Μήπως η προσευχή του ενός είναι η κατάρα του άλλου; Σήμερα πήγα σε μια εξαιρετική ξενάγηση στο Μουσείο της Ανασκαφής, το σχετικά καινούργιο μουσείο που βρίσκεται κυριολεκτικά κάτω από το Μουσείο της...
Μήπως η προσευχή του ενός είναι η κατάρα του άλλου; Σήμερα πήγα σε μια εξαιρετική ξενάγηση στο Μουσείο της Ανασκαφής, το σχετικά καινούργιο μουσείο που βρίσκεται κυριολεκτικά κάτω από το Μουσείο της Ακρόπολης και άνοιξε για το κοινό το 2024.
Αν δεν το έχετε δει, πραγματικά αξίζει.
Κατεβαίνεις κάτω από το σημερινό Μουσείο και περπατάς ανάμεσα στα κατάλοιπα μιας ολόκληρης αρχαίας αθηναϊκής γειτονιάς.
Βλέπεις σπίτια, αυλές, πηγάδια, εργαστήρια, λουτρά και καταλαβαίνεις πολύ καλύτερα πώς ζούσαν πραγματικοί άνθρωποι στη σκιά της Ακρόπολης.
Δεν βλέπεις πια μόνο ναούς και αγάλματα.
Βλέπεις την καθημερινότητά τους.
Η ξεναγός μας ήταν καταπληκτική και, αφού μας έδειξε τα σπίτια και μας εξήγησε τη ζωή των ανθρώπων που κατοικούσαν εκεί, περάσαμε στις προθήκες με τα αντικείμενα που βρέθηκαν στην ανασκαφή.
Και εκεί κόλλησα σε ένα μικρό, άσχημο, τυλιγμένο κομμάτι μολύβδου.
Έναν κατάδεσμο.
Αυτός που φωτογράφισα είναι του 4ου–6ου αιώνα μ.Χ. και εκτίθεται στην ενότητα για τη λατρεία και τη μαγεία.
Μάλιστα, το συγκεκριμένο αντικείμενο είναι ακόμη αδημοσίευτο και η ανάγνωση και μετάφραση του κειμένου του δεν έχει ολοκληρωθεί.
Άρα δεν ξέρουμε ακόμη τι ακριβώς ευχήθηκε ο συγκεκριμένος Αθηναίος στον δύστυχο άνθρωπο που είχε βάλει στο μάτι.
Ξέρουμε όμως πάρα πολύ καλά τι έγραφαν άλλοι κατάδεσμοι.
Και εκεί αρχίζει το ενδιαφέρον.
Ο κατάδεσμος δεν ήταν απλώς «σε καταριέμαι». Ήταν κάτι πολύ πιο οργανωμένο.
Έπαιρνες συνήθως ένα λεπτό φύλλο μολύβδου, χάραζες επάνω το όνομα εκείνου που ήθελες να «δέσεις» και εξηγούσες με αρκετή ακρίβεια τι ακριβώς ήθελες να του συμβεί. «Δένω τη γλώσσα του». «Δένω την ψυχή του». «Δένω τα χέρια και τα πόδια του». «Δένω τον λόγο που ετοιμάζεται να πει στο δικαστήριο». «Να μη γίνει ο γάμος του». «Να μην μπορεί να ασκήσει την τέχνη του». «Να καταστραφεί η δουλειά του». Υπάρχουν ακόμη και κατάδεσμοι όπου κάποιος δεν αρκείται να καταραστεί τον ανταγωνιστή του αλλά καταδένει και… το μαγαζί του.
Ολοκληρωμένες υπηρεσίες.
Μετά δίπλωναν ή τύλιγαν το μολύβι, μερικές φορές το κάρφωναν και το έθαβαν ή το έριχναν σε τάφους, πηγάδια και άλλα σημεία που θεωρούσαν ότι συνδέονταν με τον κάτω κόσμο.
Και έχουμε πραγματικά κείμενα. Στην Αθήνα κάποιος καταδένει έναν Θεαγένη και ζητά να δεθούν «η γλώσσα, η ψυχή και ο λόγος που ετοιμάζει», προφανώς επειδή επρόκειτο να μιλήσει σε δικαστήριο. Στην Πέλλα μια γυναίκα καταριέται τον γάμο της Θετίμας με τον Διονυσοφώντα και ζητά ουσιαστικά να μην πάρει εκείνος καμία άλλη γυναίκα εκτός από την ίδια.
Σε άλλον αθηναϊκό κατάδεσμο καταδένονται έμποροι, οι γυναίκες τους, τα χέρια τους, τα πόδια τους, η εργασία τους και τα καταστήματά τους. Στον Κεραμεικό έχουμε την περίφημη Γλυκέρα, την οποία κάποιος παραδίδει στις χθόνιες θεότητες και ζητά να μη στεριώσει ο γάμος της.
Και τότε άρχισα να σκέφτομαι κάτι άλλο.
Τη σχέση της κατάρας με την προσευχή.
Γιατί δίπλα στον κατάδεσμο υπήρχε το ανάθημα.
Και εδώ η ελληνική γλώσσα κάνει κάτι υπέροχο.
Ανάθημα, με η. Ανάθεμα, με ε. Ένα φωνήεν αλλάζει και από την αφιέρωση στον θεό περνάμε στην κατάρα.
Και το ακόμη ωραιότερο είναι ότι οι δύο λέξεις δεν είναι εντελώς άσχετες.
Έχουν κοινή ιστορική ρίζα, από το «ανατίθημι», το «αφιερώνω», ενώ το «ανάθεμα» απέκτησε αργότερα τη σημασία αυτού που παραδίδεται στην καταδίκη.
Από το αφιερώνω στον θεό μέχρι το «ανάθεμά σε». Ένα φωνήεν δρόμος.
Το ανάθημα λοιπόν ήταν μια προσφορά προς μια θεότητα.
Μπορούσες να αφιερώσεις ένα αγαλματίδιο, ένα κόσμημα, ένα όπλο, ένα αντικείμενο, κάτι πολύτιμο.
Άλλοτε το έκανες για να ευχαριστήσεις τον θεό για κάτι που είχε ήδη συμβεί και άλλοτε στο πλαίσιο ενός αιτήματος.
Και εδώ είναι δύσκολο, τουλάχιστον για μένα ως άθεο, να μη σκεφτώ αμέσως το χριστιανικό τάμα. «Παναγία μου, αν γίνει καλά, θα σου κάνω τάμα». «Αν περάσει το παιδί μου, θα έρθω στην εκκλησία». «Αν κερδίσει, θα σου αφιερώσω αυτό». Μπορεί θεολογικά ένας πιστός να πει ότι το τάμα δεν είναι μαγεία και ότι ο Θεός δεν εξαγοράζεται.
Αλλά πώς να παραδεκτεί την υποκρισία του; Αν το κοιτάξω απ' έξω, σαν κοινωνικό και ανθρωπολογικό φαινόμενο, δυσκολεύομαι να δω το «αν μου κάνεις αυτό, εγώ θα σου δώσω εκείνο» ως κάτι άλλο από μια μορφή συναλλαγής με το υπερφυσικό.
Μια μαγική συναλλαγή, στην ουσία, όσο διαφορετικά κι αν την περιγράφει η θεολογία.
Και τότε φτάνουμε στο σημείο που με ενδιαφέρει περισσότερο.
Όταν προσεύχεσαι για κάτι που μπορούν να έχουν όλοι, δεν υπάρχει ιδιαίτερο φιλοσοφικό πρόβλημα. «Να γίνει καλά η μητέρα μου». «Να γεννηθεί υγιές το παιδί μου». Κανείς δεν χρειάζεται να αρρωστήσει για να γίνει καλά η μητέρα σου.
Αλλά τι γίνεται όταν ζητάς κάτι που από τη φύση του μπορεί να το πάρει μόνο ένας; «Θεέ μου, κάνε το παιδί μου να πάρει τη συγκεκριμένη θέση». Αν υπάρχει μία θέση και δύο υποψήφιοι, για να την πάρει το δικό σου παιδί πρέπει να μην την πάρει το άλλο. «Θεέ μου, κάνε τον γιο μου να κερδίσει τον αγώνα». Για να κερδίσει ο γιος σου, κάποιος άλλος γιος πρέπει να χάσει. «Θεέ μου, κάνε την ομάδα μου να νικήσει». Και στην απέναντι κερκίδα μερικές χιλιάδες άνθρωποι ζητούν από τον ίδιο Θεό ακριβώς το αντίθετο.
Εδώ θα ήθελα πραγματικά να ξέρω με ποια κριτήρια γίνεται η επιλογή.
Ποιος προσευχήθηκε περισσότερο; Ποιος άναψε περισσότερα κεριά; Ποια γιαγιά έκανε το μεγαλύτερο τάμα; Ή αποφασίζει ο Θεός ανεξάρτητα από τις προσευχές, οπότε δεν καταλαβαίνω τι νόημα είχε εξαρχής να του ζητήσουμε να αλλάξει γνώμη.
Και κάπου εδώ ο αρχαίος κατάδεσμος αρχίζει να μου φαίνεται πολύ λιγότερο ξένος.
Ο αρχαίος έλεγε: «Κάνε τον αντίπαλό μου να χάσει». Ο σημερινός πιστός λέει: «Κάνε εμένα να κερδίσω». Όταν όμως υπάρχει μόνο μία θέση, μία νίκη ή ένα μετάλλιο, και δεχθούμε την υπόθεση ότι μια θεότητα πράγματι παρεμβαίνει για να πραγματοποιήσει την προσευχή, το πρακτικό αποτέλεσμα είναι ακριβώς το ίδιο.
Για να εισακουστεί η δική σου προσευχή, πρέπει να μην εισακουστεί του απέναντι.
Και τότε η προσευχή του ενός γίνεται, είτε το λέει είτε όχι, η κατάρα του άλλου.
Αυτό δεν είναι αποκλειστικά ελληνικό φαινόμενο.
Η ανθρώπινη ιστορία είναι γεμάτη τρόπους με τους οποίους προσπαθήσαμε να πείσουμε το υπερφυσικό να επέμβει προς όφελός μας.
Και εδώ μπαίνει και το περίφημο «βουντού». Με μία σημαντική διευκρίνιση: το πραγματικό αϊτινό Vodou είναι ολόκληρη θρησκευτική παράδοση αφρικανικής και καραϊβικής προέλευσης και δεν είναι οι κούκλες με τις καρφίτσες που μας έμαθε το Χόλιγουντ.
Η ταύτιση του Vodou με «μαύρη μαγεία» και ανθρώπους που καρφώνουν κούκλες είναι σε μεγάλο βαθμό δυτικό στερεότυπο.
Αλλά η εικόνα της κούκλας επέζησε επειδή πατάει πάνω σε μια πολύ παλιά και πολύ διαδεδομένη ανθρώπινη ιδέα: ότι μπορώ να κάνω κάτι σε ένα αντικείμενο που αντιπροσωπεύει εσένα και, με κάποιον μυστηριώδη τρόπο, αυτό που κάνω στο αντικείμενο θα συμβεί και σε εσένα.
Οι αρχαίοι Έλληνες έγραφαν το όνομά σου σε μολύβι και το κάρφωναν.
Άλλες λαϊκές παραδόσεις χρησιμοποιούσαν ομοιώματα, κόμπους, αντικείμενα, τρίχες, ονόματα ή προσωπικά αντικείμενα.
Ο τρόπος αλλάζει.
Η σκέψη παραμένει εκπληκτικά οικεία.
Υπάρχει βέβαια και μια άλλη πολύ γνωστή εικόνα στη δική μας κοινωνία: η μάντισσα που σε πλησιάζει, σου δίνει ένα λουλούδι, θέλει να σου πει τη μοίρα και, αν δεν της δώσεις χρήματα, σε απειλεί ότι θα σε καταραστεί.
Αυτό έχει συνδεθεί στερεοτυπικά με τους Ρομά και θέλει προσοχή: δεν είναι σωστό να παρουσιάζεται ως «συνήθεια των Ρομά». Είναι ένα στερεότυπο που έχει δημιουργηθεί γύρω τους και δεν χαρακτηρίζει φυσικά έναν ολόκληρο λαό.
Όμως ως λαϊκή εικόνα έχει περάσει τόσο βαθιά στη δυτική φαντασία ώστε έφτασε μέχρι το σινεμά.
Και εδώ δεν μπορώ να μη θυμηθώ το Drag Me to Hell του Sam Raimi.
Η πρωταγωνίστρια εργάζεται σε τράπεζα και αρνείται σε μια ηλικιωμένη γυναίκα μια ακόμη παράταση για το σπίτι της.
Εκείνη αισθάνεται ότι ταπεινώθηκε, την καταριέται και το αντικείμενο της κατάρας γίνεται ένα κουμπί από το παλτό της.
Από εκεί και πέρα την καταδιώκει η Λάμια, μέχρι να έρθει να πάρει την ψυχή της. Το Drag Me to Hell χρησιμοποιεί ακριβώς το παλιό κινηματογραφικό στερεότυπο της «κατάρας της Ρομά». Δεν είναι εθνογραφία, είναι ταινία τρόμου.
Αλλά ο μηχανισμός είναι σχεδόν αρχαίος: κάποιος θεωρεί ότι αδικήθηκε, τελεί μια πράξη κατάδεσης και παραδίδει τον άνθρωπο που τον αδίκησε σε μια υπερφυσική δύναμη.
Στην ταινία μάλιστα η κατάρα συνδέεται με ένα συγκεκριμένο αντικείμενο, το κουμπί, και μπορεί να μεταφερθεί σε άλλον αν του δοθεί το αντικείμενο.
Αν το έβλεπε ένας Αθηναίος του 4ου αιώνα π.Χ., ίσως να απορούσε περισσότερο με την τράπεζα παρά με την κατάρα.
Γιατί τελικά αυτό που μου έμεινε από τη σημερινή ξενάγηση δεν είναι το πόσο παράξενοι ήταν οι αρχαίοι.
Το αντίθετο.
Είναι το πόσο αναγνωρίσιμοι παραμένουν.
Ο άνθρωπος φοβάται ό,τι δεν ελέγχει.
Δεν ελέγχει αν θα κερδίσει τη δίκη.
Δεν ελέγχει αν ο άνθρωπος που αγαπά θα επιλέξει εκείνον.
Δεν ελέγχει αν θα περάσει στις εξετάσεις.
Δεν ελέγχει ποιος θα κερδίσει τον αγώνα.
Δεν ελέγχει την αρρώστια.
Και έτσι, εδώ και χιλιάδες χρόνια, ζητά από κάποια αόρατη δύναμη να βάλει λίγο το χέρι της.
Αλλά όταν αυτό που ζητάμε προϋποθέτει την ήττα κάποιου άλλου, ίσως η απόσταση ανάμεσα στην ευλογία και στην κατάρα να είναι μικρότερη απ' όσο μας αρέσει να πιστεύουμε.
Ο αρχαίος έγραφε: «Να χάσει εκείνος». Εμείς λέμε: «Να κερδίσω εγώ». Και όταν μόνο ένας μπορεί να κερδίσει, ίσως πρόκειται απλώς για δύο διαφορετικούς τρόπους να ζητήσεις το ίδιο αποτέλεσμα.
Η προσευχή του ενός μπορεί να είναι η κατάρα του άλλου. Και κάπως έτσι το ανάθημα συναντά το ανάθεμα. Ένα φωνήεν δρόμος.
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους