Το 2002, ως φοιτητής, εργαζόμουν για ένα φεγγάρι στην υποδοχή ενός από τα μεγαλύτερα κλαμπ της εποχής, στο περίφημο Lobby της Κομοτηνής. Μια πόρτα δίπλα ήταν το Ηχοδρόμιο για τους λάτρεις των πιο...
Το 2002, ως φοιτητής, εργαζόμουν για ένα φεγγάρι στην υποδοχή ενός από τα μεγαλύτερα κλαμπ της εποχής, στο περίφημο Lobby της Κομοτηνής.
Μια πόρτα δίπλα ήταν το Ηχοδρόμιο για τους λάτρεις των πιο λαϊκών ακουσμάτων.
Ήταν από εκείνες τις εποχές που η νύχτα είχε άλλη ένταση.
Τα μαγαζιά γέμιζαν, οι καλλιτέχνες έρχονταν συχνότερα στην επαρχία, τα αυτοκίνητα σχημάτιζαν ουρές έξω από την είσοδο.
Εκείνο το βράδυ στο Ηχοδρόμιο τραγουδούσε ο Γιώργος Μαζωνάκης, που την περίοδο εκείνη είχε ήδη κάνει αίσθηση με τις εμφανίσεις του και το όνομά του ακουγόταν παντού.
Θυμάμαι τον κόσμο να περιμένει από νωρίς.
Κοστούμια στην πένα, λαμπερά φορέματα, αρώματα, λουλούδια.
Μια ξεχωριστή νύχτα ήταν έτοιμη ν'αρχίσει.
Και μέσα σ'όλη αυτή τη λάμψη υπήρχε ένας άνθρωπος που σχεδόν κανείς δεν πρόσεχε.
Ένας από τους μεγαλύτερους σε ηλικία εργαζομένους του μαγαζιού.
Ήταν ένας ήσυχος άνθρωπος.
Απ'αυτούς που κάνουν τη δουλειά τους, δεν ενοχλούν κανέναν και στο τέλος της βραδιάς φεύγουν χωρίς να τους θυμάται σχεδόν κανείς.
Εκείνο το βράδυ, όμως, κάτι τον απασχολούσε.
Στεκόταν μόνος του στο πίσω μέρος του μπαρ, σ' ένα μισοσκότεινο σημείο κοντά στην αποθήκη με τα ποτά.
Δε χαμογελούσε.
Κάποια στιγμή τον είδα να σκουπίζει τα μάτια του.
Δε ρώτησα.
Στη δουλειά της νύχτας μαθαίνεις να μη ρωτάς πάντα.
Όταν αργότερα τον πλησίασα, όσο πιο διακριτικά μπορούσα, μου είπε μόνο: -"Άσε με λίγο εδώ... Δεν έχω διάθεση για πολλά-πολλά. Συγγνώμη". Δεν επέμεινα.
Αργότερα, από την εξέλιξη της ιστορίας, κατάλαβα ότι η κόρη του, που ζούσε μακριά, δεν του απαντούσε στις κλήσεις.
Είχε προηγηθεί ένας άσχημος καβγάς μεταξύ τους κι εκείνη, θυμωμένη, δε σήκωνε το τηλέφωνο.
Κι αυτό τον είχε διαλύσει.
Όχι μόνο επειδή του έλειπε.
Αλλά γιατί δεν μπορούσε να είναι δίπλα της, να την κοιτάξει στα μάτια, ίσως να της ζητήσει συγγνώμη, να μιλήσουν, να τα βρουν.
Είναι εκείνη η περίεργη ενοχή που νιώθει ένας γονιός όταν το παιδί του πονάει, είναι ψυχραμένο μαζί του και βρίσκεται εκατοντάδες χιλιόμετρα μακριά χάνοντας την ευκαιρία να δοθούν πρόσωπο με πρόσωπο εξηγήσεις και να λυθούν τυχόν παρεξηγήσεις... Λίγο πριν ανέβει στην πίστα για το πρόγραμμά του, πέρασε δίπλα του ο Μαζωνάκης.
Δεν ξέρω αν κάποιος του το είχε πει ή αν απλώς τον πρόσεξε περνώντας.
Υποθέτω το δεύτερο.
Εγώ βρισκόμουν περίπου τέσσερα-πέντε μέτρα μακριά.
Αρκετά κοντά, όμως, ώστε ν' ακούω τη συζήτησή τους.
Πέρασε δίπλα του. Σταμάτησε.
Τον κοίταξε. -"Όλα καλά;". -"Καλά", Γιώργο.
Μια απάντηση που όλοι ξέρουμε ότι σημαίνει ακριβώς το αντίθετο. Ο Μαζωνάκης δεν τον προσπέρασε.
Κάθισε δίπλα του.
Και τότε ο άνθρωπος λύγισε.
Μέσα στα κλάματα, του μίλησε για την κόρη του.
Για το τηλέφωνο.
Για τις κλήσεις που έμεναν αναπάντητες.
Για εκείνη τη σιωπή που, όταν έρχεται από έναν άνθρωπο που αγαπάς, μπορεί να γίνει πιο βαριά κι από μια πολύωρη κουβέντα με φωνές και εντάσεις... Ο Μαζωνάκης τον άκουγε.
Δεν του έδωσε συμβουλές.
Δεν του είπε το τυπικό «μην στεναχωριέσαι, όλα καλά θα πάνε». Απλώς τον άκουγε.
Κάποια στιγμή σηκώθηκε. -"Δώσε μου το τηλέφωνό της". Την πήρε από το προσωπικό του τηλέφωνο.
Θυμάμαι ακριβώς τα λόγια του: -"Κοπελιά, ο Γιώργος ο Μαζωνάκης είμαι.
Δε σε ξέρω.
Αλλά εδώ δίπλα μου έχω έναν πολύ γλυκό άνθρωπο.
Τον μπαμπά σου.
Κι όταν τον δεις και βρεθείτε, σε παρακαλώ, κάν' του μια αγκαλιά και κάν'το για πάρ'τη μου". Έκλεισε το τηλέφωνο.
Έδωσε το χέρι στον άνθρωπο, τον χτύπησε φιλικά στην πλάτη, του έκλεισε το μάτι κι επέστρεψε στην πίστα για τις τελευταίες πρόβες.
Λίγο αργότερα έκανε το πρόγραμμά του.
Τραγούδησε μπροστά σε εκατοντάδες ανθρώπους.
Τον χειροκρότησαν, τον αποθέωσαν, φώναξαν το όνομά του.
Όμως εκείνη τη στιγμή, δεν είχε φερθεί σαν κανένας ψωνισμένος με μπλαζέ ύφος «σταρ» της κακιάς ώρας, απ'αυτούς που συνηθίζουν να το παίζουν βαριά πεπόνια χτίζοντας τον δήθεν μύθο τους.
Ήταν απλώς ένας άνθρωπος που είδε έναν άλλον άνθρωπο να πονάει και στάθηκε δίπλα του.
Έστω για εκείνα τα τρία-τέσσερα λεπτά που κράτησε το σκηνικό.
Και ίσως αυτό να είναι τελικά το πραγματικό μεγαλείο.
Όχι να σε χειροκροτούν και να σε αποθεώνουν οι πολλοί.
Αλλά να μπορείς, μέσα σε μια νύχτα γεμάτη φώτα, να προσέξεις τον έναν άνθρωπο που στέκεται μόνος στο σκοτάδι.
Να σταθείς δίπλα του.
Να τον ακούσεις.
Να του δώσεις, έστω για λίγα λεπτά, την αίσθηση πως δεν είναι μόνος.
Την ώρα που όλοι κοιτούν εσένα, εσύ να κοιτάξεις κάποιον άλλον.
Και στην τελική ίσως αυτό να έλειπε κι απ'τον ίδιον:κάποιος να τον κοιτάξει στα σκοτάδια του... Αλέξανδρος Σουλιώτης-Φιλόλογος https://www.facebook.com/share/1HiAtZwsvt/
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους