Στον μύθο με τα δύο σακιά, (ταις δύο πήραι), ο Αίσωπος λέει, πως ο Προμηθέας κρέμασε σε κάθε άνθρωπο δύο ταγάρια. Ένα μπροστά στο στήθος, γεμάτο με τα σφάλματα των άλλων, και ένα πίσω στην πλάτη, με...
Στον μύθο με τα δύο σακιά, (ταις δύο πήραι), ο Αίσωπος λέει, πως ο Προμηθέας κρέμασε σε κάθε άνθρωπο δύο ταγάρια.
Ένα μπροστά στο στήθος, γεμάτο με τα σφάλματα των άλλων, και ένα πίσω στην πλάτη, με τα δικά του.
Γι’ αυτό ο άνθρωπος βλέπει κάθε μέρα με ευκολία και οξυδέρκεια τα ξένα σφάλματα και δεν βλέπει καθόλου τα δικά του. «Δύο πήρας Προμηθεὺς περιήρτησεν ἀνθρώποις, τὴν μὲν τῶν ἀλλοτρίων κακῶν ἔμπροσθεν, τὴν δὲ τῶν ἰδίων ὄπισθεν.
Ἐκ τούτου συνέβη τοὺς ἀνθρώπους τὰ μὲν οἰκεῖα κακὰ μὴ ὁρᾶν, τὰ δὲ ἀλλότρια πάνυ ἀκριβῶς θεᾶσθαι.» Σε άλλο μύθο, ο Αίσωπος μιλά για το βάτραχο γιατρό! Ένας φωνακλάς βάτραχος βγήκε από τον βάλτο και διαλαλούσε πως είναι ο μεγαλύτερος γιατρός του κόσμου και πως ξέρει όλα τα βότανα.
Τον άκουσε η αλεπού και τον ρώτησε.
Εσύ πώς θα γιατρέψεις τους άλλους, όταν δεν μπορείς να γιατρέψεις ούτε τη δική σου κουτσαμάρα; «Βάτραχος ἐν ἕλει ἰατρικὴν ἐπαγγελλόμενος ἐβόα.
Ἀλώπηξ δὲ ἀκούσασα ἔφη.
Σὺ δὲ πῶς ἄλλους σώσεις, σεαυτὸν χωλαίνοντα σῶσαι μὴ δυνάμενος;» Υπάρχει ένας τύπος ανθρώπου που χρειάζεται τους άλλους «ασθενείς», για να μπορεί ο ίδιος να αισθάνεται «γιατρός». Η ταυτότητά του χτίζεται πάνω στην ανωτερότητα.
Αν οι άλλοι θεραπευτούν, τι θα απομείνει από τον ρόλο του; Αν ασχολούμαι συνεχώς με το τι πρέπει να διορθώσουν οι άλλοι, δεν χρειάζεται να αναρωτηθώ τι χρειάζεται διόρθωση μέσα μου.
Γιατροί των άλλων, ενώ οι ίδιοι βρίθουν από πληγές. «Ἄλλων ἰατροί, αὐτοὶ δ' ἕλκεσι βρύοντες». Η φράση αποδίδεται στον Ευριπίδη και συμπυκνώνει μια διαχρονική αντίφαση.
Την ευκολία με την οποία διαγιγνώσκουμε τους άλλους και τη δυσκολία να αναγνωρίσουμε τη δική μας ασθένεια.
Αν ασχολούμαι συνεχώς με το τι πρέπει να διορθώσουν οι άλλοι, δεν χρειάζεται να αναρωτηθώ τι χρειάζεται διόρθωση μέσα μου.
Συχνά επιτιθέμεθα στους άλλους ακριβώς για εκείνα που δεν αντέχουμε να δούμε στον εαυτό μας.
Παρατηρούμε με εξαιρετική οξυδέρκεια την αδυναμία του άλλου, επειδή δεν αντέχουμε να κοιτάξουμε τη δική μας.
Έτσι, η «θεραπεία των άλλων» γίνεται ένας εξαιρετικά αποτελεσματικός μηχανισμός αποφυγής.
Αν ασχολούμαι συνεχώς με το τι πρέπει να διορθώσουν οι άλλοι, δεν χρειάζεται να αναρωτηθώ τι χρειάζεται διόρθωση μέσα μου.
Εδώ είναι και η πιο δύσκολη πλευρά της αυτογνωσίας.
Ο άλλος είναι μπροστά μας.
Μπορούμε να τον παρατηρήσουμε, να τον αναλύσουμε, να εντοπίσουμε τις αντιφάσεις του.
Ο εαυτός μας όμως δεν είναι αντικείμενο απέναντί μας.
Είναι το ίδιο το υποκείμενο που κοιτάζει.
Το ανθρώπινο μάτι βλέπει σχεδόν τα πάντα, εκτός από τον εαυτό του.
Γι’ αυτό το «γνώθι σαυτόν» έμεινε ως μία από τις βαθύτερες απαιτήσεις της αρχαίας σκέψης. Ο Πλάτων επανέρχεται διαρκώς στην ανάγκη ο άνθρωπος να εξετάζει όχι μόνο τον κόσμο, αλλά και την ίδια του την ψυχή.
Γιατί υπάρχει μια άγνοια πιο επικίνδυνη από το να μην ξέρεις.
Το να μην ξέρεις ότι δεν ξέρεις.
Και ακόμη πιο επικίνδυνη, το να πιστεύεις ότι γνωρίζεις τους άλλους ενώ αποφεύγεις να γνωρίσεις τον εαυτό σου.
Τότε η θεραπεία κινδυνεύει να γίνει προβολή.
Και εδώ ανοίγει μια πιο σκοτεινή διάσταση.
Δεν είναι απλώς υποκρισία.
Μπορεί να χρειάζεται την αδυναμία των άλλων για να αισθάνεται δυνατός.
Εδώ ο Νίτσε είναι αποκαλυπτικός.
Το ressentiment περιγράφει πώς η εσωτερική αδυναμία μετασχηματίζεται σε ηθική καταδίκη του άλλου.
Αυτό που δεν μπορώ να αντιμετωπίσω μέσα μου, το μεταφέρω έξω και το καταδικάζω.
Η προσωπική πληγή γίνεται ηθικό πλεονέκτημα. «Εγώ τουλάχιστον ξέρω.» «Εγώ τουλάχιστον βοηθάω.» «Εγώ βλέπω αυτό που οι άλλοι δεν βλέπουν.» Έτσι χτίζεται ολόκληρη ταυτότητα πάνω στην πεποίθηση ότι είμαι ο υγιής ανάμεσα στους ασθενείς.
Όμως άλλο να έχεις πληγές και άλλο να τις αρνείσαι.
Εδώ η γιουνγκιανή σκέψη δίνει μια άλλη προοπτική.
Η «σκιά» μας θυμίζει ότι κουβαλάμε πλευρές που δυσκολευόμαστε να αποδεχτούμε.
Συχνά τις βλέπουμε με ιδιαίτερη ένταση στους άλλους.
Εκείνο που δεν αντέχω να αναγνωρίσω μέσα μου, γίνεται αυτό που καταδικάζω με πάθος έξω μου.
Γι’ αυτό η αυτογνωσία δεν είναι ευχάριστη διαδικασία.
Απαιτεί να κατέβουμε εκεί που προτιμούμε να αφήνουμε στο σκοτάδι.
Και εδώ έρχεται η μεγάλη ανατροπή του αρχικού ρητού.
Δεν είναι πρόβλημα ότι ο γιατρός είναι τραυματισμένος.
Ίσως συμβαίνει το αντίθετο.
Η ιδέα του τραυματισμένου θεραπευτή δείχνει ότι η ίδια η πληγή μπορεί να γίνει πηγή κατανόησης.
Ο άνθρωπος που έχει γνωρίσει τον πόνο του, αναγνωρίζει καλύτερα τον πόνο του άλλου. Ο Χείρων, ο Κένταυρος δάσκαλος του Ασκληπιού, είναι το σύμβολο.
Ήταν πληγωμένος ο ίδιος με ανίατη πληγή, όμως έγινε φορέας γνώσης και θεραπείας για τους άλλους.
Εδώ μπαίνει η ουσιώδης διάκριση.
Ο ψεύτικος θεραπευτής κρύβει τις πληγές του πίσω από τον ρόλο του σωτήρα.
Ο αληθινός τραυματισμένος θεραπευτής γνωρίζει τις πληγές του και γι’ αυτό δεν αισθάνεται ανώτερος από αυτόν που έχει απέναντί του.
Ο ένας λέει: «Θα σε θεραπεύσω». Ο άλλος λέει: «Γνωρίζω κι εγώ τον πόνο.
Ας προχωρήσουμε μαζί». Η πληγή δεν ακυρώνει τον θεραπευτή.
Η άρνησή της τον ακυρώνει.
Το ίδιο φαίνεται και στη διάσταση της θεωρίας και της πράξης.
Για τον Αριστοτέλη η γνώση δεν εξαντλείται στη θεωρία.
Η φρόνηση είναι γνώση που έγινε τρόπος ζωής, κρίση και πράξη.
Μπορεί κάποιος να γνωρίζει το φάρμακο και να παραμένει άρρωστος.
Να μιλά αδιάκοπα για αυτοπειθαρχία και να μην μπορεί να πειθαρχήσει στον εαυτό του.
Να διδάσκει την αγάπη και να ζει μέσα στην πικρία.
Να συμβουλεύει για όρια, ενώ δεν μπορεί να θέσει κανένα στη δική του ζωή.
Αυτή η απόσταση ανάμεσα στη γνώση και στη βιωμένη πράξη είναι ίσως η μεγαλύτερη ανθρώπινη τραγωδία.
Γι’ αυτό και η χριστιανική παράδοση αργότερα, θα πει το ίδιο με άλλο τρόπο. «Ἰατρέ, θεράπευσον σεαυτόν». «Βγάλε πρώτα το δοκάρι από το μάτι σου». Δεν είναι έκκληση για τελειότητα.
Είναι έκκληση για επίγνωση.
Δεν χρειάζεται να είσαι αψεγάδιαστος για να βοηθήσεις.
Χρειάζεται να ξέρεις ότι είσαι κι εσύ άνθρωπος με πληγές.
Το αρχαίο ρητό δεν καταδικάζει εκείνον που έχει πληγές και βοηθά.
Καταδικάζει εκείνον που χρειάζεται να πιστεύει ότι είναι υγιής επειδή οι άλλοι είναι άρρωστοι.
Γιατί υπάρχει μια λεπτή αλλά αποφασιστική διαφορά ανάμεσα στη βοήθεια και στην ανάγκη να αισθάνομαι ανώτερος.
Ανάμεσα στη θεραπεία και στη διάσωση.
Ανάμεσα στην αγάπη και στην εξάρτηση από την αδυναμία του άλλου.
Ανάμεσα στη σοφία και στην επίδειξη σοφίας.
Ίσως γι’ αυτό ο «γιατρός των άλλων» χρειάζεται περισσότερο από όλους να κοιτάξει μέσα του.
Μπορεί να περάσει ολόκληρη τη ζωή του θεραπεύοντας προς τα έξω και να αφήσει τη δική του πληγή αθεράπευτη.
Να γίνει ειδικός στη ζωή των άλλων και ξένος προς τη δική του.
Να ξέρει να εξηγεί τον πόνο, χωρίς να έχει το θάρρος να τον αισθανθεί.
Το απόφθεγμα λειτουργεί έτσι σαν υπαρξιακός καθρέφτης. «Ἄλλων ἰατροί, αὐτοὶ δ' ἕλκεσι βρύοντες». Και το ερώτημα που αφήνει δεν είναι: «Ποιον πρέπει να θεραπεύσω;» Αλλά κάτι πολύ πιο δύσκολο: - Ποια δική μου πληγή προσπαθώ να μην κοιτάξω κάθε φορά που σπεύδω να διορθώσω τη ζωή κάποιου άλλου; Γιατί ίσως η πραγματική αυτογνωσία αρχίζει ακριβώς εκεί.
Τη στιγμή που σταματάμε να ψάχνουμε ασθενείς γύρω μας και αποφασίζουμε, για πρώτη φορά, να εξετάσουμε τον ίδιο τον γιατρό. Κείμενο – Έρευνα: Λάζαρος Αναστασιάδης
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους