Η ίδρυση του αλβανικού κράτους το 1912 κρύβει πολλά άγνωστα στοιχεία. Λίγο πολύ είναι γνωστή η διάθεση των Ιταλών και των Αυστριακών (Αυστροουγγρικής Αυτοκρατορίας) να εμποδίσουν την εδαφική επέκταση...
Η ίδρυση του αλβανικού κράτους το 1912 κρύβει πολλά άγνωστα στοιχεία.
Λίγο πολύ είναι γνωστή η διάθεση των Ιταλών και των Αυστριακών (Αυστροουγγρικής Αυτοκρατορίας) να εμποδίσουν την εδαφική επέκταση της Ελλάδας και της Σερβίας.
Ιταλικά τηλεγραφήματα του 1914 αποκαλύπτουν τη δόλια στάση των Ιταλών.
Να επισημάνουμε απλά ότι το ιταλικό ενδιαφέρον για την Αλβανία δεν προέκυψε ξαφνικά το 1910.
Χρονολογείται από τη δεκαετία του 1860 Αρχικά, οι Αλβανοί εξεγέρθηκαν και διακήρυξαν την πρόθεσή τους να διαφυλάξουν την εδαφική ακεραιότητα και την «ελευθερία» των περιοχών τους.
Μπροστά όμως στον φόβο της ταχείας προέλασης των ελληνικών και των σερβικών δυνάμεων έγιναν σταδιακά οι μόνοι Βαλκάνιοι που συνεργάστηκαν με τους Οθωμανούς.
Βλέποντας την κρισιμότητα της κατάστασης, ορισμένοι ηγέτες των Αλβανών, ανάμεσά τους και ο Ισμαήλ Κεμάλ, που μέχρι τότε διαπραγματευόταν την ίδρυση ενός ελληνοαλβανικού κράτους πήγαν στην Κωνσταντινούπολη, τη Βιέννη και το Βουκουρέστι για διπλωματική στήριξη. Ταυτόχρονα, Ιταλοαλβανοί διανοούμενοι ξεσηκώθηκαν ζητώντας από την ιταλική κυβέρνηση να στηρίξει τους Αλβανούς εθνικιστές.
Ιταλοί και Αυστριακοί θεωρούσαν τις βαλκανικές χώρες ως όργανα της Ρωσίας και αντιμετώπιζαν με καχυποψία τις επιτυχίες τους σε βάρος των Οθωμανών.
Όπως γράφει ο Δρ. Ιωάννης Σ. Παπαφλωράτος: «Σύντομα, η Ρώμη απεφάσισε να παραβλέψει την επαμφοτερίζουσα στάση των Αλβανών εθνικιστών κατά το τότε πρόσφατο παρελθόν και να προσφέρει την υποστήριξή της στον Ισμαήλ Κεμάλ, ο οποίος ανεκήρυξε την ανεξαρτησία της Αλβανίας στον Αυλώνα, την 28η Νοεμβρίου 1912». Αυτό προφανώς ενόχλησε τη Βιέννη που ενημέρωσε τους Γερμανούς συμμάχους της ότι έβλεπε θετικά τη δημιουργία μιας εκτεταμένης αλβανικής κρατικής οντότητας, που θα δρούσε ως ανάχωμα στον σερβικό μεγαλοϊδεατισμό. Ο Γερμανός αυτοκράτορας Γουλιέλμος Β΄ αποδοκίμασε την πολιτική αυτή, όπως προκύπτει από τηλεγράφημά του προς τον Υπουργό Εξωτερικών του Ράιχ Alfred von Kiderlen-Warchter (ημερομηνία 7 Νοεμβρίου 1912) και δήλωσε ότι η Γερμανία δεν επρόκειτο να εμπλακεί σε πόλεμο για την υπόθεση αυτή.
Οι πραγματικές αιτίες της δολοφονίας του λαοφιλούς βασιλιά Γεωργίου παραμένουν άγνωστες.
Φαίνεται όμως, ότι σταδιακά άρχισε στην Ευρώπη να αλλάζει το κλίμα για την Ελλάδα, καθώς ο διάδοχος Κωνσταντίνος που διαδέχθηκε τον πατέρα του είχε τη φήμη του γερμανόφιλου...Τότε άρχισαν να κυκλοφορούν οι πρώτες φήμες περί μη απόδοσης της Βορείου Ηπείρου στην Ελλάδα.
Αυτό το γεγονός ώθησε την Επιτροπή Εθνικής Αμύνης της Κορυτσάς να στείλει υπόμνημα στον Βρετανό Υπουργό Εξωτερικών και τα άλλα μέλη της Πρεσβευτικής Συνδιάσκεψης, με το οποίο ζητούσε την ένωσή της με την Ελλάδα ως αυτονόητη.
Σταδιακά, τα ελληνικά στρατεύματα απελευθέρωσαν το μεγαλύτερο μέρος της Βορείου Ηπείρου, συγκεκριμένα: το Λεσκοβίκι, την Πρεμετή, την Κλεισούρα, τους Αγίους Σαράντα, το Αργυρόκαστρο, το Δέλβινο και το Τεπελένι. Η Χιμάρα είχε απελευθερωθεί από Έλληνες εθελοντές (1800 Χιμαριώτες και 200 Κρητικούς, παρόντες και στον Αγώνα της Βορείου Ηπείρου, που έφτασαν στην πόλη με το ατμόπλοιο « Αχελώος», ξεκινώντας από την Κόπραινα Άρτας), στις αρχές Δεκεμβρίου 1912.
Επικεφαλής όλων, ο θρυλικός Σπύρος Σπυρομήλιος, που και αυτός είχε πάρει μέρος στον Μακεδονικό Αγώνα.
Εκτός απ’ τη Χιμάρα, οι ελληνικές δυνάμεις απελευθέρωσαν και τα γειτονικά χωριά Βούνο (απ’ όπου κατάγεται ο Έντι Ράμα), Κηπαρό, Πόρτο Παλέρμο, Πηλιούρι και Κούδεσι.
Αλβανικά ένοπλα τμήματα συγκρούστηκαν με τους Έλληνες επανειλημμένα, με πιο σκληρή τη μάχη στο Κούτσι.
Ωστόσο μέχρι το τέλος Δεκεμβρίου 1912 η ελληνική κυριαρχία είχε εδραιωθεί σε όλη την περιοχή γύρω από τη Χιμάρα. Ο Σπυρομήλιος διατάχθηκε να φύγει, ωστόσο παρέμεινε στη Βόρεια Ήπειρο.
Ως τα τέλη Απριλίου 1913 ο Ελληνικός Στρατός είχε απελευθερώσει το μεγαλύτερο μέρος της Βορείου Ηπείρου, από την Κορυτσά ως τις ακτές του Ιονίου, συμπεριλαμβανομένης και της Χιμάρας.
Ενώ οι ελληνικές δυνάμεις ετοιμάζονταν να απελευθερώσουν και το στρατηγικής σημασίας λιμάνι της Αυλώνας, οι Ιταλοί αντέδρασαν με οργή και ο Βενιζέλος υποσχέθηκε ότι κάτι τέτοιο δεν θα γίνει. Ο Κωνσταντίνος διαμαρτυρήθηκε έντονα.
Εκεί παρατηρούνται τα πρώτα σοβαρά σημάδια του, μετέπειτα, Εθνικού Διχασμού.
Λίγο μετά, η Ρώμη ζήτησαν το εξωφρενικό, να αποσυρθεί ο ελληνικός στρατός από το Αργυρόκαστρο, για να διασφαλιστεί πλήρως η Αυλώνα! Υποστήριζαν μάλιστα, ότι η ελληνική κυριαρχία δεν έπρεπε να επεκταθεί πέρα από τη Σαγιάδα.
Αυτό ήταν αναμενόμενο. Η Ιταλία και η Αυστρία είχαν δεσμευθεί (31/12/1912) για τη δημιουργία ανεξάρτητης και όσο το δυνατόν εδαφικά διευρυμένης Αλβανίας.
Η δέσμευση επικυρώθηκε αργότερα με τη Συνθήκη της Ρώμης (8 Μαΐου 1913). Ωστόσο, η πολιτική αυτή συνάντησε πολλές αντιδράσεις. Ο Βρετανός πρεσβευτής στο Βελιγράδι Ralph Paget έγραψε προς τον προϊστάμενό του Υπουργό: (οι Αλβανοί) θεωρούνται ακατάλληλοι δι' αυτονομίαν», ενώ ο πρέσβης της Ρωσίας στο Παρίσι κόμης Alexandr Petrovich Izvolsky αποκάλεσε την Αλβανία "εν θέαμα δια την Ευρώπην και μίαν ανοικτήν πληγήν". Ωστόσο, η Ρώμη και η Βιέννη επέμειναν και πέτυχαν τη δημιουργία ενός αυτόνομου αλβανικού κράτους. Η Ελλάδα ήρθε σε επαφή με τη Ρώμη και την ενημέρωσε για τις προθέσεις της σχετικά με τη Βόρεια Ήπειρο, τον Ιανουάριο του 1913. Ο Βενιζέλος δεχόταν να παραχωρήσει, την Αυλώνα, αλλά να περάσει η κυριαρχία της Χιμάρας στην Ελλάδα.
Αρχικά η Ιταλία συμφώνησε, αλλά στη συνέχεια άλλαξε άποψη.
Το ιταλικό Επιτελείο Ναυτικού γνωμοδότησε ότι η κατοχή της Χιμάρας, θα ήταν μια δυνητική απειλή για τα στενά του Οτράντο, η ασφάλεια των οποίων ήταν ζωτικής σημασίας για την Ιταλία.
Μάλιστα, κάποιοι Ιταλοί τα θεωρούσαν σπουδαιότερα από την Κυρηναϊκή της Λιβύης. Τον Απρίλιο του 1913, ο Ιταλός Υπουργός Εξωτερικών Μαρκήσιος Antonino Paternο-Castello di San Giuliano, απείλησε την ελληνική κυβέρνηση μέχρι και με πόλεμο για να αποτρέψει την κατοχή των Στενών της Κέρκυρας από την Ελλάδα.
Τον επόμενο μήνα, με περισσή αυθάδεια είπε στον Έλληνα Επιτετραμμένο στη Ρώμη Δημήτριο Κακλαμάνο: "Η Ελλάς δέον να έχει υπ' όψιν της ότι αι δίκαιαι βλέψεις της Ιταλίας επί της Ηπείρου θα αποτελούν πάντοτε το πρόγραμμα όλων των ιταλικών κυβερνήσεων". Ο Κλεμανσό έγραψε μεταξύ άλλων στην εφημερίδα "L' Homme Libre" στις 13 Μαΐου 1913: "Εάν θέλετε να σας εκφέρω μίαν ακριβή άποψη για τη νοοτροπία των Ιταλών διπλωματών, ανατρέξατε στους εθνογραφικούς χάρτες της νοτίου Αλβανίας, οι οποίοι κυκλοφορούν στην Ιταλία.
Όλοι είναι παραποιημένοι κατά βούλησιν". Οι Ιταλοί όμως συνέχιζαν να είναι άκρως προκλητικοί. Ο Ιταλός ΥΠΕΞ είπε στον Κακλαμάνο, σε άλλη συζήτησή τους: "Αναγνωρίζω πως ακόμη και σήμερα το Αργυρόκαστρο και η Κορυτσά είναι ελληνικές πόλεις, αλλά τα δικαιώματα ενός μικρού λαού όπως αυτού της Ελλάδος, δεν μπορούν να υπερισχύσουν των συμφερόντων μιας Μεγάλης Δυνάμεως όπως είναι η Ιταλία". Από τις 2 ως τις 11 Μαΐου 1913, ο τότε Διάδοχος Γεώργιος, έγινε δεκτός με ενθουσιασμό στις περιοχές της Βορείου Ηπείρου που είχαν ελευθερωθεί.
Ξεκίνησε από την Κορυτσά και έφτασε στους Αγίους Σαράντα.
Όχι μόνο οι Χριστιανοί, αλλά και οι Μουσουλμάνοι τον υποδέχτηκαν με εγκαρδιότητα.
Του παρέδωσαν μάλιστα ένα ψήφισμα, στο οποίο ζητούσαν από τον Κωνσταντίνο και τον Βενιζέλο να διατάξουν "...τον νικητήν στρατόν να προελάσει μέχρι του ποταμού Γενούσου (Σκούμπιν, δίπλα στο Ελβασάν), του μόνου φυσικού και ιστορικού ορίου της Ηπείρου και να απελευθερώσει και εις τα μήπω καταληφθέντα εισέτι εκείνα μέρη αλυτρώτους αδελφούς μας" . Η Ελλάδα δεν ήταν καθόλου ικανοποιημένη από τις αποφάσεις του Λονδίνου, καθώς αμιγώς ελληνικές περιοχές, γνωστές ως "Ελληνική Ιλλυρία" ή "Νέα Ήπειρος", που έφταναν ως βόρεια του Δυρραχίου και των Τιράνων δίνονταν στην Αλβανία. Ο Βενιζέλος θεωρώντας ότι έχει εξασφαλίσει τα νησιά του Αιγαίου (κάτι λανθασμένο, καθώς ο σουλτάνος δεν το είχε δεχτεί) και την Κρήτη, έδωσε εντολή να υπογραφεί η Συνθήκη του Λονδίνου.
Παρά τα συνεχή διαβήματα των Βορειοηπειρωτών, οι Ευρωπαίοι, λόγω των πιέσεων Ιταλίας και Αυστρίας ήταν ανένδοτοι.
Και σαν να μην έφταναν όλα αυτά, στις 29 Ιουλίου 1913 υπογράφηκε ένα άλλο Πρωτόκολλο στο Λονδίνο, με το οποίο αποφασιζόταν η οριστική ίδρυση ενός ανεξάρτητου αλβανικού κράτους.
Ιταλοί και Αυστριακοί, προειδοποίησαν την Ελλάδα, ότι δεν θα δέχονταν έλλειψη συνεργασίας από τους κατοίκους των περιοχών αυτών και ότι θα θεωρούσαν αλβανικά όλα τα χωριά στα οποία θα συναντούσαν αντιδράσεις! Όλα ξεκινούσαν από τη Ρώμη και τη Βιέννη. Ο Βενιζέλος είχε παρέμβει τονίζοντας ότι δέχεται τον περιορισμό των ελληνικών συνόρων και την παραχώρηση στην Αλβανία μιας παραλιακής λωρίδας απέναντι από την Κέρκυρα, με την προϋπόθεση να παραχωρηθούν στην Ελλάδα η κοιλάδα του Δρίνου, η Πρεμετή και η Κορυτσά, μαζί με τα νησιά του Αιγαίου.
Ρώμη και Βιέννη αποδέχτηκαν αρχικά αυτή την πρόταση, στη συνέχεια όμως ζήτησαν να δοθούν στην Αλβανία η Κορυτσά και το ακρωτήριο Στύλος! Στο μεταξύ, οι Βορειοηπειρώτες, Έλληνες από άλλα μέρη της χώρας, ακόμα και οι φοιτητές βομβάρδιζαν με τηλεγραφήματά τους τους Συμμάχους, ζητώντας απλά τα δίκαιά τους.
Οι ελληνικές αντιδράσεις δεν έφεραν κανένα αποτέλεσμα.
Στις 17/30 Δεκεμβρίου 1913 υπογράφτηκε το Πρωτόκολλο της Φλωρεντίας, με το οποίο δίνονταν στην Αλβανία ελληνικότατες περιοχές της Β. Ηπείρου.
Τα σύνορα χαράχτηκαν σε χάρτη.
Η επί τόπου (in loco) χάραξή τους εκκρεμεί. Η Ελλάδα δεν έχει αναγνωρίσει τα σύνορα αυτά επισήμως ως σήμερα. Ο Βενιζέλος απαγόρευσε τη διενέργεια συλλαλητηρίου για το βορειοηπειρωτικό στην Αθήνα.
Αντίθετα, ο Κωνσταντίνος ήθελε να αναλάβει τα ηνία του βορειοηπειρωτικού αγώνα.
Και οι Σέρβοι ήταν αντίθετοι όχι μόνο στη σύσταση αλβανικού κράτους, αλλά ακόμα και στην αυτονομία της Αλβανίας. Χαρακτηριστικές είναι οι δηλώσεις του Σέρβου πρωθυπουργού Nicola Pašić στη γαλλική εφημερίδα "Le Temps". https://www.protothema.gr/stories/article/1877759/i-kathoristiki-sumvoli-tis-italias-gia-tin-idrusi-tou-alvanikou-kratousa-meros/
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους