Η Αλβανία σηκώνει μνημειώδες άγαλμα προς τιμήν της βασίλισσας Τεύτας: Η ιλλυρική αρχαιότητα ως εργαλείο οικοδόμησης ενός αλβανικού ιστορικού βάθους και συνέχειας Στις 15 Σεπτεμβρίου 2026 πρόκειται να...
Η Αλβανία σηκώνει μνημειώδες άγαλμα προς τιμήν της βασίλισσας Τεύτας: Η ιλλυρική αρχαιότητα ως εργαλείο οικοδόμησης ενός αλβανικού ιστορικού βάθους και συνέχειας Στις 15 Σεπτεμβρίου 2026 πρόκειται να αποκαλυφθεί στην περιοχή της Lezhë (αρχ. ελληνικά: Λισσός, μεσ. ελληνικά: Αλέσιον) της βόρειας Αλβανίας ένα από τα μεγαλύτερα μνημεία που έχουν ανεγερθεί στη χώρα προς τιμήν αρχαίας ιστορικής προσωπικότητας.
Πρόκειται για τη χάλκινη μορφή της Τεύτας, της Ιλλυρής ηγεμόνος του 3ου αιώνα π.Χ., η οποία τοποθετείται στο λεγόμενο «Πανοραμικό Μπαλκόνι» πάνω από τη Rana e Hedhun, στον νέο παραλιακό δρόμο που συνδέει το Shëngjin με τη Velipojë.
Δημιουργός του έργου είναι ο γλύπτης Julian Muçollari.
Η πρωτοβουλία ξεκίνησε το 2022 από τον Αλβανό δημοσιογράφο Marin Mema και παρουσιάστηκε εξαρχής ως μια προσπάθεια να αποκτήσει η Τεύτα μνημειακή παρουσία στον σύγχρονο αλβανικό δημόσιο χώρο.
Η χρηματοδότηση βασίστηκε σε ιδιωτικές δωρεές Αλβανών.
Η σχετική καμπάνια στο GoFundMe συγκέντρωσε 15.000 δολάρια από 268 δωρητές, ενώ ακολούθησαν επιπλέον στάδια χρηματοδότησης και κατασκευής.
Το άγαλμα είχε ολοκληρωθεί εδώ και αρκετό καιρό, αλλά η αναζήτηση κατάλληλης θέσης αποδείχθηκε πολύ δυσκολότερη.
Αρχικά υπήρξε σχεδιασμός για το Δυρράχιο, ενώ έγιναν επαφές και με άλλους δήμους.
Τελικά ο Δήμος Lezhë δέχθηκε το έργο και τον Ιανουάριο του 2026 το Δημοτικό Συμβούλιο ενέκρινε ομόφωνα την τοποθέτησή του.
Ο δήμος ανέλαβε την κατασκευή του βάθρου και τη διαμόρφωση του χώρου.
Η επιλογή της Lezhë έχει πάντως πραγματικό ιστορικό υπόβαθρο.
Η σημερινή πόλη βρίσκεται στην περιοχή της αρχαίας Λισσού, Lissus στις λατινικές πηγές, σημαντικού κέντρου της ανατολικής Αδριατικής.
Μετά τον Α΄ Ιλλυρικό Πόλεμο, το 228 π.Χ., η συνθήκη που επιβλήθηκε στην Τεύτα από τη Ρώμη όριζε, σύμφωνα με τον Πολύβιο, ότι δεν μπορούσε να πλέει νοτίως της Λισσού με περισσότερα από δύο άοπλα πλοία. Η Λισσός επομένως βρισκόταν μέσα στον γεωπολιτικό χώρο στον οποίο εξελίχθηκαν η εξάπλωση του αρδιαϊκού βασιλείου, η αντιπαράθεση με τις ελληνικές πόλεις και τελικά η πρώτη μεγάλη ρωμαϊκή επέμβαση στην ανατολική Αδριατική. 🏴☠️ Ποια ήταν η Τεύτα; Η ιστορική Τεύτα είναι πολύ πιο ενδιαφέρουσα από τη μεταγενέστερη εθνική μυθολογία που δημιουργήθηκε γύρω από το πρόσωπό της.
Μετά τον θάνατο του βασιλιά Άγρωνα, περίπου το 231 ή 230 π.Χ., ανέλαβε την εξουσία ως επίτροπος του ανήλικου Πίννη.
Το κράτος που παρέλαβε είχε γνωρίσει σημαντική στρατιωτική άνοδο υπό τον Άγρωνα και αποτελούσε σοβαρή δύναμη στην ανατολική Αδριατική.
Κατά τη σύντομη διακυβέρνησή της συγκρούστηκε με ελληνικές πόλεις και σύντομα με τη Ρώμη, στον Α΄ Ιλλυρικό Πόλεμο του 229 έως 228 π.Χ. Η ήττα της περιόρισε δραστικά την πολιτική ισχύ του βασιλείου και επέτρεψε στη Ρώμη να αποκτήσει για πρώτη φορά ουσιαστικό πολιτικό και στρατιωτικό ρόλο στην απέναντι πλευρά της Αδριατικής.
Οι λεπτομέρειες όμως απαιτούν προσοχή.
Η βασική αφηγηματική πηγή μας είναι ο Έλληνας ιστορικός Πολύβιος, ο οποίος έγραψε αρκετές δεκαετίες αργότερα και αντιμετωπίζει την Τεύτα εμφανώς αρνητικά.
Η περίφημη εικόνα μιας «βασίλισσας των πειρατών», η οποία ενθάρρυνε ανεξέλεγκτες επιθέσεις στην Αδριατική και διέταξε τη δολοφονία Ρωμαίου πρεσβευτή, προέρχεται σε μεγάλο βαθμό από την ελληνορωμαϊκή αφηγηματική παράδοση.
Οι σύγχρονοι ιστορικοί επομένως χρησιμοποιούν τον Πολύβιο, αλλά δεν τον διαβάζουν άκριτα.
Δεν διαθέτουμε ούτε αυθεντικό πορτρέτο της Τεύτας ούτε ασφαλή στοιχεία για την προσωπική της εμφάνιση.
Η εντυπωσιακή θωρακισμένη πολεμίστρια με δόρυ και ασπίδα που βλέπουμε στο νέο άγαλμα αποτελεί σύγχρονη καλλιτεχνική αναπαράσταση και όχι ρεαλιστική ανακατασκευή.
Υπάρχει επίσης μια ουσιαστική διαφορά ανάμεσα στους αρχαίους Ιλλυριούς ως ιστορικό φαινόμενο και στη νεότερη έννοια μιας ενιαίας «Μεγάλης Ιλλυρίας». Οι αρχαίες πηγές και η σύγχρονη αρχαιολογία αποκαλύπτουν ένα σύνθετο μωσαϊκό πληθυσμών και πολιτικών σχηματισμών στα δυτικά Βαλκάνια. Αρδιαίοι, Ταυλάντιοι, Δαρδάνοι, Δελμάτες και πολλές άλλες κοινότητες δεν συγκροτούσαν ένα διαχρονικά ενιαίο ιλλυρικό εθνικό κράτος με τη σημερινή έννοια.
Επομένως η φράση που χρησιμοποιείται σήμερα στην Αλβανία για μια «Μεγάλη Ιλλυρία» της Τεύτας ανήκει περισσότερο στη σύγχρονη εθνική ρομαντική οπτική παρά στην αυστηρή ιστορική ορολογία.
Τι συμβολίζει σήμερα η Τεύτα για την Αλβανία; Εδώ βρίσκεται και η πραγματική σημασία του νέου μνημείου.
Για μεγάλο μέρος της αλβανικής ιστορικής συνείδησης οι Ιλλυριοί λειτουργούν ως το βαθύτερο χρονικό επίπεδο της εθνικής τους καταγωγής.
Η σχέση των σύγχρονων Αλβανών με τους παλαιοβαλκανικούς πληθυσμούς είναι πραγματικό επιστημονικό ερώτημα και δεν πρέπει να απορρίπτεται συλλήβδην ως εθνικός μύθος.
Μάλιστα, μεγάλη αρχαιογενετική μελέτη που δημοσιεύθηκε το 2026 στο Nature Human Behaviour εντόπισε σημαντική συνέχεια πληθυσμιακής καταγωγής από πληθυσμούς της Ύστερης Εποχής του Χαλκού και της Εποχής του Σιδήρου των δυτικών Βαλκανίων προς τους πρώιμους μεσαιωνικούς και σύγχρονους Αλβανούς.
Αυτό όμως δεν επιτρέπει την απλή εξίσωση «αρχαίο DNA ίσον Ιλλυριοί ίσον σημερινό έθνος», ούτε αποδεικνύει ότι ένας σημερινός πληθυσμός αποτελεί αναλλοίωτη συνέχεια μιας συγκεκριμένης αρχαίας πολιτικής ή φυλετικής κοινότητας.
Η πληθυσμιακή συνέχεια, η γλώσσα, η πολιτισμική ταυτότητα και η νεότερη εθνική συνείδηση είναι διαφορετικές κατηγορίες ιστορικής ανάλυσης.
Παρά ταύτα, η σύνδεση Αλβανών και Ιλλυριών έχει τεράστια συμβολική δύναμη.
Ήδη από την εποχή της αλβανικής εθνικής αφύπνισης, και πολύ περισσότερο κατά την κομμουνιστική περίοδο (κι όμως), η αρχαιολογία χρησιμοποιήθηκε συστηματικά για την αναζήτηση και προβολή μιας βαθιάς προϊστορίας του αλβανικού έθνους.
Σύγχρονες μελέτες της ιστορίας της αρχαιολογίας έχουν δείξει ότι το καθεστώς του Ενβέρ Χότζα επένδυσε ιδιαίτερα στην ιδέα της ιλλυρικής αυτοχθονίας και στη σύνδεση των σύγχρονων Αλβανών με τους αρχαίους πληθυσμούς της χώρας.
Η σύγχρονη αλβανική αρχαιολογία είναι ασφαλώς πολύ πιο σύνθετη από εκείνη την εποχή, αλλά η συμβολική ισχύς των Ιλλυριών στην κοινωνία παραμένει τεράστια.
Η επιλογή της Τεύτας είναι συνεπώς ιδανική για αυτή την πολιτική της μνήμης.
Είναι αρχαία, Ιλλυρή, βασιλική μορφή, συνδέεται με την Αδριατική, αντιμετώπισε τη Ρώμη και επιπλέον είναι γυναίκα ηγεμόνας, κάτι που την καθιστά εξαιρετικά εύχρηστο σύμβολο στη σύγχρονη δημόσια ιστορία.
Δεν είναι τυχαίο ότι ο Marin Mema παρουσιάζει το μνημείο ως την αρχή μιας ευρύτερης προσπάθειας «επιστροφής» των Ιλλυριών βασιλέων στον δημόσιο χώρο της Αλβανίας.
Με αυτή την έννοια το έργο αποτελεί συνειδητή πράξη μιας προσπάθειας κατασκευής ιστορικής μνήμης.
Πρόκειται για σύνηθες βαλκανικό φαινόμενο; Η χρησιμοποίηση της αρχαιότητας για τη νομιμοποίηση σύγχρονων εθνικών ταυτοτήτων είναι πολύ παλαιότερη από τις τελευταίες δεκαετίες και ασφαλώς δεν αποτελεί αποκλειστικά αλβανικό ή βαλκανικό φαινόμενο.
Από τον 19ο αιώνα σχεδόν όλα τα ευρωπαϊκά έθνη κράτη αναζήτησαν βαθιές ιστορικές ρίζες.
Εμείς στραφήκαμε φυσικά προς τον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό, η Ρουμανία προς Δάκες και Ρωμαίους, η Βουλγαρία προς Θράκες και Πρωτοβουλγάρους, η Σερβία προς το μεσαιωνικό σερβικό παρελθόν (σαν Γιουγκοσλάβοι βέβαια αρχικά υποστήριξαν και αυτοί αρχικά μια σύνδεση με την αρχαία Ιλλυρία) και η Αλβανία προς τους Ιλλυριούς.
Η αρχαιολογία γεννήθηκε και αναπτύχθηκε σε σημαντικό βαθμό μέσα σε αυτό ακριβώς το περιβάλλον των ευρωπαϊκών εθνικών κρατών.
Αυτό που αποτελεί πιο χαρακτηριστικό βαλκανικό φαινόμενο των τελευταίων δεκαετιών είναι η νέα, συχνά μνημειακή και ιδιαίτερα επιθετική προβολή του αρχαίου παρελθόντος στον δημόσιο χώρο.
Το πιο ακραίο παράδειγμα υπήρξε ασφαλώς το πρόγραμμα «Σκόπια 2014». Μετά το 2006 και ιδιαίτερα από το 2010, η κυβέρνηση του Νικολά Γκρουέφσκι γέμισε το κέντρο των Σκοπίων με μνημεία, ψευδοκλασικές προσόψεις και αναφορές στον Φίλιππο Β΄ και τον Μέγα Αλέξανδρο, κατακλέβοντας την αρχαία ελληνική κληρονομιά.
Στη σχετική επιστημονική βιβλιογραφία η διαδικασία ονομάστηκε ακόμη και «antiquization», δηλαδή αρχαιοποίηση της εθνικής ταυτότητας.
Η περίπτωση της αλβανικής Τεύτας δεν είναι ακριβώς ίδια.
Υπάρχει πραγματική γεωγραφική συνέχεια μεταξύ αρχαίων δυτικοβαλκανικών πληθυσμών και του χώρου της σημερινής Αλβανίας, ενώ τα νεότερα γενετικά δεδομένα επιβεβαιώνουν σημαντική τοπική πληθυσμιακή συνέχεια.
Επιπλέον, η Λισσός πράγματι σχετίζεται άμεσα με τα γεγονότα της εποχής της Τεύτας.
Εκεί όπου αρχίζει το πρόβλημα είναι όταν η εύλογη ιστορική σχέση μετατρέπεται σε απλουστευμένη εξίσωση σύγχρονου έθνους και αρχαίου λαού, όταν η Τεύτα παρουσιάζεται ως περίπου «εθνική βασίλισσα των σημερινών Αλβανών» ή όταν ένα σύνθετο τοπίο πολλών αρχαίων πληθυσμών μετατρέπεται αναδρομικά σε ενιαίο εθνικό κράτος.
Το μνημείο της Τεύτας είναι επομένως ενδιαφέρον και για εμάς στην Ελλάδα όχι επειδή πρέπει να αντιμετωπιστεί ως μια ακόμη αφορμή για βαλκανική αντιπαλότητα, αλλά επειδή αποκαλύπτει έναν γνώριμο μηχανισμό της νοτιοανατολικής Ευρώπης.
Τα σύγχρονα έθνη επιθυμούν ένα όσο το δυνατόν αρχαιότερο παρελθόν, αναζητούν πρόσωπα που μπορούν να μετατραπούν σε σύμβολα και στη συνέχεια εγγράφουν αυτή τη μνήμη στον φυσικό χώρο με αγάλματα, ονόματα δρόμων, μουσεία και μνημεία.
Η ιστορία όμως γίνεται πραγματικά χρήσιμη όταν διατηρείται η διάκριση ανάμεσα στην ιστορική συνέχεια, που μπορεί πράγματι να υπάρχει, και στην ιδέα μιας αμετάβλητης «αλβανικής» εθνικής ταυτότητας που ταξιδεύει αυτούσια επί δυόμισι χιλιάδες χρόνια. Και όταν βεβαίως, δεν κλέβει ο ένας την ιστορία του άλλου, έτσι φίλοι Βαλκάνιοι;
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους