«Καλά, εσύ μη μιλάς, Ιωάννα. Αν περίμενα από σένα, ακόμα νηστικοί θα ήμασταν.» Το είπε γελώντας, με το ποτήρι στο χέρι, μπροστά στη μάνα του, στην αδερφή του, στον ξάδερφό του και στη δική μου...
«Καλά, εσύ μη μιλάς, Ιωάννα. Αν περίμενα από σένα, ακόμα νηστικοί θα ήμασταν.» Το είπε γελώντας, με το ποτήρι στο χέρι, μπροστά στη μάνα του, στην αδερφή του, στον ξάδερφό του και στη δική μου αμηχανία που είχε γίνει πια δεύτερο δέρμα.
Κάποιοι χαμογέλασαν άβολα.
Η πεθερά μου κατέβασε τα μάτια στο πιάτο.
Εγώ στεκόμουν στην τραπεζαρία, με το ταψί ακόμα καυτό στα χέρια, και για μια στιγμή νόμιζα πως θα μου φύγει από τα δάχτυλα.
Δεν ήταν η πρώτη φορά.
Ήταν απλώς η πρώτη φορά που δεν κατάπια τα λόγια μου. «Μην ξαναμιλήσεις έτσι για μένα μπροστά σε κόσμο.» Γύρισε και με κοίταξε σαν να μην πίστευε ότι του απάντησα. «Σιγά, Ιωάννα, πλάκα κάνουμε.» «Όχι.
Εσύ κάνεις πλάκα.
Εγώ ντρέπομαι.» Έπεσε τέτοια σιωπή που άκουγα το κουτάλι να χτυπάει στο πιάτο του ανιψιού του. Ο Μιχάλης άλλαξε ύφος αμέσως.
Εκείνο το ψυχρό, το γνωστό. «Άντε πάλι με τις υπερβολές σου.» Αυτό έκανε πάντα.
Πρώτα η προσβολή, μετά η ακύρωση.
Αν πονούσα, ήμουν υπερβολική.
Αν θύμωνα, ήμουν υστερική.
Αν έκλαιγα, ήμουν κουραστική.
Στην αρχή του γάμου μας δεν ήταν έτσι.
Ή μάλλον ήταν, αλλά εγώ το έβλεπα αλλιώς.
Το πείραγμά του το περνούσα για χιούμορ.
Τον έλεγχο για ενδιαφέρον.
Τη ζήλια για αγάπη.
Πόσο λάθος έκανα.
Παντρευτήκαμε νέοι, σε μια εποχή που μετρούσαμε τα ψώνια στο σούπερ μάρκετ με κομπιουτεράκι.
Δουλεύαμε και οι δύο, αλλά όταν εγώ έμεινα έγκυος και μετά ήρθε η κρίση, βρέθηκα σπίτι με λιγότερα λεφτά, περισσότερες ευθύνες και έναν άντρα που ξέσπαγε πάνω μου για όλα.
Για τον λογαριασμό της ΔΕΗ.
Για το παιδί που έκλαιγε.
Για το φαγητό που άργησε.
Για το πουκάμισο που δεν σιδερώθηκε σωστά. «Όλη μέρα σπίτι είσαι, τι κάνεις ακριβώς;» μου έλεγε.
Κι εγώ όλη μέρα έτρεχα.
Σχολείο, λαϊκή, γιατροί, λογαριασμοί, σκούπες, μαγειρέματα.
Αλλά αυτά δεν φαίνονταν.
Δεν είχαν μισθό, άρα δεν είχαν αξία.
Έτσι ένιωθα.
Το χειρότερο δεν ήταν όταν φώναζε οι δυο μας.
Το χειρότερο ήταν όταν με μίκραινε μπροστά σε άλλους.
Σε φίλους.
Σε βαφτίσια. Σε Κυριακάτικα τραπέζια.
Με μια ατάκα, ένα βλέμμα, ένα «άσε, δεν ξέρει αυτή». Και μετά, στο σπίτι, αν τολμούσα να πω ότι με πλήγωσε, μου γύριζε την κουβέντα. «Εσύ με εκθέτεις τώρα, όχι εγώ.» Εκείνο το βράδυ, μετά το τραπέζι, μάζευα πιάτα με χέρια που έτρεμαν.
Η αδερφή του με πλησίασε στην κουζίνα. «Ιωάννα... καλά έκανες και μίλησες.» Την κοίταξα και σχεδόν θύμωσα. «Το ήξερες;» Δεν απάντησε αμέσως.
Αυτό με τσάκισε πιο πολύ.
Όταν έφυγαν όλοι, ο Μιχάλης έκλεισε την πόρτα πιο δυνατά απ’ όσο χρειαζόταν. «Με ρεζίλεψες.» Γύρισα και τον κοίταξα κατάματα.
Νομίζω ήταν η πρώτη φορά μετά από χρόνια. «Όχι.
Σταματάω να δέχομαι να με ρεζιλεύεις εσύ.» «Τι θες τώρα δηλαδή;» «Σεβασμό.
Και αν δεν μπορείς να μου τον δώσεις, να το ξέρω να φύγω.» Το είπα και ένιωσα το στομάχι μου να δένεται κόμπος.
Γιατί δεν ήταν απειλή.
Ήταν κάτι που για πρώτη φορά εννοούσα.
Εκείνος γέλασε νευρικά. «Θα φύγεις; Και πού θα πας;» Αυτή η φράση ήταν το τέλος για μένα.
Όχι γιατί δεν την είχα ξανακούσει.
Αλλά γιατί ξαφνικά άκουσα καθαρά τι έκρυβε μέσα της. Περιφρόνηση.
Βεβαιότητα ότι δεν μπορώ.
Ότι είμαι εγκλωβισμένη. ⬇️Για χρόνια κατάπινα προσβολές, ειρωνείες και ντροπή μέσα στο ίδιο μου το σπίτι, μέχρι που ένα τραπέζι με συγγενείς έγινε η σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι.
Εκείνο το βράδυ βρήκα τη φωνή μου και τον ανάγκασα να δει ποιος είχε γίνει… 😢💔🔥 Διάβασε παρακάτω τι συνέβη μετά και πώς άλλαξαν όλα.⬇️
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους