Οι μισθοί των ιερέων: πριν βρίσεις, μάθε τουλάχιστον την ιστορία Τις τελευταίες ημέρες βλέπω πάλι τον ίδιο θόρυβο. «Γιατί πληρώνουμε τους παπάδες;» «Να τους πληρώνει η Εκκλησία!» «Γιατί να πληρώνεται...
Οι μισθοί των ιερέων: πριν βρίσεις, μάθε τουλάχιστον την ιστορία Τις τελευταίες ημέρες βλέπω πάλι τον ίδιο θόρυβο. «Γιατί πληρώνουμε τους παπάδες;» «Να τους πληρώνει η Εκκλησία!» «Γιατί να πληρώνεται ο ιερέας από το κράτος;» Και μαζί με τις ερωτήσεις, βρισιές. Ειρωνείες. Χλευασμός.
Λες και κάποιος ιερέας ξύπνησε ένα πρωί, μπήκε στο Υπουργείο Οικονομικών και απαίτησε: «Από σήμερα θα με πληρώνετε εσείς». Μόνο που η Ιστορία δεν γράφτηκε έτσι.
Και πριν καταδικάσουμε έναν ολόκληρο κλάδο ανθρώπων, καλό είναι να γνωρίζουμε τουλάχιστον γιατί υπάρχει αυτή η μισθοδοσία και πώς δημιουργήθηκε.
Η μισθοδοσία του εφημεριακού κλήρου από την Πολιτεία θεσπίστηκε ήδη από το 1945, με τον Αναγκαστικό Νόμο 536/1945.
Και υπάρχει κάτι που συνήθως παραλείπεται από τη δημόσια συζήτηση.
Για χρόνια οι ίδιοι οι ναοί συμμετείχαν στη χρηματοδότηση αυτής της μισθοδοσίας, καταβάλλοντας ποσοστό επί των ακαθάριστων εισπράξεών τους.
Δηλαδή ούτε ιστορικά είναι ακριβής η εικόνα που παρουσιάζεται σήμερα, ότι απλώς «το κράτος αποφάσισε να χαρίσει μισθούς στους παπάδες». Υπάρχει όμως και το τεράστιο ζήτημα της εκκλησιαστικής περιουσίας.
Σε διαφορετικές περιόδους της νεότερης ελληνικής ιστορίας μεγάλες εκτάσεις εκκλησιαστικής και μοναστηριακής περιουσίας πέρασαν στο κράτος ή παραχωρήθηκαν για κοινωνικούς και εθνικούς σκοπούς.
Το 1952 υπογράφηκε, μεταξύ άλλων, σύμβαση με την οποία παραχωρήθηκε στο Δημόσιο μεγάλο μέρος αγροτικής εκκλησιαστικής περιουσίας.
Χρειάζεται εδώ ακρίβεια: συχνά ακούγεται ότι υπάρχει μία απλή σύμβαση που γράφει επί λέξει «σας δίνουμε την περιουσία και εσείς θα πληρώνετε για πάντα τους ιερείς». Το ζήτημα νομικά είναι πιο σύνθετο και αυτή η διατύπωση αμφισβητείται.
Όμως το ίδιο το Ελληνικό Δημόσιο, όταν παρουσίασε το 2018 την πρόταση συμφωνίας Πολιτείας και Εκκλησίας, διατύπωσε κάτι εξαιρετικά σημαντικό: αναγνώρισε ότι είχε αναλάβει τη μισθοδοσία του κλήρου «ως με ευρεία έννοια, αντάλλαγμα για την εκκλησιαστική περιουσία που απέκτησε». Αυτό τουλάχιστον πρέπει να το γνωρίζει κάποιος πριν αρχίσει να φωνάζει ότι «πληρώνει τους παπάδες». Δεν σου ζητώ να πιστέψεις στον Θεό.
Δεν σου ζητώ να αγαπήσεις την Εκκλησία.
Δεν σου ζητώ καν να συμφωνήσεις με το σημερινό καθεστώς σχέσεων Εκκλησίας και Πολιτείας.
Έχεις κάθε δικαίωμα να ζητήσεις αλλαγή του.
Αλλά άλλο πράγμα η κριτική και άλλο η ιστορική άγνοια.
Διότι το κράτος πληρώνει χιλιάδες διαφορετικές κατηγορίες εργαζομένων και χρηματοδοτεί αμέτρητες κοινωνικές ανάγκες.
Ένα οργανωμένο κράτος οφείλει επίσης να προστατεύει πρόσφυγες και ανθρώπους που πραγματικά δικαιούνται διεθνή προστασία, αλλά ταυτόχρονα να ελέγχει τα σύνορά του, να εφαρμόζει τους νόμους του και να αντιμετωπίζει αποφασιστικά κάθε άνθρωπο που εγκληματεί, ανεξαρτήτως εθνικότητας ή καταγωγής.
Δεν θα δεχθώ όμως να μετατρέψω τον μετανάστη συλλήβδην σε εγκληματία, όπως ακριβώς δεν δέχομαι να μετατρέπεται συλλήβδην ο ιερέας σε κλέφτη του φορολογουμένου.
Το ίδιο μέτρο πρέπει να ισχύει για όλους.
Και κάτι ακόμη.
Ο ιερέας που μισθοδοτείται δεν πληρώνεται επειδή φοράει ένα ράσο και κάθεται.
Υπάρχουν κληρικοί σε χωριά, νησιά, ορεινές περιοχές και ενορίες που βρίσκονται δίπλα στον άνθρωπο από τη γέννηση μέχρι τον θάνατό του.
Βαπτίσεις, γάμοι, κηδείες, νοσοκομεία, γηροκομεία, φυλακές, άνθρωποι μόνοι, οικογένειες που πεινούν, άνθρωποι που τηλεφωνούν μέσα στη νύχτα επειδή έχασαν το παιδί τους ή επειδή δεν αντέχουν άλλο.
Ναι, υπάρχουν και κακοί ιερείς.
Υπάρχουν ανάξιοι ιερείς.
Υπάρχουν ιερείς που σκανδάλισαν και πρόδωσαν αυτό που εκπροσωπούν.
Και πρώτος εγώ θα πω ότι πρέπει να ελέγχονται και, όταν παρανομούν, να λογοδοτούν.
Αλλά δεν θα απολογηθώ εγώ για κάθε κακό ιερέα που υπάρχει στην Ελλάδα, όπως δεν ζητώ από κάθε γιατρό να απολογηθεί για τον γιατρό που πήρε φακελάκι ούτε από κάθε εκπαιδευτικό για τον δάσκαλο που κακοποίησε ένα παιδί.
Και κυρίως δεν θα δεχθώ να παρουσιάζεται ο μισθός ενός απλού εφημερίου σαν κάποια σκανδαλώδης πολυτέλεια.
Και θέλω να κάνω μια πολύ απλή ερώτηση σε όσους επαναλαμβάνουν με τόση ευκολία: «Οι παπάδες δεν πρέπει να πληρώνονται». Ωραία.
Ας υποθέσουμε ότι αύριο το πρωί σταματά εντελώς η μισθοδοσία των ιερέων.
Με τι ακριβώς προτείνετε να ζήσει ένας ιερέας; Γιατί πίσω από το ράσο υπάρχει άνθρωπος.
Και στην Ορθόδοξη Εκκλησία ο εφημέριος μπορεί να είναι έγγαμος.
Μπορεί να έχει σύζυγο.
Μπορεί να έχει δύο, τρία ή τέσσερα παιδιά.
Μπορεί να πληρώνει ενοίκιο ή στεγαστικό δάνειο.
Έχει λογαριασμό ηλεκτρικού, νερού και τηλεφώνου.
Βάζει βενζίνη στο αυτοκίνητό του.
Πηγαίνει στο σούπερ μάρκετ.
Αγοράζει ρούχα και παπούτσια στα παιδιά του.
Πληρώνει σχολικά έξοδα, φροντιστήρια, γιατρούς και φάρμακα.
Και βεβαίως φορολογείται για το εισόδημά του, όπως κάθε μισθωτός σύμφωνα με όσα προβλέπει η νομοθεσία.
Το ράσο δεν δίνει έκπτωση στο σούπερ μάρκετ.
Δεν μηδενίζει τον λογαριασμό του ηλεκτρικού.
Δεν πληρώνει το ενοίκιο.
Και όταν το παιδί του ιερέα χρειάζεται ένα ζευγάρι παπούτσια, ο καταστηματάρχης δεν του λέει: «Ο πατέρας σου είναι ιερέας, πάρ' τα δωρεάν». Τα πληρώνει.
Όπως τα πληρώνεις κι εσύ.
Γι' αυτό θα ήθελα κάποτε κάποιος από αυτούς που φωνάζουν «να σταματήσει η μισθοδοσία των παπάδων» να ολοκληρώσει τη σκέψη του.
Να σταματήσει η μισθοδοσία.
Και μετά; Τι ακριβώς προτείνει; Να τελειώνει ο ιερέας τη Θεία Λειτουργία και να βγαίνει στην πλατεία με απλωμένο το χέρι; Να περιμένει κάθε Κυριακή αν κάποιος θα του αφήσει πέντε ή δέκα ευρώ για να αγοράσει γάλα στα παιδιά του; Να εξαρτά την επιβίωση της οικογένειάς του από το αν οι ενορίτες είχαν καλή διάθεση εκείνον τον μήνα; Ή μήπως να εργάζεται οκτώ ώρες σε μια δεύτερη δουλειά και μετά να τρέχει για Λειτουργίες, Εσπερινούς, κηδείες, νοσοκομεία, εξομολογήσεις, κατηχητικά και ανθρώπους που τον χρειάζονται; Ας το πούμε καθαρά: Η ιερωσύνη είναι λειτούργημα, αλλά ο ιερέας δεν παύει να είναι άνθρωπος επειδή έγινε ιερέας.
Η διακονία του δεν καταργεί τις βιοτικές ανάγκες της οικογένειάς του.
Και υπάρχει εδώ μια παράξενη αντίφαση.
Ο άνθρωπος που απαιτεί μισθό για τη δική του εργασία —και πολύ σωστά τον απαιτεί— θεωρεί αυτονόητο ότι πρέπει να μπορεί να συντηρεί την οικογένειά του.
Όταν όμως η συζήτηση φτάσει στον ιερέα, ξαφνικά κάποιοι απαιτούν σχεδόν να ζει από τον αέρα. Γιατί; Επειδή διάλεξε να γίνει ιερέας; Τα παιδιά του έχουν μικρότερες ανάγκες από τα δικά μας παιδιά; Η οικογένειά του τρώει λιγότερο; Ο λογαριασμός του ρεύματος είναι φθηνότερος επειδή γράφει «πρεσβύτερος» μπροστά από το όνομά του; Και υπάρχει κάτι ακόμη που εύκολα ξεχνάμε όταν μιλάμε για την «εργασία» του ιερέα.
Πολλοί εργαζόμενοι έχουν ένα καθορισμένο ωράριο.
Πηγαίνουν στη δουλειά τους, εργάζονται τις ώρες που προβλέπονται και κάποια στιγμή σχολούν.
Και δικαίως.
Ο άνθρωπος χρειάζεται χρόνο για την οικογένειά του, για την ξεκούρασή του, για την προσωπική του ζωή.
Υπάρχουν βέβαια επαγγέλματα με βάρδιες, εφημερίες και έκτακτες κλήσεις, και κανείς δεν πρέπει να υποτιμά τον κόπο αυτών των ανθρώπων.
Όμως και ο ιερέας πολλές φορές δεν γνωρίζει τι σημαίνει πραγματικά «σχόλασα». Δεν υπάρχει πάντοτε ώρα.
Δεν υπάρχει πάντοτε Κυριακή.
Δεν υπάρχει πάντοτε αργία.
Δεν υπάρχει πάντοτε «θα το δούμε αύριο». Προσωπικά με έχουν πάρει τηλέφωνο στις έντεκα το βράδυ.
Με έχουν πάρει στις δύο και στις τρεις τα ξημερώματα. «Πάτερ, ελάτε στο νοσοκομείο». «Πάτερ, ο πατέρας μου πεθαίνει». «Πάτερ, ελάτε να τον κοινωνήσετε». «Πάτερ, χάσαμε το παιδί μας». Και σηκώνεσαι. Ντύνεσαι.
Παίρνεις τα Άγια και φεύγεις.
Δεν κοιτάζεις το ρολόι και δεν λες: «Το ωράριό μου τελείωσε». Δεν λες στον άνθρωπο που πεθαίνει: «Πάρε με αύριο στις εννέα που ανοίγει το γραφείο». Δεν λες στη μάνα που μόλις έχασε το παιδί της: «Σήμερα έχω ρεπό». Θα μου πει κάποιος: «Μα αυτή είναι η υποχρέωσή σου.
Γι' αυτό έγινες ιερέας». Ναι.
Είναι υποχρέωσή μου.
Και δεν παραπονιέμαι γι' αυτή.
Την επέλεξα και, Θεού θέλοντος, θα την υπηρετώ όσο έχω δύναμη.
Αλλά και ο γιατρός έχει υποχρεώσεις.
Και ο δάσκαλος έχει υποχρεώσεις.
Και ο αστυνομικός έχει υποχρεώσεις.
Και ο δημόσιος υπάλληλος έχει υποχρεώσεις.
Και ο ιδιωτικός υπάλληλος έχει υποχρεώσεις.
Κανείς όμως δεν σκέφτεται ότι, επειδή έχει υποχρέωση να κάνει σωστά τη δουλειά του, δεν πρέπει να πληρώνεται γι' αυτήν.
Και η ποιμαντική ανάγκη πολλές φορές δεν περιμένει το ωράριο.
Όταν χτυπήσει το τηλέφωνο στις τρεις τα ξημερώματα και στην άλλη άκρη υπάρχει ένας άνθρωπος που ξεψυχά, μπορεί να είναι η τελευταία φορά που αυτός ο άνθρωπος θα ζητήσει να κοινωνήσει.
Μπορεί να είναι η τελευταία εξομολόγηση.
Μπορεί να είναι η τελευταία προσευχή.
Μπορεί μια οικογένεια εκείνη ακριβώς τη στιγμή να χρειάζεται έναν άνθρωπο δίπλα της.
Και πας.
Όχι επειδή πληρώνεσαι γι' αυτή τη μία ώρα.
Πας επειδή είσαι ιερέας.
Γι' αυτό και η ιερωσύνη δεν μετριέται εύκολα με οκτάωρα και κάρτες εργασίας.
Και δεν τα γράφω αυτά για να παρουσιάσω τους ιερείς ως ήρωες.
Αυτή είναι η αποστολή μας.
Αυτήν επιλέξαμε.
Και αυτήν οφείλουμε να υπηρετούμε.
Αλλά τότε ας είμαστε τουλάχιστον δίκαιοι.
Δεν μπορείς από τη μία να μου λες: «Είναι υποχρέωσή σου να είσαι εκεί όποτε σε χρειαστώ» και από την άλλη: «Δεν πρέπει να πληρώνεσαι». Δεν γίνεται να απαιτείς από έναν άνθρωπο να είναι διαθέσιμος όταν βαπτίζεσαι, όταν παντρεύεσαι, όταν αρρωσταίνεις, όταν πονάς, όταν χάνεις τον άνθρωπό σου, ακόμη και όταν εσύ ο ίδιος βρίσκεσαι στις τελευταίες σου στιγμές — και ταυτόχρονα να θεωρείς σκανδαλώδες το γεγονός ότι αυτός ο άνθρωπος παίρνει έναν μισθό για να μπορεί να ζήσει.
Φυσικά και μπορούμε να συζητήσουμε ποιος πρέπει να πληρώνει τον κλήρο.
Αυτό είναι απολύτως θεμιτό πολιτικό και οικονομικό ερώτημα.
Μπορεί κάποιος να υποστηρίξει ότι πρέπει να αλλάξει το σημερινό σύστημα.
Μπορεί να προτείνει άλλο μοντέλο χρηματοδότησης.
Μπορούμε να συζητήσουμε αριθμούς, ιστορία, εκκλησιαστική περιουσία, φορολογία και σχέσεις Πολιτείας και Εκκλησίας.
Αλλά είναι εντελώς διαφορετικό να λες: «Δεν πρέπει να πληρώνονται οι ιερείς». Γιατί τότε η ερώτηση είναι αναπόφευκτη: Από τι ακριβώς θέλεις να ζήσουν; Αν ένας άνθρωπος εργάζεται, έχει υποχρεώσεις και προσφέρει συγκεκριμένη υπηρεσία στην κοινωνία, πρέπει με κάποιον τρόπο να μπορεί να ζήσει από αυτή.
Διαφορετικά δεν ζητάς απλώς «διαχωρισμό Εκκλησίας και Κράτους». Ζητάς από έναν άνθρωπο να προσφέρει εργασία χωρίς να έχει εξασφαλισμένα τα στοιχειώδη για την οικογένειά του.
Και αυτό δεν είναι προοδευτισμός.
Δεν είναι κοινωνική δικαιοσύνη.
Και σίγουρα δεν είναι ισότητα.
Δεν ζητώ προνόμιο για τον ιερέα.
Ζητώ ακριβώς το αντίθετο: να αντιμετωπίζεται ως άνθρωπος και εργαζόμενος με τις ίδιες καθημερινές ανάγκες που έχει κάθε οικογένεια.
Θέλεις να συζητήσουμε για τη μισθοδοσία των κληρικών; Με μεγάλη μου χαρά.
Να ανοίξουμε όμως ολόκληρο τον φάκελο.
Να βάλουμε πάνω στο τραπέζι τους νόμους.
Τις συμβάσεις.
Την εκκλησιαστική περιουσία που πέρασε στο κράτος.
Τις εισφορές που κατέβαλλαν επί δεκαετίες οι ναοί.
Τις υποχρεώσεις της Πολιτείας.
Και ύστερα να συζητήσουμε αν το σημερινό σύστημα είναι σωστό ή αν πρέπει να αλλάξει.
Αυτό λέγεται δημοκρατικός διάλογος.
Το «εγώ πληρώνω τους παπάδες, άρα θα τους βρίζω» δεν είναι επιχείρημα.
Είναι σύνθημα.
Ο ιερέας δεν ζητά ελεημοσύνη.
Δεν ζητά να ζήσει εις βάρος κανενός.
Δεν ζητά ειδική μεταχείριση επειδή φοράει ράσο.
Ζητά το αυτονόητο που ζητά κάθε εργαζόμενος: να μπορεί να ζήσει με αξιοπρέπεια, ώστε να μπορεί και να διακονεί με αξιοπρέπεια.
Και όταν στις τρεις τα ξημερώματα χτυπήσει το τηλέφωνο, δεν θα σε ρωτήσει πρώτα αν συμφωνείς με τη μισθοδοσία των κληρικών.
Θα σηκωθεί.
Θα πάρει το πετραχήλι του. Και θα έρθει. Γιατί ο μισθός μπορεί να έχει ωράριο. Η ιερωσύνη, όμως, δεν έχει.
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους