Αν μπορούσα να εξηγήσω τον σπαραγμό που έχει κάθε φορά η φράση «το παιδί μου εμένα ποιος θα το φέρει πίσω», ίσως να μην χρειαζόταν να ξαναγράψω ποτέ τίποτα για όσο ζω. Ένας άνθρωπος που πεθαίνει...
Αν μπορούσα να εξηγήσω τον σπαραγμό που έχει κάθε φορά η φράση «το παιδί μου εμένα ποιος θα το φέρει πίσω», ίσως να μην χρειαζόταν να ξαναγράψω ποτέ τίποτα για όσο ζω. Ένας άνθρωπος που πεθαίνει αβοήθητος, όπου κι αν είναι, όποιος κι αν είναι, μας στοιχειώνει, και έχουμε πια γεμίσει υπερβολικά πολλά φαντάσματα.
Απογυμνώνοντας την ιστορία του θανάτου του Γ. Μαζωνάκη, ερχόμαστε αντιμέτωπες και αντιμέτωποι με το διαχρονικό τραύμα της ιστορίας: την εκμετάλλευση από άνθρωπο σε άνθρωπο.
Δεν χρειάζονται προσωπικές αναφορές σε μια διαδικτυακή πλατφόρμα -που είναι εμφανές πια πως ούτε αυτή μας χωράει και μας κάνει θέαμα για τα θηρία- αλλά είμαι βέβαιη χωρίς να πούμε πιο πολλά, πως όσες χρειάστηκε να διασταυρωθούμε στη ζωή μας με την έννοια της ιατρικής αβοηθητότητας, με την αγωνία της ασθένειας των οικείων μας, όσες είδαμε δικούς μας ανθρώπους να πεθαίνουν από αδιαφορία, βρίσκουμε μέσα σε αυτή την ιστορία κάτι που ξέρουμε καλά: την απόγνωση.
Όποια κι αν είναι η ρίζα της, από την απειλή του θανάτου μέχρι την απειλή της αρένας, η απόγνωση είναι αυτή που κάνει τους ανθρώπους, ακόμα κι αυτούς που κάποτε αποκτούν κάποια προνόμια, εξαιρετικά εύκολη λεία.
Ο χώρος της ιδιωτικής υγείας μέσα στον αδίστακτο νεοφιλελευθερισμό που έχουμε περάσει, έχει γίνει μια τρανή αγορά για την εξαιρετική λεία της απόγνωσης.
Αναρίθμητες οι ιστορίες, πολύ μικρή η αντίσταση όταν ελπίζεις στα θαύματα και όταν τα θαύματα έχουν πια πάψει να αφορούν την καθημερινή εμπειρία της αγάπης.
Αρκετοί σχολίασαν πως η αποδοχή του Μαζωνάκη και από ανθρώπους που δεν ανήκουν στον κόσμο των μπουζουκιών είχε να κάνει με τις ρωγμές και την διάρρηξη της κανονικότητας που εκείνος κατόρθωνε μέσα στη βιομηχανία του θεάματος, ακόμη κι αν ανήκε σε αυτήν.
Αρκετά πλάσματα αναφώνησαν ιδιωτικά και δημόσια «Δεν μπορούσε να είναι κάποιος άλλος και όχι αυτός;». Και αυτή ήταν η απόδειξη πως μάλλον ο Γιώργος είχε περάσει στο συλλογικό ασυνείδητο ως ένας άνθρωπος που συνεχίζει να νοιάζεται.
Κι αυτό έχει γίνει τόσο πολύτιμο, που όταν πεθαίνει ένας άνθρωπος από εκείνους, μοιάζει πια μέσα στην αγριότητα, οι καλοί, όπως τους ονομάζουμε, άνθρωποι, να έχουν μετατραπεί σε σπάνια γλώσσα που κάθε δευτερόλεπτο εξαφανίζεται από τον πλανήτη, μέχρι στο τέλος να μην την μιλάει κανένας εν ζωή.
Έτσι, από όπου κι αν πιάσουμε αυτή την ιστορία, καταλήγουμε στην απαξίωση της ανθρώπινης ζωής.
Όχι θεωρητικά.
Όχι φιλοσοφικά.
Ως οικοδόμημα κάθε συνήθειας που δομεί συσχετίσεις και σχέσεις.
Κουβαλήσαμε και συνεχίζουμε να κουβαλάμε πολλά φαντάσματα ανθρώπων που δεν έπρεπε να πεθάνουν.
Κουβαλάμε φαντάσματα ανθρώπων που θα μπορούσαν να ζήσουν καλύτερα, θα μπορούσαν να πεθάνουν αλλιώς και θα μπορούσαν να είχαν στο τέλος της ζωής τους έστω μια αγκαλιά.
Οι λέξεις που πέφτουν εδώ μέσα ακούγονται πια υπερφίαλες, ματαιόδοξες και ναρκισσιστικές.
Μακάρι να μπορούσα να αποδείξω μακριά από τις οθόνες, πόσες φορές, σπαρακτικά, ελπίσαμε, με κάποιον μαγικό τρόπο, να μπορούσαμε να γυρίσουμε το χρόνο και να φέρουμε πίσω στη ζωή έναν άνθρωπο. Και πως κάθε φορά που ένας άνθρωπος αντιστέκεται στην εκμετάλλευση, επιστρέφουμε στη δύναμη της ζωής.
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους