγάπη. Αυτό.

Κάποια στιγμή βγήκαν οι ιερείς.

Νέοι άνθρωποι, πολύ νεότεροι από τον Γιώργο, ευσεβείς, συγκινημένοι, και ζήτησαν από τον κόσμο να προσευχηθεί.

Μας είπαν ότι το σώμα του θα παρέμενε μέσα στην εκκλησία ολόκληρη τη νύχτα, ενώ θα τελούνταν ο Εσπερινός της Υψώσεως του Τιμίου Σταυρού.

Εκεί σταμάτησα.

Γιατί αυτό που συνέβαινε μέσα στον ναό ήταν θεολογικά πολύ ισχυρότερο από οτιδήποτε θα μπορούσε κανείς να κατασκευάσει εκ των υστέρων γύρω από τη ζωή αυτού του ανθρώπου.

Μπροστά στην Εκκλησία κειτόταν ένας νεκρός και η Εκκλησία ετοιμαζόταν να υψώσει ένα όργανο θανάτου.

Αυτό είναι το σκάνδαλο της Υψώσεως: δεν απομακρύνει τον θάνατο από το οπτικό της πεδίο για να μιλήσει ευκολότερα περί Αναστάσεως, αλλά σηκώνει ψηλά ακριβώς εκείνο το ξύλο πάνω στο οποίο ο θάνατος έδειξε όλη του την ισχύ και ταυτόχρονα αποκαλύφθηκε η αδυναμία του να χωρίσει την Αγάπη από τον αγαπώμενο.

Και κάτω από αυτό το ξύλο βρισκόταν τώρα το παιδί που είχε βαφτιστεί εδώ, που είχε ψάλει εδώ, που κάποτε είχε θελήσει να γίνει παπάς και που, ύστερα από μια ζωή πίστες, τραγούδια, φώτα, επιτυχίες και όσα μόνο ο Θεός γνωρίζει για κάθε άνθρωπο, επέστρεφε για να περάσει την τελευταία νύχτα του σώματός του εκεί απ’ όπου είχε κάποτε ξεκινήσει. Καινή Διαθήκη και πίστα.

Κεριά και κινητά.

Λαϊκό τραγούδι και Εσπερινός.

Φέρετρο και Ύψωση.

Δεν θέλω να συμφιλιώσω αυτές τις εικόνες, ούτε να τις κάνω ευσεβή παραβολή.

Θέλω να τις αφήσω δίπλα δίπλα, επειδή η ανθρώπινη ζωή είναι πολύ σοβαρότερη από την ανάγκη μας να την τακτοποιούμε σε συνεπείς βιογραφίες.

Δεν ξέρω αν ο άνθρωπος επιστρέφει ποτέ πραγματικά στην πρώτη του κλήση.

Ξέρω μόνο ότι απόψε το παιδί που κάποτε ήθελε να μείνει μέσα στην Εκκλησία ξενυχτούσε μέσα στην Εκκλησία.

Και απέναντι σε αυτό, ακόμη και η θεολογία οφείλει κάποτε να σωπαίνει.

Με συγκινεί τόσο το γεγονός ότι απόψε ο Γιώργος ξενυχτιέται εκεί και αύριο θα παραδοθεί στη γη. Ο σύγχρονος πολιτισμός έχει γίνει εξαιρετικά αποτελεσματικός στην απόκρυψη του νεκρού σώματος, σαν η θέα του να αποτελεί αποτυχία της κανονικότητας που πρέπει να διορθωθεί γρήγορα, υγειονομικά, επαγγελματικά, αθόρυβα.

Απόψε όμως το σώμα βρισκόταν μέσα στην κοινότητα, όχι αποθηκευμένο μακριά της, και γύρω του συνεχιζόταν η προσευχή της Εκκλησίας.

Και αύριο δεν θα εξαφανιστεί στην πύρα, αλλά θα κατέβει στον τάφο.

Η χριστιανική πίστη δεν σώζει τον άνθρωπο από το σώμα του, επειδή ο Θεός δεν ντράπηκε να αποκτήσει σώμα. Ο Χριστός δεν άφησε τη σάρκα Του στον Γολγοθά σαν αποτυχημένο περίβλημα μιας ψυχής που δραπέτευσε, αλλά κατέβηκε ολόκληρος στον τάφο, και γι’ αυτό η Εκκλησία εξακολουθεί να παραδίδει τους νεκρούς της στη γη με μια χειρονομία που, αν την πάρουμε στα σοβαρά, αγγίζει τα όρια της παραφροσύνης: εμπιστεύεται στη φθορά κάτι που προσδοκά να αναστηθεί.

Και απόψε η αντίστιξη ήταν σχεδόν οδυνηρή.

Ένας άνθρωπος που πέρασε τη ζωή του τραγουδώντας την απουσία, τον χωρισμό, την εγκατάλειψη, το «γύρνα» και το «μη φύγεις», βρισκόταν τώρα μπροστά στον μοναδικό χωρισμό όπου κανένα ανθρώπινο τραγούδι δεν μπορεί να φέρει πίσω τον αγαπημένο.

Και ακριβώς εκεί η Εκκλησία ύψωνε τον Σταυρό.

Όχι για να ακυρώσει το κλάμα, ούτε για να εξηγήσει στη μάνα γιατί πεθαίνει το παιδί της, αλλά για να τολμήσει εκείνο που καμία άλλη ανθρώπινη γλώσσα δεν μπορεί να εγγυηθεί: ότι η Αγάπη κατέβηκε μέχρι το σημείο όπου χάνουμε τον άλλον από τα μάτια μας και ότι ούτε εκεί τον εγκατέλειψε.

Γι’ αυτό ο χριστιανικός Σταυρός δεν κλείνει καμία πληγή.

Μπαίνει μέσα της.

Και ύστερα είδα την οικογένεια.

Από εκείνη τη στιγμή δεν ήθελα να ακούσω τίποτε άλλο.

Δεν με ενδιαφέρει ποιος μίλησε με ποιον, ποιος απομακρύνθηκε, ποιος επέστρεψε, ποιος είχε δίκιο, ούτε όλη αυτή η χυδαία μεταθανάτια λογιστική με την οποία άνθρωποι που δεν γνωρίζουν μια οικογένεια αποκτούν ξαφνικά γνώμη για τις πιο ιδιωτικές πληγές της.

Εγώ είδα μια οικογένεια που έχανε ένα παιδί και έναν αδελφό.

Είδα ανθρώπους συγκλονισμένους να ακουμπούν επάνω στο φέρετρο του παιδιού τους.

Και μπροστά σε αυτό, ναι, όλοι οι υπόλοιποι μπορούμε να βγάλουμε για λίγο τον σκασμό.

Να πάμε, αν θέλουμε, να αποχαιρετήσουμε έναν λαϊκό τραγουδιστή, έναν λαϊκό άνθρωπο, χωρίς να απαιτήσουμε προηγουμένως να λύσουμε το αίνιγμα της ζωής του.

Πήγα σήμερα εκεί επειδή θυμήθηκα τον Φρέντυ Γερμανό και εκείνη την παλιά του φράση, και τόσα χρόνια νόμιζα πως εννοούσε ότι στις κηδείες μαθαίνεις να παρατηρείς καλύτερα τους ανθρώπους.

Απόψε κατάλαβα πως μπορεί να εννοούσε κάτι δυσκολότερο: στις κηδείες μαθαίνεις πόσο γρήγορα πέφτουν όλα όσα μας κάνουν να πιστεύουμε ότι είμαστε διαφορετικοί.

Ο διάσημος και ο άγνωστος, ο πιστός και ο δύσπιστος, ο άνθρωπος της πίστας και ο άνθρωπος του ναού, εκείνος που ξέρει να μιλά για την αγάπη και εκείνος που ξέρει μόνο να την τραγουδά, στο τέλος αφήνουν πίσω τους το ίδιο αδύνατο ερώτημα: πού πηγαίνει όλη η αγάπη όταν εκείνος που αγαπήσαμε δεν είναι πια εδώ; Δεν βρήκα απόψε απάντηση και δεν θέλω να επινοήσω μία.

Έφυγα έχοντας μπροστά μου μόνο μια εικόνα.

Μια οικογένεια με τα χέρια ακουμπισμένα στο φέρετρο του παιδιού της.

Κι έξω, μέσα στη νύχτα, ακουγόταν ακόμη ένα λαϊκό τραγούδι για την αγάπη. Χριστός Ανέστη! Γιώργο αναπαύσου εν Ειρήνη τώρα…! ΥΓ. Κι αν μπορείτε, όσο ακόμη κρατά τούτη η νύχτα και μέχρι να ξημερώσει, περάστε από την εκκλησία να αποχαιρετήσετε τον Γιώργο, όχι μόνο για τα τραγούδια του, αλλά για όσα, χωρίς ίσως να το γνωρίζει, μας δίδαξε αυτές τις τελευταίες ημέρες και, μπορεί, με ολόκληρη τη ζωή του.

Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους


Όροι Χρήσης - Επικοινωνία
Update cookies preferences