«Εσύ είσαι η γυναίκα του Στέλιου;» με ρώτησε χαμηλόφωνα, σχεδόν μέσα στ’ αυτί, ενώ γύρω μας τα παιδιά έτρεχαν στο γήπεδο του σχολείου και οι γονείς φώναζαν από την κερκίδα. Γύρισα και την κοίταξα...
«Εσύ είσαι η γυναίκα του Στέλιου;» με ρώτησε χαμηλόφωνα, σχεδόν μέσα στ’ αυτί, ενώ γύρω μας τα παιδιά έτρεχαν στο γήπεδο του σχολείου και οι γονείς φώναζαν από την κερκίδα.
Γύρισα και την κοίταξα ξαφνιασμένη.
Κρατούσε ένα μπουκάλι νερό στο χέρι, αλλά έτρεμε.
Ήταν γύρω στα πενήντα, περιποιημένη, με μάτια κατακόκκινα λες και είχε κλάψει πριν λίγο. «Ναι», της είπα. «Συγγνώμη, γνωριζόμαστε;» Με κοίταξε για δυο δευτερόλεπτα που μου φάνηκαν αιώνας. «Όχι.
Αλλά μάλλον πρέπει.
Γιατί εγώ είμαι ακόμα η γυναίκα του. Νόμιμα.» Δεν άκουγα πια τίποτα.
Ούτε σφυρίχτρες, ούτε παιδιά, ούτε τη φίλη μου τη Βάσω που μου μιλούσε από δίπλα.
Μόνο ένα βουητό.
Σαν να έπεσε όλο το γήπεδο πάνω στο κεφάλι μου.
Τη λέγανε Κατερίνα.
Μου είπε να καθίσουμε λίγο πιο πέρα, δίπλα στο κυλικείο.
Τα πόδια μου έτρεμαν, αλλά πήγα.
Δεν ξέρω γιατί.
Ίσως γιατί όταν ακούς κάτι τόσο τρελό, θες να το διαψεύσεις αμέσως. «Με τον Στέλιο ήμασταν παντρεμένοι από το 2006», είπε. «Χωρίσαμε στη ζωή, όχι στα χαρτιά.
Μου έλεγε χρόνια ότι θα το τακτοποιήσει.
Δεν το έκανε ποτέ.
Και πριν δύο μήνες το έμαθα ότι έχει κάνει και δεύτερο γάμο.
Με σένα.» «Αποκλείεται», της πέταξα. «Έχουμε παντρευτεί κανονικά.
Στο δημαρχείο.
Έχουμε παιδί.» Έβγαλε από την τσάντα της έναν φάκελο.
Μέσα είχε φωτοτυπίες, έγγραφα, μια αίτηση από δικηγόρο.
Και εκεί, μπροστά στα μάτια μου, ήταν το όνομά του. Στέλιος Παναγιώτου. Σύζυγος: Κατερίνα Αντωνίου.
Χωρίς λήξη.
Χωρίς διαζύγιο.
Ένιωσα να ιδρώνω παγωμένα.
Το πρώτο πράγμα που σκέφτηκα δεν ήταν εγώ.
Ήταν η κόρη μας. Η Ελπίδα.
Οχτώ χρονών.
Στο γήπεδο.
Με τη φανέλα της.
Και εγώ καθόμουν σε ένα πλαστικό καρεκλάκι και μάθαινα ότι ο πατέρας της ζούσε δύο ζωές. «Το ξέρει ότι είσαι εδώ;» τη ρώτησα. «Όχι», είπε. «Αλλά κουράστηκα να ντρέπομαι εγώ για τα ψέματά του.» Όταν γυρίσαμε σπίτι, δεν του μίλησα αμέσως.
Περίμενα να κοιμηθεί η μικρή.
Του έβαλα τα χαρτιά πάνω στο τραπέζι της κουζίνας, δίπλα στον ελληνικό καφέ που έπινε κάθε βράδυ.
Τα είδε και χλόμιασε. «Μαρίνα... άκουσέ με.» Αυτό μόνο.
Ούτε «τι είναι αυτά», ούτε «κάποιο λάθος». Μόνο αυτό.
Εκεί κατάλαβα ότι ήταν αλήθεια. «Πόσα χρόνια;» του είπα.
Κοίταζε κάτω.
Έτριβε τα δάχτυλά του νευρικά.
Εκείνη τη μικρή κίνηση την ήξερα καλά.
Την έκανε πάντα όταν έλεγε ψέματα, και εγώ η χαζή τόσα χρόνια την έβλεπα και δεν ήθελα να το παραδεχτώ. «Δεν έγινε όπως νομίζεις.» «Πώς έγινε, Στέλιο; Για πες μου. Ξέχασες να χωρίσεις; Όπως ξεχνάς να πληρώσεις τη ΔΕΗ;» 📎 Διάβασε τη συνέχεια στο σχόλιο 👇
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους