[451 Logo]
 Μόνο Top News & Social
 Επικαιρότητα
 Αθλητικά
 Οικονομία
 Ροή

Το πόσο αγαπώ τον Glenn Gould, το πόσο τον έχω ακούσει και το πόσο τον έχω μελετήσει, δύσκολα μπορεί να περιγραφεί σε λίγες λέξεις. Αποφάσισα, λοιπόν, να αφεθώ σχεδόν μανιασμένα και να γράψω ένα...

Original Post

Πλήρες Κείμενο:

Το πόσο αγαπώ τον Glenn Gould, το πόσο τον έχω ακούσει και το πόσο τον έχω μελετήσει, δύσκολα μπορεί να περιγραφεί σε λίγες λέξεις.

Αποφάσισα, λοιπόν, να αφεθώ σχεδόν μανιασμένα και να γράψω ένα ολοκληρωμένο κείμενο.

Το 1930, όπως και σε πολλές άλλες χώρες της Δύσης, η λαίλαπα του αντισημιτισμού έχει ήδη εξακτινωθεί και στον Καναδά, διαβρώνοντας με αθόρυβες συσπάσεις τον κοινωνικό ιστό και καθιστώντας την ταυτότητα των πολιτών σε πεδίο αιχμαλωσίας.

Αυτός και μόνο ο λόγος αρκεί ώστε οι γονείς του μετέπειτα σπουδαίου πιανίστα να αλλάξουν το οικογενειακό τους όνομα, από Gold να το μετατρέψουν σε Gould, επιχειρώντας να απομακρύνουν από πάνω τους το βάρος μιας νεοναζιστικής προκατάληψης που σάρωνε τα πάντα.

Ιδιόρρυθμος, ιδιαίτερος, με καυστική οξύνοια αλλά και μια απροσδόκητα προσηνή εσωτερικότητα, ο μουσικός Glenn Gould, όπως ο ίδιος προτιμούσε να τον αποκαλούν, μουρμούριζε όταν έπαιζε.

Όχι από επιτήδευση ούτε από κάποια εκκεντρική διάθεση αυτοπροβολής, αλλά επειδή πίστευε ότι τα χέρια του αδυνατούσαν να αποδώσουν πλήρως το μεγαλείο και την πολυπλοκότητα της μουσικής που συλλάμβανε ο νους του.

Μια συνήθεια που, σύμφωνα με τις επικρατέστερες αφηγήσεις, είχε αποκτήσει υποσυνείδητα από το νανούρισμα της μητέρας του όταν ήταν ακόμη βρέφος, μια ανεξάντλητη ηχητική πεταλούδα που τον ακολούθησε σε ολόκληρη τη ζωή του και κατέληξε να γίνει οργανικό μέρος της ερμηνευτικής του φυσιογνωμίας.

Τεράστιος ερμηνευτής του Johann Sebastian Bach, τον οποίο μελέτησε ιδίω πνεύματι αδιάκοπα μέχρι το τέλος της ζωής του, άφησε πίσω του μερικά από τα πλέον εμβληματικά και αξεπέραστα πιανιστικά αριστουργήματα του εικοστού αιώνα.

Οι ερμηνείες του δεν συνιστούν απλώς εκτελέσεις έργων, αλλά ενδοκυττάρια συμβάντα ανίχνευσης του ιδίου του πολιτισμού στις πιο υψηλές του πτήσεις, αναγνώσεις που διατρέχουν σαν πυγολαμπίδα το ίδιο το υλικό της παρτιτούρας.

Παράλληλα, υπήρξε και το μαύρο, ενοχλητικό σπυρί στην παγκόσμια μουσική κοινότητα, μια διαρκής πρόκληση απέναντι στις αταβιστικές αγκυλώσεις του μουσικού κατεστημένου.

Η αποδόμηση του Wolfgang Amadeus Mozart, οι αιρετικές του κρίσεις, το διανοητικό του μέγεθος και η έφεση να εκφράζει πολυφασικά τις θέσεις του, καθώς και η ριζοσπαστική, για την εποχή, αποστροφή του προς τις ζωντανές συναυλίες τον κατέστησαν κέντρο διαρκών αντιπαραθέσεων.

Στη δημόσια εκτέλεση των έργων διέκρινε ένα άγαρμπο, σχεδόν «παρασιτικό» εμπόδιο: την παρουσία του ετεροκίνητου χειροκροτήματος, την ψυχολογία του θεάματος και την προβληματική εξάρτηση κοινού και ερμηνευτή ως επισφράγιση ανούσιας ματαιοδοξίας.

Γι’ αυτό και, σε μια απόφαση πρωτοφανή για καλλιτέχνη του βεληνεκούς του, εγκατέλειψε οριστικά τη συναυλιακή δραστηριότητα, αφιερώνοντας τον εαυτό του στο επίμοχθο και σχεδόν ασκητικό ταξίδι της τελειοκρατικής ηχογράφησης.

Πίστευε ότι, όπως ο καλλιτέχνης που απεκδύεται συνειδητά τα ματαιόδοξα φώτα της σκηνής για να μην αποσπάται από καμία σύζευξη ναρκισσιστικής αγκύλωσης κατά τη στιγμή της δημιουργίας, έτσι και ο ακροατής μπορεί να εισχωρήσει βαθύτερα στο έργο όταν βρίσκεται μόνος σ’ ένα δωμάτιο.

Να γίνει ένα δυνητικός καλλιτέχνης.

Μακριά από τις συλλογικές υποβολές και τις τελετουργίες της δημόσιας ακρόασης, έχει τη δυνατότητα να οικοδομήσει μια πιο προσωπική σχέση με τη μουσική, να αποδώσει διαφορετικές σημασίες στους αμετάφραστους εαυτούς του και να συναντήσει εκείνες τις περιοχές της συνείδησης που παραμένουν απρόσιτες μέσα στον θόρυβο της κοινής εμπειρίας.

Σχεδόν είκοσι χρόνια μετά τον πρώτο του δίσκο, ο Glenn Gould παραμένει ο μοναδικός που μουρμουρίζει στο πιάνο τη συνεπαγόμενη διαρροή από το θερμοκήπιο της σκέψης.

Σαν ένας μικρός απαμβλυμένος νανόκυκνος που γλιστρά ανάμεσα στις μελωδικές σύριγγες των κλαδιών, μεταφέροντας μαζί του το άχθος και τη χάρη μιας συνείδησης που αρνήθηκε να συμβιβαστεί.

Το μουρμούρισμά του δεν λειτουργεί ως ηχητικό παράσιτο, λειτουργεί ως απόδειξη πολλαπλής παρουσίας μέσα στο έργο, ως φωτοπλασία κάθε ελεύθερου πνεύματος.

Δεν υπήρξε απλώς ένας δεξιοτέχνης του πιάνου ή κάποιο παιδί θαύμα.

Υπήρξε ένας αντίστροφος λουδίτης της μουσικής, ένας ερημίτης της τεχνολογικής εποχής, ένας καλλιτέχνης που διέγνωσε νωρίς ότι η ηχογράφηση δεν αποτελεί υποκατάστατο της τέχνης αλλά ενδεχομένως το φυσικό της μέλλον ως δυνατότητα μιας βαθύτερης και πιο ειλικρινούς συνάντησης ανάμεσα στο έργο και στον ακροατή.

Ο ίδιος, στο βιβλίο «Σκέψεις για τη μουσική», γράφει: «Μου είναι αδύνατο να φανταστώ τη ζωή μου να μην περιβάλλεται από εκείνου του είδους τη μουσική που προσφέρει ένα καταφύγιο στον κόσμο, που σε προστατεύει και σε κρατά σε κάποια απόσταση από αυτόν, γιατί νομίζω ότι το μόνο πλεονέκτημα που διαθέτουν οι καλλιτέχνες, το μόνο για το οποίο μπορούν οι καλλιτέχνες να γράψουν -και για το οποίο όλοι τους τελικά γράφουν, είτε το συνειδητοποιούν είτε όχι- είναι ακριβώς αυτή η απόσταση από τον κόσμο.

Σε έναν ιδανικό κόσμο, η τέχνη θα ήταν περιττή.

Η αναρρωτική, κατασταλτική θεραπεία που προσφέρει θα εκλιπαρούσε για ασθενείς• η επαγγελματική εξειδίκευση που εμπεριέχεται στη δημιουργία της θα αποτελούσε ύβρι• οι γενικότητες που αφορούν την εφαρμογή της θα θεωρούνταν προσβλητικές.

Καλλιτέχνης τότε θα ήταν το κοινό, και τέχνη η ζωή του.» Επιλογικά, σε αυτή τη φράση συνοψίζεται ολόκληρη η κοσμοθεωρία του.

Η μουσική, για τον Gould, δεν αποτελούσε έναν καλαίσθητο διάκοσμο της κοινωνικής ζωής.

Ήταν ένας τρόπος απόστασης από τον κόσμο ώστε να καταστεί δυνατή μια βαθύτερη επιστροφή σε αυτόν, μια αναστοχαστική μήτρα, η οποία αμφιρρέπει ανάμεσα στο προσωπικό καταφύγιο και σε ένα έναυσμα φυγής προς την απεριόριστη κοιλότητα του κόσμου.

Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους


Όροι Χρήσης - Επικοινωνία
Update cookies preferences