Είδα τι έγινε τις τελευταίες μέρες με τη συζήτηση για το ντύσιμο στα σχολεία και ομολογώ πως με πείραξε. Βγήκαν γονείς, μανάδες κυρίως, να πουν πως κάθε παιδί έχει δικαίωμα να ντύνεται όπως θέλει...
Είδα τι έγινε τις τελευταίες μέρες με τη συζήτηση για το ντύσιμο στα σχολεία και ομολογώ πως με πείραξε.
Βγήκαν γονείς, μανάδες κυρίως, να πουν πως κάθε παιδί έχει δικαίωμα να ντύνεται όπως θέλει, πως είναι έκφραση της προσωπικότητάς του, πως εμείς οι μεγάλοι δεν έχουμε δικαίωμα να επιβάλλουμε τίποτα.
Και σκέφτομαι, καλά, πού φτάσαμε; Ένα παιδί δεν έχει την ωριμότητα να αποφασίσει μόνο του για πολλά πράγματα.
Ούτε για το φαγητό του, ούτε για την ώρα ύπνου του, ούτε για το πόσες ώρες θα κάτσει μπροστά σε μια οθόνη, και σίγουρα όχι για το πώς θα παρουσιαστεί σε έναν δημόσιο χώρο σαν το σχολείο.
Ο εγκέφαλός του δεν έχει ολοκληρώσει την ανάπτυξή του, δεν έχει κρίση, δεν έχει τα εργαλεία να ζυγίσει συνέπειες.
Γι' αυτό υπάρχουμε εμείς.
Οι γονείς δεν είμαστε φίλοι των παιδιών μας.
Είμαστε αυτοί που βάζουν όρια όταν το παιδί δεν μπορεί ακόμα να τα βάλει μόνο του.
Και δεν μιλάω μόνο για ρούχα.
Μιλάω για μια ολόκληρη κουλτούρα που έχει απλωθεί τα τελευταία χρόνια, αυτό το soft parenting που λατρεύει να εξηγεί αντί να λέει όχι, που φοβάται μην τραυματίσει την αυτοεκτίμηση του παιδιού και στο τέλος δεν του χτίζει καμία.
Έχουμε μπερδέψει την αγάπη με την απουσία κανόνων.
Νομίζουμε πως αν πούμε όχι θα πληγώσουμε το παιδί, ενώ στην πραγματικότητα το πληγώνουμε πολύ περισσότερο αφήνοντάς το χωρίς πλαίσιο, χωρίς φραγμούς, χωρίς κανέναν να του πει πού σταματάει η ελευθερία του και πού αρχίζει η ευθύνη του.
Και μετά απορούμε.
Απορούμε γιατί μεγαλώνουμε παιδιά που δεν αντέχουν μια απόρριψη, που θεωρούν πως τους αξίζουν όλα χωρίς κόπο, που δεν ξέρουν να πουν συγγνώμη γιατί κανείς δεν τους ζήτησε ποτέ να το κάνουν.
Δεν είναι τυχαίο.
Είναι το αποτέλεσμα μιας γενιάς γονιών που μπερδεύτηκε ανάμεσα στο να σέβεται το παιδί του και στο να το αφήνει χωρίς κανόνες.
Δεν είναι το ίδιο πράγμα.
Ο σεβασμός στο παιδί δεν σημαίνει μηδενική καθοδήγηση.
Σημαίνει να το μεγαλώνεις με αγάπη και ταυτόχρονα με σαφή όρια, γιατί αυτά τα όρια είναι που θα το κρατήσουν όρθιο όταν δεν θα είσαι εκεί να το προστατέψεις.
Δεν ντρέπομαι να πω πως πιστεύω στην πειθαρχία.
Πως πιστεύω πως κάποια πράγματα δεν είναι διαπραγματεύσιμα, το ντύσιμο σε έναν δημόσιο χώρο μάθησης είναι ένα από αυτά.
Δεν είναι καταπίεση να πεις σε ένα παιδί τι είναι κατάλληλο.
Είναι ανατροφή.
Και κάτι ακόμα, γιατί βγήκαν κι άλλες φωνές να διαμαρτυρηθούν όταν ειπώθηκε πως το ντύσιμο, ειδικά των κοριτσιών, μπορεί να προκαλέσει.
Ξεσηκώθηκαν να πουν πως δεν φταίει ποτέ το θύμα, πως φταίει μόνο ο βιαστής.
Και σε αυτό συμφωνώ απόλυτα, η ευθύνη μιας επίθεσης είναι πάντα και αποκλειστικά του δράστη, ποτέ του θύματος.
Αλλά ένα πράγμα δεν σημαίνει αυτόματα το άλλο.
Αν σου πουν πως σε μια περιοχή υπάρχουν κλέφτες αυτοκινήτων, θα αφήσεις το αυτοκίνητό σου ξεκλείδωτο; Μάλλον όχι.
Και αν κάποιος στο κλέψει, φυσικά και φταίει αποκλειστικά ο κλέφτης.
Αλλά το ότι φταίει εκείνος δεν σημαίνει πως εσύ δεν είχες λόγο να προστατευτείς.
Δεν είναι αντίφαση να λες και τα δύο μαζί, ο δράστης είναι ο μόνος υπεύθυνος για την πράξη του, και ταυτόχρονα εγώ έχω δικαίωμα και ίσως και ευθύνη να μειώσω τον κίνδυνο που τρέχω.
Αυτό γίνεται ακόμα πιο ξεκάθαρο όταν μιλάμε για παιδιά.
Ένα κορίτσι δεν έχει την ίδια κρίση, την ίδια εμπειρία, την ίδια αντίληψη κινδύνου με μια ενήλικη γυναίκα.
Μια γυναίκα έχει δική της σκέψη, δικές της επιλογές, και είναι απόλυτα δικαίωμά της να ντύνεται όπως θέλει, χωρίς κανείς να έχει λόγο να τη σχολιάσει.
Ένα παιδί όμως δεν είναι μικρογραφία ενήλικης.
Είναι κάποιος που εμείς οι γονείς έχουμε χρέος να προστατέψουμε, ακόμα και ενάντια στη δική του κρίση, γιατί ακριβώς αυτή η κρίση δεν έχει ακόμα ωριμάσει.
Δεν μιλάμε λοιπόν για ενοχοποίηση κανενός θύματος.
Μιλάμε για το τι σημαίνει να είσαι γονιός.
Και το να προστατεύεις ένα παιδί, ακόμα κι όταν αυτό διαφωνεί, δεν είναι καταπίεση. Είναι το ελάχιστο που του χρωστάς. Και τώρα μπορείτε να πέσετε να με φάτε... Jenny Giannopoulou
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους