[451 Logo]
 Μόνο Top News & Social
 Επικαιρότητα
 Αθλητικά
 Οικονομία
 Ροή

«Νίκο, το παιδί αύριο γράφει ορθογραφία και ούτε που ξέρεις ποια τάξη πάει η μικρή!» Το φώναξα με τη φωνή μου σπασμένη, κρατώντας ένα καμένο ταψί στο χέρι και με τη σχολική τσάντα της Ειρήνης ανοιχτή...

Original Post

Πλήρες Κείμενο:

«Νίκο, το παιδί αύριο γράφει ορθογραφία και ούτε που ξέρεις ποια τάξη πάει η μικρή!» Το φώναξα με τη φωνή μου σπασμένη, κρατώντας ένα καμένο ταψί στο χέρι και με τη σχολική τσάντα της Ειρήνης ανοιχτή πάνω στο τραπέζι.

Ο μικρός έκλαιγε στο σαλόνι γιατί είχε λερωθεί, η κουζίνα ήταν βομβαρδισμένη, και ο Νίκος καθόταν στον καναπέ με το κινητό.

Σήκωσε για λίγο τα μάτια του και είπε το αμίμητο: «Όλο γκρίνια είσαι μόλις γυρίζω σπίτι.» Εκεί έσπασα.

Όχι σαν στις ταινίες.

Πιο άσχημα.

Πιο αληθινά.

Άφησα το ταψί στον νεροχύτη με δύναμη, έβγαλα την ποδιά και του είπα σχεδόν τρέμοντας: «Δεν είμαι υπηρέτρια σου, Νίκο.

Δεν είμαι η μάνα σου.

Είμαι η γυναίκα σου και κοντεύω να καταρρεύσω.» Ήταν μια από εκείνες τις μέρες που είχαν γίνει όλες ίδιες.

Ξύπνημα από τις 6, ετοιμασία παιδιών, πρωινά, τσάντες, δουλειά στο σπίτι από τον υπολογιστή όσο μπορούσα, σούπερ μάρκετ, μαγείρεμα, πλύσιμο, διάβασμα, μπάνια, γιατροί, σημειώματα από το σχολείο.

Κι ο Νίκος; Δούλευε, γύριζε, έτρωγε, άπλωνε τα πόδια του και είχε πάντα έτοιμη μια φράση που με αποτελείωνε. «Εγώ φέρνω τα περισσότερα λεφτά.» Λες και τα παιδιά μεγαλώνουν με αποδείξεις και λογαριασμούς.

Το χειρότερο δεν ήταν καν η κούραση.

Ήταν ότι άρχισα να νιώθω αόρατη.

Ό,τι έκανα ήταν δεδομένο.

Αν το φαγητό ήταν στην ώρα του, κανένα σχόλιο.

Αν αργούσε δέκα λεπτά, μούτρα.

Αν του ζητούσα να πάει τη μεγάλη στο σχολείο, έλεγε «δεν προλαβαίνω». Αν του έλεγα να κάνει ένα μπάνιο τον μικρό, απαντούσε «εσύ το κάνεις καλύτερα». Κι αυτή η μία φράση, που άλλος θα την έλεγε και γλυκιά, για μένα είχε γίνει κατάρα.

Γιατί σήμαινε: κάν’ τα όλα μόνη σου.

Η κυρία Μαρία, η μητέρα του, μένει δύο στενά πιο κάτω.

Ερχόταν συχνά.

Άλλοτε με φαγητό, άλλοτε να δει τα παιδιά, άλλοτε χωρίς λόγο.

Δεν θα πω ψέματα, πολλές φορές με είχε βοηθήσει.

Αλλά είχε και κάτι που με έβγαζε από τα ρούχα μου.

Αν έβλεπε τον Νίκο να αφήνει το ποτήρι του στο τραπέζι, το μάζευε.

Αν πετούσε τις κάλτσες δίπλα στο κρεβάτι, τις σήκωνε.

Σαράντα χρονών άνθρωπος, και γύρω του όλοι να τον υπηρετούν λες και είναι πρίγκιπας.

Εκείνο το βράδυ, όμως, άκουσε τα πάντα.

Είχε μπει αθόρυβα με ένα τάπερ παστίτσιο και στάθηκε στην πόρτα της κουζίνας την ώρα που εγώ έκλαιγα και ο Νίκος μου έλεγε: «Υπερβάλλεις.

Όλες οι γυναίκες τα κάνουν αυτά.» Δεν θα ξεχάσω ποτέ το βλέμμα της.

Σαν να της έριξε κάποιος χαστούκι.

Άφησε το τάπερ στον πάγκο και του είπε ξερά: «Όχι, αγόρι μου.

Δεν τα κάνουν “όλες”. Και ούτε είναι υποχρεωμένες.» Ο Νίκος πάγωσε.

Εγώ το ίδιο.

Εκείνη τη νύχτα έφυγα με τα παιδιά και πήγα στη μάνα μου στο Περιστέρι.

Δεν απείλησα.

Δεν έκανα σκηνή.

Πήρα δυο αλλαξιές, τα βιβλία της μεγάλης, το αρκουδάκι του μικρού και έφυγα.

Στον δρόμο έτρεμα ολόκληρη.

Από θυμό, από φόβο, από εξάντληση.

Σκεφτόμουν μόνο ένα πράγμα: αν μείνω άλλο έτσι, θα αρρωστήσω.

Την επόμενη μέρα με πήρε η κυρία Μαρία. «Ελένη, θέλω να σου μιλήσω.

Όχι για να τον δικαιολογήσω.» Πήγα.

Δεν ξέρω γιατί.

Ίσως επειδή ήμουν πολύ κουρασμένη για να κρατάω κι άλλο θυμό.

Με περίμενε στην κουζίνα της.

Είχε βάλει καφέ, αλλά δεν τον είχε αγγίξει. 👇 Η συνέχεια της ιστορίας σε περιμένει στα σχόλια 👇

Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους


Όροι Χρήσης - Επικοινωνία
Update cookies preferences