[451 Logo]
 Μόνο Top News & Social
 Επικαιρότητα
 Αθλητικά
 Οικονομία
 Ροή

«Μη μου λες πάλι ότι δεν φτάνουν τα λεφτά, Ελένη. Ο Νικόλας έστειλε πριν δέκα μέρες.» Γύρισε και με κοίταξε σαν να την είχα προσβάλει. «Δηλαδή με λες ψεύτρα; Θέλεις να σου δώσω και λογαριασμό...

Original Post

Πλήρες Κείμενο:

«Μη μου λες πάλι ότι δεν φτάνουν τα λεφτά, Ελένη. Ο Νικόλας έστειλε πριν δέκα μέρες.» Γύρισε και με κοίταξε σαν να την είχα προσβάλει. «Δηλαδή με λες ψεύτρα; Θέλεις να σου δώσω και λογαριασμό;» Εκείνη τη στιγμή κρατούσα στο χέρι μου έναν φάκελο που δεν έπρεπε ίσως να έχω ανοίξει.

Αλλά τον είδα πεταμένο μισό κάτω από τον καναπέ, μαζί με ειδοποιήσεις από κάρτες, καθυστερήσεις, κάτι δόσεις, κάτι απειλές για διακανονισμό.

Και ξαφνικά κατάλαβα γιατί κάθε μήνα το ίδιο πράγμα.

Γιατί πάντα «δεν έφταναν». Γιατί το παιδί ήθελε γάλα και πάνες, αλλά στο σπίτι έλειπαν βασικά πράγματα, ενώ ο γιος μου έλιωνε στη δουλειά στη Γερμανία για να μην τους λείψει τίποτα.

Είμαι η Σταυρούλα.

Ο γιος μου, ο Νικόλας, έφυγε πριν δύο χρόνια έξω για δουλειά.

Δύσκολη απόφαση.

Έκλαιγα όταν τον αποχαιρετούσα, αλλά μου έλεγε, «Μάνα, να σταθώ λίγο στα πόδια μου, να μεγαλώσει σωστά ο μικρός, και θα γυρίσω». Η γυναίκα του, η Ελένη, έμεινε εδώ με το παιδί τους, τον Μανώλη.

Εγώ ήμουν δίπλα όσο μπορούσα.

Φαγητό, βοήθεια, γιατροί, βόλτες το παιδί.

Ό,τι κάνει μια μάνα και μια γιαγιά.

Κάθε μήνα ο Νικόλας έστελνε χρήματα.

Όχι λίγα.

Μας το έλεγε κιόλας με ανακούφιση. «Να πληρωθεί το ρεύμα, το ενοίκιο, τα πράγματα του μικρού.

Και αν χρειαστεί κάτι η Ελένη, πες μου.» Κι εγώ τον καθησύχαζα. «Μην ανησυχείς, παιδί μου.

Εδώ είμαστε.» Μόνο που δεν ήμασταν όπως νόμιζα.

Στην αρχή έβλεπα μικρά πράγματα και τα κατάπινα. Η Ελένη έλεγε ότι χρωστούσαν στη λαϊκή, ότι ο παιδίατρος ζήτησε παραπάνω εξετάσεις, ότι ανέβηκε το σούπερ μάρκετ.

Λέω, ζωή είναι, όλα ακριβαίνουν.

Μετά άρχισε να μου ζητάει κι εμένα. «Σταυρούλα, έχεις να μου δώσεις σαράντα ευρώ μέχρι αύριο;» «Γιατί, παιδί μου;» «Για το φαρμακείο του μικρού.» Της τα έδινα.

Μια άλλη φορά, πενήντα για το ρεύμα.

Μετά εβδομήντα για πάνες.

Εγώ με τη μικρή μου σύνταξη, να κόβω από τα δικά μου.

Και πάλι δεν είπα τίποτα.

Έβλεπα το παιδί και μαλάκωνα.

Όμως ο μικρός άρχισε να λέει πράγματα χωρίς να καταλαβαίνει. «Γιαγιά, η μαμά πάλι έκλαιγε για την κυρία που παίρνει τηλέφωνο.» «Ποια κυρία, αγάπη μου;» «Αυτή που λέει να βάλει λεφτά στην τράπεζα.» Μου καρφώθηκε.

Μετά, ένα απόγευμα, η Ελένη πήγε να πάρει τον μικρό από μένα και ξέχασε την τσάντα της.

Χτυπούσε το κινητό της συνέχεια.

Στην οθόνη έγραφε «Διακανονισμός κάρτας». Δεν το σήκωσα.

Δεν είμαι τέτοιος άνθρωπος.

Αλλά κάτι μέσα μου άρχισε να φωνάζει.

Και ήρθε εκείνη η μέρα με τον φάκελο.

Όταν της είπα τι βρήκα, άσπρισε.

Στην αρχή θύμωσε.

Μετά έβαλε τα κλάματα.

Μετά πάλι θύμωσε. «Ναι, τα πήρα! Και λοιπόν; Είχα χρέη από πριν παντρευτούμε.

Τι ήθελες να κάνω; Να με κυνηγάνε; Να με ρεζιλεύουν;» Έμεινα να την κοιτάω. «Και το παιδί; Και ο Νικόλας; Του έλεγες ότι δεν φτάνουν για το σπίτι, ενώ εσύ πλήρωνες κάρτες;» «Δεν καταλαβαίνεις!» φώναξε. «Ήμουν μόνη μου εδώ. Μόνη.

Εκείνος έξω, εσύ όλο να με ελέγχεις, κι εγώ να πνίγομαι.» Δεν ξέρω αν εκείνη τη στιγμή πόνεσα περισσότερο για τα λεφτά ή για το ψέμα.

Νομίζω για το ψέμα.

Γιατί αν μου έλεγε την αλήθεια από την αρχή, θα βρίσκαμε έναν τρόπο.

Ο γιος μου δεν είναι πέτρα.

Εγώ δεν είμαι ξένη.

Αλλά μας κοίταζε στα μάτια και μας έπαιζε θέατρο μήνες.

Το βράδυ πήρα τον Νικόλα τηλέφωνο. Δεν ήξερα πώς να το πω. 👇 Η συνέχεια της ιστορίας σε περιμένει στα σχόλια 👇

Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους


Όροι Χρήσης - Επικοινωνία
Update cookies preferences