[451 Logo]
 Μόνο Top News & Social
 Επικαιρότητα
 Αθλητικά
 Οικονομία
 Ροή

"Ο όχλος δεν θέλει να καταλάβει, απλά να τελειώνουμε" ΠΡΟΕΙΔΟΠΟΙΗΣΗ ΠΡΙΝ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΝΑΓΝΩΣΗ "Το παρόν κείμενο περιέχει παραγράφους μεγαλύτερες από δύο σειρές, σύνθετες σκέψεις, αμφιβολίες, αποχρώσεις...

Original Post

Πλήρες Κείμενο:

"Ο όχλος δεν θέλει να καταλάβει, απλά να τελειώνουμε" ΠΡΟΕΙΔΟΠΟΙΗΣΗ ΠΡΙΝ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΝΑΓΝΩΣΗ "Το παρόν κείμενο περιέχει παραγράφους μεγαλύτερες από δύο σειρές, σύνθετες σκέψεις, αμφιβολίες, αποχρώσεις και επιχειρήματα που δεν χωρούν σε σύνθημα.

Ενδέχεται να προκαλέσει κόπωση σε όσους έχουν συνηθίσει να διαμορφώνουν άποψη από τίτλους, reels και τέσσερις λέξεις με κεφαλαία.

Αν σκοπεύετε να σχολιάσετε χωρίς να το διαβάσετε, συνιστάται να παραλείψετε απευθείας και την ανάγνωση και το σχόλιο.

Η κατανόηση κειμένου δεν υποκαθίσταται από θυμό, emojis ή πολλά θαυμαστικά.

Επομένως, διαβάστε υπεύθυνα.

Η σκέψη ενδέχεται να έχει προσωπικό κόστος". Τις τελευταίες ημέρες παρατηρώ ξανά ένα φαινόμενο που, αν το σκεφτεί κανείς λίγο βαθύτερα, δεν έχει καμία σχέση ούτε με τα κοινωνικά δίκτυα ούτε με την εποχή μας.

Γράφεις ένα κείμενο για ένα σύνθετο ζήτημα όπου προσπαθείς να ξεχωρίσεις τι γνωρίζουμε από τι υποθέτουμε, την αιτία από το αποτέλεσμα, την αμέλεια από τον δόλο, το πιθανό από το αποδεδειγμένο, εξηγείς ότι μπορεί να υπάρχουν ταυτόχρονα περισσότερες από μία αιτίες, περισσότερα από ένα λάθη και περισσότερες από μία ευθύνες και εμφανίζεται κάποιος να γράφει σε σχόλιο "ΚΟΥΡΑΖΕΙΣ'. Ένας δεύτερος "ποιος θα διαβάσει όλο αυτό το κατεβατό;", ένας τρίτος, που επίσης δεν το διάβασε πως "ξεπλένεις τους δολοφόνους" και κάπου εκεί αντιλαμβάνεσαι ότι το πρόβλημα δεν είναι πως διαφωνούν μαζί σου, μακάρι να διαφωνούσαν διότι η διαφωνία προϋποθέτει ότι πρώτα κατάλαβες τι είπε ο άλλος.

Το πρόβλημα είναι ότι ένα μέρος του κόσμου δεν διαβάζει πλέον για να καταλάβει αλλά μέχρι να συναντήσει τη βολική για τον ίδιο λέξη που θα του επιτρέψει να αντιδράσει και τότε σταματά.

Δεν ψάχνει πληροφορία αλλά τη σκανδάλη.

Κάποτε έλεγα ότι έχουμε πρόβλημα αναγνωστικής ικανότητας, πλέον δεν είμαι βέβαιος ότι αυτή είναι η σωστή περιγραφή.

Νομίζω ότι είμαστε αντιμέτωποι με κάτι βαθύτερο, με το πρόβλημα ανοχής στην πολυπλοκότητα.

Ο άνθρωπος αγαπάει τις καθαρές ιστορίες, καλός και κακός, θύμα και θύτης, ήρωας και προδότης.

Ένα γεγονός, μία αιτία, ένας υπεύθυνος και κυρίως ένα τέλος, ένα τέλος που να μπορεί να χωρέσει σε τέσσερις σειρές και, αν γίνεται, σε μία φωτογραφία με μεγάλα γράμματα.

Η πραγματικότητα όμως έχει ένα σοβαρό ελάττωμα, δεν είναι υποχρεωμένη να είναι απλή.

Ένας άνθρωπος μπορεί να έχει ήδη ένα πρόβλημα και κάποιος άλλος να κάνει αργότερα ένα σοβαρό λάθος.

Μια ιατρική πράξη μπορεί να μην αποτελεί την αρχική αιτία μιας κατάρρευσης αλλά να την επιδεινώνει.

Κάποιος μπορεί να μην είχε ανθρωποκτόνο πρόθεση και παρ' όλα αυτά να έχει τεράστια ευθύνη.

Μπορεί να μην υπήρξε μία λάθος απόφαση αλλά πέντε μικρότερες αποφάσεις οι οποίες, στοιβαγμένες στη σειρά, δημιούργησαν την καταστροφή και αυτή η τελευταία περίπτωση είναι μάλιστα εξαιρετικά συνηθισμένη στη ζωή αλλά δεν μας αρέσει διότι δεν μας δίνει τον κακό της ταινίας και έτσι αρχίζουμε να τον κατασκευάζουμε.

Υπάρχει ένα σημείο στην ανθρώπινη σκέψη όπου η ανάγκη για εξήγηση μετατρέπεται σε ανάγκη για βεβαιότητα όμως και οι δύο αυτές έννοιες δεν είναι το ίδιο πράγμα.

Ο άνθρωπος που θέλει εξήγηση ρωτά "τι συνέβη;" ενώ ο άνθρωπος που θέλει βεβαιότητα ρωτά "ποιος φταίει;". Προσέξτε τη διαφορά, στην πρώτη περίπτωση αφήνει ακόμη ανοιχτό το αποτέλεσμα ενώ στη δεύτερη έχει ήδη αποφασίσει ότι κάπου υπάρχει ένας φταίχτης και το μόνο που απομένει είναι να του δώσει όνομα.

Κάπως έτσι δημιουργούνται οι βεβαιότητες των πρώτων ωρών, έπεσε ένα αεροπλάνο; "Το έριξαν". Πέθανε κάποιος κατά τη διάρκεια μιας θεραπείας; "Τον σκότωσε η θεραπεία". Έγινε ένα έγκλημα; "Ξέρουμε ποιος το έκανε". Ξέσπασε μια οικονομική κρίση; "Φταίει αυτός". Προέκυψε μια επιδημία; "Κάποιος την έφτιαξε". Αν τολμήσεις να πεις "περίμενε να δούμε τα πραγματικά και όχι τα νοθευμένα στοιχεία", υπάρχει σοβαρή πιθανότητα να θεωρηθείς μέρος της συγκάλυψης.

Το "δεν γνωρίζω ακόμη" έχει μετατραπεί σχεδόν σε ύποπτη φράση και όμως, στην επιστήμη είναι από τις εντιμότερες φράσεις που υπάρχουν διότι η επιστήμη αρχίζει πολλές φορές εκεί ακριβώς όπου ο όχλος βαριέται, στο "δεν ξέρω ακόμη" και ας μην ξεχνάμε πως ο όχλος είναι πολύ παλαιότερος από τα κοινωνικά δίκτυα.

Αυτό το πράγμα το κάναμε πολύ πριν αποκτήσουμε κινητά τηλέφωνα.

Παραδείγματα άπειρα, ας δούμε μερικά μόνο.

Στις δίκες μαγισσών του Σάλεμ, τον 17ο αιώνα, μια κοινωνία φόβου, θρησκευτικής έντασης, φημών και αλληλοκατηγοριών κατάφερε να μετατρέψει έωλους ισχυρισμούς και ανυπόστατες υποψίες σε κοινωνική βεβαιότητα.

Στην υπόθεση Ντρέιφους, στα τέλη του 19ου αιώνα, ένα ολόκληρο έθνος διχάστηκε γύρω από την ενοχή ενός ανθρώπου, ενώ οι προκαταλήψεις, η πολιτική ταυτότητα και το θεσμικό κύρος επηρέαζαν την πρόσληψη των ίδιων των στοιχείων.

Στην εποχή του Μακαρθισμού, η υποψία και μόνο ότι κάποιος συνδεόταν με τον "λάθος" πολιτικό χώρο μπορούσε να μετατραπεί σε κοινωνικό στίγμα πριν εξεταστεί σοβαρά τι πραγματικά είχε κάνει.

Οι εποχές αλλάζουν, τα πρόσωπα αλλάζουν μα το βασικό ανθρώπινο λογισμικό αλλάζει πολύ πιο αργά.

Φόβος, ομάδα, βεβαιότητα, εχθρός, τιμωρία και συνήθως κάπου στη μέση αυτής της ακολουθίας υπάρχει κάποιος ενοχλητικός τύπος που λέει "μισό λεπτό, είμαστε σίγουροι;", ε αυτός σχεδόν ποτέ δεν είναι δημοφιλής. Γιατί; Διότι χαλάει την βολική επιφανειακή ιστορία.

Ο όχλος δεν είναι απαραίτητα χαμηλής μόρφωσης και αυτό είναι σημαντικό ως προς τη διάκριση του.

Μπορούν να λειτουργήσουν ως όχλος γιατροί, δικηγόροι, καθηγητές πανεπιστημίου, εργάτες, επιχειρηματίες, δημοσιογράφοι, άνθρωποι με τρία πτυχία και άνθρωποι χωρίς κανένα.

Ο όχλος δεν αποτελεί κοινωνική τάξη αλλά κατάσταση λειτουργίας του ανθρώπου και συμβαίνει όταν η ταυτότητα της ομάδας αρχίζει να γίνεται σημαντικότερη από την ακρίβεια του γεγονότος.

Από ένα σημείο και μετά δεν εξετάζουμε πλέον αν μια πληροφορία είναι αληθινή αλλά αν βοηθάει τη δική μας πλευρά.

Αν βοηθάει, την κοινοποιούμε, αν ενοχλεί, την αμφισβητούμε, αν την πει ένας δικός μας, είναι αποκάλυψη, αν την πει ένας άλλος, είναι προπαγάνδα.

Έτσι σταματά η έρευνα και αρχίζει η τυφλή πίστη και εδώ βρίσκεται το φοβερό στοιχείο, οι περισσότεροι άνθρωποι που συμμετέχουν σε έναν όχλο δεν πιστεύουν ότι αποτελούν όχλο, πιστεύουν ότι είναι οι λίγοι που ξύπνησαν.

Σχεδόν όλοι δηλώνουμε ότι έχουμε διδαχθεί από την Ιστορία και λέμε τη φράση "ποτέ ξανά", "δεν πρέπει να διχάζεται ο κόσμος", "δεν πρέπει να καταδικάζουμε ανθρώπους χωρίς αποδείξεις", "πρέπει να ακούμε όλες τις πλευρές", "πρέπει να σεβόμαστε τον διαφορετικό". Υπέροχα, συγκινήθηκα! Δεν κοστίζουν όμως τίποτα όταν τα λέμε εβδομήντα χρόνια μετά από ένα ιστορικό συμβάν διχασμού διότι η πραγματική δοκιμασία δεν είναι να αναγνωρίζεις την αδικία όταν βρίσκεται μέσα σε ένα βιβλίο Ιστορίας αλλά να αναγνωρίζεις τον μηχανισμό της αδικίας όταν συμμετέχεις ο ίδιος σε αυτόν.

Είναι πανεύκολο σήμερα να δηλώνεις πόσο παράλογοι ήταν οι άνθρωποι που κάποτε παρασύρθηκαν από μια μαζική υστερία, το δύσκολο είναι, όταν ο δικός σου κοινωνικός περίγυρος ουρλιάζει ένα σύνθημα, να πεις "για περιμένετε λίγο". Τότε υπάρχει κόστος, μπορεί να σε πουν προδότη, να σε πουν πληρωμένο, να σε πουν πλυντήριο, να πουν ότι υπερασπίζεσαι τους κακούς, να χάσεις φίλους είτε απλώς να μη μαζέψεις τόσα likes.

Και κάπου εδώ βρίσκεται όλη η διαφορά ανάμεσα στην ηθική ως στάση ζωής και στην ηθική ως δημόσιο αξεσουάρ.

Είναι πολύ εύκολο να υπερασπίζεσαι μια αρχή όταν δεν πληρώνεις τίποτα γι' αυτή και η ανθρωπότητα λατρεύει τα μαθήματα που δεν απαιτούν αλλαγή.

Αυτό ίσως είναι το μεγαλύτερο πρόβλημα.

Μετά από κάθε καταστροφή βγάζουμε συμπεράσματα, μετά από κάθε σκάνδαλο φωνάζουμε "ποτέ ξανά", μετά από κάθε θεσμική αποτυχία ζητάμε αλλαγές και λίγο αργότερα επαναλαμβάνουμε την ίδια διαδικασία με διαφορετικά ονόματα. Γιατί; Διότι πολλές φορές δεν μάθαμε το μάθημα παρά μόνο απομνημονεύσαμε το σύνθημα και ξεχνάμε ότι η πραγματική μάθηση πονάει.

Πονάει τόσο βαθιά διότι σημαίνει "μήπως και εγώ παρασύρθηκα;", "μήπως κοινοποίησα κάτι χωρίς να το ελέγξω;", "μήπως χαρακτήρισα έναν άνθρωπο χωρίς στοιχεία;", "μήπως η παράταξή μου, η ομάδα μου, η ιδεολογία μου ή ο αγαπημένος μου δημοσιογράφος είπε βλακεία;", "μήπως πρέπει να αλλάξω γνώμη;". Εκεί αρχίζει το προσωπικό κόστος και εκεί πολλοί κατεβαίνουν από το λεωφορείο διότι είναι πολύ πιο άνετο να απαιτείς να αλλάξει η κοινωνία από το να αλλάξεις εσύ τον τρόπο με τον οποίο επεξεργάζεσαι την πληροφορία.

Μετά φτάνουμε στον πνευματικά οκνηρό αναγνώστη, αχ, αυτο το φαινόμενο το παρατηρώ εδώ και χρόνια και τελευταία έχει γίνει σχεδόν κωμικό.

Γράφεις ένα απαιτητικό κείμενο χωρίς σαδιστική διάθεση να βασανίσεις τον κόσμο αλλά επειδή το θέμα έχει δέκα παραμέτρους και, αν αφαιρέσεις τις οκτώ, θα λες ανοησίες και εμφανίζεται η μεγάλη σύγχρονη κριτική σε σχόλιο του τύπου "σεντόνι". Εντάξει, και; Από πότε το μήκος ενός κειμένου αποτελεί αντεπιχείρημα; Ένα κείμενο μπορεί να είναι μεγάλο και ανόητο, μπορεί να είναι μικρό και εξαιρετικό και το αντίστροφο.

Η πολυλογία δεν είναι αρετή αλλά ούτε η αδυναμία να συγκεντρωθείς για έξι λεπτά σε ένα κείμενο αποτελεί πνευματικό παράσημο.

Υπάρχει μάλιστα μια πολύ περίεργη μορφή υπερηφάνειας γύρω από ένα άλλο σχόλιο όπως το "δεν πρόκειται να κάτσω να διαβάσω όλο αυτό". Συγχαρητήρια, και γιατί αισθάνεσαι υποχρεωμένος να μας το ανακοινώσεις; Εγώ δεν μπαίνω κάτω από μια εργασία κβαντικής φυσικής να γράψω "δεν την κατάλαβα, άρα είναι κακή". Η πιο παράλογη όμως εκδοχή είναι άλλη και παρουσιάζεται με το σχόλιο του τύπου "δεν διάβασα το κατεβατό, αλλά αυτά που λες είναι ανοησίες". Εδώ έχουμε επιτύχει κάτι σχεδόν μεταφυσικό, κριτική κειμένου χωρίς ανάγνωση του κειμένου και το βλέπεις συνεχώς μπροστά σου να παρουσιάζεται, "δεν το διάβασα όλο αλλά". Όχι, δεν υπάρχει "αλλά", αν δεν το διάβασες, μπορείς απολύτως δικαιολογημένα να πεις "δεν έχω άποψη" και αυτό δεν είναι ντροπή.

Η ντροπή αρχίζει όταν η άγνοια αποκτά αυτοπεποίθηση.

Έχουμε συνηθίσει να θεωρούμε φυσικό ότι το σώμα χρειάζεται προσπάθεια για να δυναμώσει.

Αν κάποιος σου πει ότι θέλει να τρέξει μαραθώνιο αλλά αρνείται να περπατήσει περισσότερο από διακόσια μέτρα επειδή "κουράζεται", θα γελάσεις, όμως για κάποιον περίεργο λόγο πιστεύουμε ότι ο εγκέφαλος οφείλει να κατανοεί τα πάντα χωρίς κόπο.

Δεν λειτουργεί έτσι, υπάρχουν ιδέες που απαιτούν να γυρίσεις πίσω δύο παραγράφους, υπάρχουν επιχειρήματα που θέλουν δέκα λεπτά νοητικής ανάλυσης και επεξεργασίας, υπάρχουν βιβλία που θέλουν μήνες, υπάρχουν επιστημονικά ζητήματα που θέλουν χρόνια και υπάρχουν ερωτήματα στα οποία, στο τέλος όλων αυτών, η απάντηση παραμένει μία, "δεν ξέρουμε". Αυτό δεν είναι αποτυχία του ανθρώπινου πνεύματος μα ένδειξη ότι το ανθρώπινο πνεύμα έχει καταλάβει τα όριά του.

Η πνευματική οκνηρία, αντίθετα, απαιτεί από την πραγματικότητα να προσαρμοστεί στο attention span της με φράσεις κλισέ όπως "πες μου σε δύο γραμμές". Μερικές φορές γίνεται, μερικές φορές όμως, αν σου το πω σε δύο γραμμές, θα σου πω ψέματα.

Η οικονομία της προσοχής έχει ένα απλό πρόβλημα, η ακρίβεια είναι συχνά βαρετή, η οργή δεν είναι.

Ένα τίτλος όπως "τα πράγματα είναι περίπλοκα και χρειαζόμαστε περισσότερα στοιχεία" δεν είναι ελκυστικός ενώ τίτλος όπως "ΣΟΚ! ΑΠΟΚΑΛΥΨΗ! ΤΟΝ ΑΦΗΣΑΝ ΝΕΚΡΟ 90 ΛΕΠΤΑ!" είναι πολύ καλύτερος διότι παράγει κλικ, παράγει σχόλια, παράγει καβγά, παράγει κοινοποιήσεις και κυρίως παράγει αυτό το μικρό, γρήγορο συναίσθημα που κάνει τον άνθρωπο να θέλει άλλο ένα συναίσθημα οργής, έκπληξης, φόβου, αγανάκτησης.

Έτσι η δημόσια συζήτηση αρχίζει σιγά σιγά να μην επιλέγει την πιο ακριβή πληροφορία αλλά την πληροφορία με τη μεγαλύτερη συναισθηματική απόδοση και όταν αυτό επαναλαμβάνεται χιλιάδες φορές την ημέρα, εκπαιδεύει και τον αναγνώστη να μην θέλει πλέον απλώς πληροφορία αλλά πληροφορία που θα τον κάνει να νιώσει κάτι αμέσως.

Ο σύγχρονος άνθρωπος μπορεί μέσα σε τριάντα δευτερόλεπτα να εξοργιστεί για έναν άγνωστο άνθρωπο στην άλλη άκρη του κόσμου, να απαιτήσει δικαιοσύνη, να χαρακτηρίσει δέκα ανθρώπους εγκληματίες, να πατήσει ένα θυμωμένο emoji και μετά να συνεχίσει να βλέπει βίντεο με γάτες.

Αυτό δεν είναι απαραίτητα ενσυναίσθηση αλλά μερικές φορές είναι κατανάλωση ηθικού συναισθήματος.

Παίρνεις για λίγα δευτερόλεπτα την ικανοποίηση ότι στάθηκες "στη σωστή πλευρά" ψωρίς να χρειαστεί να ερευνήσεις, να αμφιβάλλεις, να ρισκάρεις τίποτα.

Πάτησες ένα κουμπί και για λίγο αισθάνθηκες δίκαιος και εκεί βρίσκεται ίσως και η μεγαλύτερη παγίδα.

Οι άνθρωποι δεν επαναλαμβάνουν πάντοτε τα λάθη του παρελθόντος επειδή δεν γνωρίζουν την Ιστορία, κάποιες φορές τη γνωρίζουν άριστα αλλά έμαθαν τα ονόματα κάθε παρελθοντικού συμβάντος χωρίς να μελετήσουν και να κατανοησουν τους μηχανισμούς.

Έμαθαν ποιος ήταν ο κακός μα δεν έμαθαν πώς άνθρωποι σαν και αυτούς έφτασαν να τον ακολουθούν.

Έμαθαν ποιο ήταν το θύμα μα δεν έμαθαν πώς δημιουργείται ένας αποδιοπομπαίος τράγος.

Έμαθαν ότι υπήρξε προπαγάνδα μα δεν έμαθαν πώς φουντώνει η προπαγάνδα όταν συμφωνείς μαζί της.

Έμαθαν ότι παλιά οι κοινωνίες λογοκρίνανε μα δεν έμαθαν πόσο εύκολο είναι να ζητήσεις λογοκρισία όταν είσαι βέβαιος ότι ο άλλος είναι επικίνδυνος.

Έμαθαν ότι ο όχλος έκανε εγκλήματα μα δεν έμαθαν να αναγνωρίζουν τον εαυτό τους όταν βρίσκονται μέσα στον όχλο και έτσι η Ιστορία επιστρέφει με άλλα πρόσωπα, με άλλες σημαίες, με άλλα συνθήματα μα με τον ίδιο μηχανισμό.

Για αυτό το λόγο χρειάζονται τα δύσκολα κείμενα, δεν κάνουν κάποιον εξυπνότερο αλλά επειδή υπάρχουν θέματα που δεν πρέπει να απλοποιηθούν περισσότερο από όσο αντέχει η αλήθεια.

Μερικές φορές η ευθύνη εκείνου που γράφει δεν είναι να κάνει τα πάντα εύκολα αλλά να αρνηθεί να τα κάνει ψεύτικα για να γίνουν εύκολα και η ευθύνη εκείνου που διαβάζει δεν είναι να συμφωνήσει αλλά κάτι πολύ πιο στοιχειώδες, να κάνει τον κόπο να καταλάβει πριν αποφασίσει ότι διαφωνεί.

Δεν χρειάζεται να διαβάσει κανείς κάθε κείμενο που βρίσκει μπροστά του, εξάλλου ο χρόνος όλων μας είναι περιορισμένος.

Μπορείς να πεις "δεν με ενδιαφέρει", "δεν έχω χρόνο", "δεν γνωρίζω το αντικείμενο". Όλες είναι τίμιες απαντήσεις αλλά υπάρχει όμως μία απάντηση που δεν είναι τίμια, "δεν το διάβασα, αλλά έχω άποψη για αυτά που γράφει", να με συγχωρείτε αλλά εκεί δεν έχουμε δημοκρατία γνώμης αλλά δημοκρατία θορύβου και ο θόρυβος έχει ένα τεράστιο πλεονέκτημα απέναντι στη σκέψη, παράγεται πολύ γρηγορότερα από τη σκέψη που θέλει χρόνο, αμφιβολία και μερικές φορές να καταπιείς την πρώτη σου αντίδραση.

Θέλει να επιτρέψεις στο ενδεχόμενο ότι μπορεί να κάνεις λάθος να καθίσει για λίγο απέναντί σου και, κυρίως, θέλει κάτι εξαιρετικά αντιδημοφιλές, πνευματικό κόπο.

Δεν ξέρω αν ως κοινωνία γινόμαστε λιγότερο έξυπνοι, δεν θα έκανα τόσο εύκολα αυτή τη διάγνωση.

Φοβάμαι όμως ότι γινόμαστε λιγότερο πρόθυμοι να χρησιμοποιήσουμε για ώρα την εξυπνάδα που ήδη έχουμε και αυτό μπορεί τελικά να είναι χειρότερο διότι ο ανίδεος που γνωρίζει ότι δεν ξέρει μπορεί να μάθει ενώ ο άνθρωπος που δεν διάβασε, δεν έψαξε, δεν αμφέβαλε ούτε για ένα λεπτό αλλά είναι απολύτως βέβαιος ότι γνωρίζει, είναι πολύ δυσκολότερη περίπτωση.

Έτσι επιστρέφω στην αρχή.

Δεν με φοβίζει ιδιαίτερα ένας άνθρωπος που θα διαφωνήσει μαζί μου αφού διαβάσει δεκαπέντε σελίδες, με αυτόν μπορείς να συζητήσεις, μπορεί μάλιστα στο τέλος να σε κάνει να αλλάξεις γνώμη.

Με φοβίζει περισσότερο εκείνος που διάβασε δεκαπέντε λέξεις, κατάλαβε τις έξι, παρεξήγησε τις τέσσερις και στις υπόλοιπες πέντε έχτισε μια ακλόνητη κοσμοθεωρία.

Αυτός δεν ζητά συζήτηση αλλά επιβεβαίωση και όταν πολλοί άνθρωποι αρχίζουν να ζητούν ταυτόχρονα επιβεβαίωση αντί για την αλήθεια, τότε γεννιέται αυτό που διαχρονικά ονομάζουμε όχλο.

Ο όχλος δεν θέλει να καταλάβει αλλά να τελειώνουμε, να βρούμε τον ένοχο, να φωνάξουμε το σύνθημα, να αισθανθούμε καλοί και αύριο να κάνουμε ακριβώς το ίδιο λάθος που σήμερα καταδικάζουμε στους ανθρώπους του χθες.

Ο άνθρωπος δεν επαναλαμβάνει πάντα την Ιστορία επειδή την ξέχασε, πολλές φορές την επαναλαμβάνει επειδή από αυτήν έμαθε μόνο όσα δεν του κόστιζαν τίποτα. Δημήτρης Ποντίκας (απλά ένας άνθρωπος)

Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους


Όροι Χρήσης - Επικοινωνία
Update cookies preferences