Το χθεσινό μου στα ΝΕΑ για τον Μαζωνάκη Ανήκε στον ίδιο και στα όνειρά μας Πριν από λίγα χρόνια, ο ηθοποιός και σκηνοθέτης Γιάννος Περλέγκας μού είχε πει σε κάποια συνέντευξη ότι ο καημός, το «αχ...
Το χθεσινό μου στα ΝΕΑ για τον Μαζωνάκη Ανήκε στον ίδιο και στα όνειρά μας Πριν από λίγα χρόνια, ο ηθοποιός και σκηνοθέτης Γιάννος Περλέγκας μού είχε πει σε κάποια συνέντευξη ότι ο καημός, το «αχ» του Μάρκου Βαμβακάρη είναι, στην ουσία, ίδιος με τον καημό του Τόμας Μπέρνχαρντ.
Ο τρόπος που τον εκφράζουν, ο καθένας μέσα από την κουλτούρα του και τις «αποσκευές» του, είναι διαφορετικός.
Το σκεφτόμουν προχθές με αφορμή αυτό το τεράστιο κύμα συμπάθειας που σηκώθηκε στο διαδίκτυο όταν μαθεύτηκε η είδηση του θανάτου του Γιώργου Μαζωνάκη.
Εντελώς διαφορετικοί άνθρωποι, με διαφορετικό μορφωτικό επίπεδο, διαφορετική ιδεολογία, αισθητική, ταξική προέλευση είχαν μόνο καλά λόγια να πουν γι’ αυτόν.
Λες και με κάποιον τρόπο το «αχ» του Μαζωνάκη είχε συντονιστεί με κάποιο «αχ» που κουβαλάμε οι περισσότεροι μέσα μας, ακόμη και αν δεν μπορούμε, δεν θέλουμε ή ντρεπόμαστε να το εκφράσουμε.
Ή που, ίσως, δεν ξέρουμε ότι κουβαλάμε, αλλά κάποιος στίχος, μια μελωδία, δυο φράσεις, μια ασήμαντη αφορμή, το βγάζει στην επιφάνεια.
Γι’ αυτό καταλαβαίνω απόλυτα και δεν θεωρώ υποτιμητικό αυτό το «Εγώ δεν άκουγα τα τραγούδια του, αλλά…» που προτάσσουν αρκετοί στις αναφορές τους.
Ξέρω κάμποσους που δεν ανήκουν στο κοινό του, δεν τον είχαν δει ποτέ στα μαγαζιά που εμφανιζόταν, αλλά είχαν κολλήσει με κάποιο τραγούδι του.
Από το «Gucci φόρεμα» έως το «Ανήκω σε εμένα». (Ειδικά για το δεύτερο, δείξτε μου έναν άνθρωπο που δεν θέλει κάποιες στιγμές στη ζωή του να πει αυτό το «Αει στο διάολο» σε όλους και σε όλα). Κι εγώ, δεν τον έχω δει live περισσότερες από δύο φόρες στα 33 χρόνια της καριέρας του.
Ξέρω όμως τα περισσότερα τραγούδια του, όλες τις επιτυχίες του, έχω «λειώσει» ένα δύο cd του.
Όπως δεν έχει συμβεί με άλλους σταρ του λαϊκού τραγουδιού και, πολύ περισσότερο, του λεγόμενου έντεχνου.
Είναι τα τραγούδια ή ήταν ο ίδιος που δημιουργούσε αυτό το αίσθημα εγγύτητας; Δεν ξέρω και άλλωστε δεν έχει σημασία πιά.
Αυτό που παραμένει είναι ότι ο Μαζωνάκης ήταν ένας πολύ συμπαθής άνθρωπος.
Με την αρχαία έννοια της λέξης.
Τη συμμετοχή, δηλαδή, στα πάθη του άλλου.
Και ο Μαζωνάκης δεν έκρυψε ποτέ τα πάθη του χωρίς όμως και να τα κάνει παντιέρα ώστε να κερδίζει πόντους συμπάθειας.
Τα άφηνε να εννοούνται χωρίς να λουστράρει την εικόνα του.
Το αντίθετο, τις προσφορές του κρατούσε στο ημίφως.
Τις συναυλίες του σε σωφρονιστικά ιδρύματα, τη διανομή φαγητού σε άπορες οικογένειες και σχολικών ειδών σε σχολεία υποβαθμισμένων περιοχών, τη συμπαράστασή του σε άστεγους.
Ανθρωπος λαϊκός όχι μόνο με την ταξική αλλά τη συμπαντική έννοια της λέξης.
Παιδί της νύχτας και της Νίκαιας θα μπορούσε να είναι ήρωας του Τσιφόρου και του Καραγάτση, του Μπάροουζ και του Πίντσον.
Ή να τριγυρνά στους στίχους του Καβάφη.
Απέδρασε από τον μικροαστισμό της ελληνικής σώου μπιζ και έκανε κάτι που μόνο οι σοφοί ή οι αθώοι τολμούν.
Πρόλαβε και διέγραψε ο ίδιος την τιμή του στο αλισιβερίσι της εικόνας του με το κοινό.
Και από ‘κει και πέρα, ουδείς μπορούσε να τον υποτιμήσει.
Το «Κλαμπ 27» Υπάρχει αυτός ο αστικός μύθος που δημιουργήθηκε στο διάστημα ανάμεσα στα τέλη της δεκαετίας του 1960 και των αρχών του 1970 και ο οποίος θέλει τους «καταραμένους» σταρ της ροκ να πεθαίνουν στα 27 τους. Ο Μπράιαν Τζόουνς, ο Τζίμι Χέντριξ, η Τζάνις Τζόπλιν, ο Κερτ Κομπέιν, η Έιμι Γουαϊνχάουζ προστέθηκαν με την πάροδο των χρόνων στα μέλη αυτού του «κλαμπ». Αν και έφυγε στα 54 του, στη διπλάσια δηλαδή ηλικία, θεωρώ ότι και ο Μαζωνάκης ανήκει σε αυτήν την κατηγορία.
Απλώς άντεξε να κάνει τη διαδρομή δυο φορές.
Και πώς το άντεξε μόνο η καρδούλα του το ξέρει.
Διότι, στην πραγματικότητα, δεν πέθανε από ανακοπή. Πέθανε από μοναξιά. Από αυτήν τη μοναξιά που είναι επιλογή των ευαίσθητων ανθρώπων.
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους