Η ΓΑΛΛΙΑ ΒΑΖΕΙ ΤΟ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΚΑΡΦΙ ΣΤΟ ΦΕΡΕΤΡΟ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ ΣΤΗΝ ΜΙΚΡΑ ΑΣΙΑ. Τον Οκτώβριο του 1921, η Γαλλία, ακολουθώντας το παράδειγμα της Σοβιετικής Ένωσης, βάζει το τελευταίο καρφί στο φέρετρο...
Η ΓΑΛΛΙΑ ΒΑΖΕΙ ΤΟ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΚΑΡΦΙ ΣΤΟ ΦΕΡΕΤΡΟ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ ΣΤΗΝ ΜΙΚΡΑ ΑΣΙΑ. Τον Οκτώβριο του 1921, η Γαλλία, ακολουθώντας το παράδειγμα της Σοβιετικής Ένωσης, βάζει το τελευταίο καρφί στο φέρετρο του Ελληνισμού στη Μικρά Ασία — ένα φέρετρο που είχε ετοιμάσει ο Βενιζέλος με τον πολιτικό καιροσκοπισμό του και την εξάρτησή του από τους Αγγλογάλλους.
Λίγες μόλις εβδομάδες μετά την αποτυχία του ελληνικού στρατού στη Μάχη του Σαγγαρίου (Αύγουστος–Σεπτέμβριος 1921), υπογράφηκε στις 20 Οκτωβρίου 1921 η Γαλλοτουρκική Συμφωνία της Άγκυρας (γνωστή και ως Συνθήκη Franklin-Bouillon), μεταξύ του πρώην υπουργού της Γαλλίας Ανρί Φρανκλέν-Μπουγιόν (Henry Franklin-Bouillon) και του υπουργού Εξωτερικών της κυβέρνησης της Άγκυρας, Γιουσούφ Κεμάλ Μπέη (Τενγκιρσένκ). Η Γαλλία, μετά τη στρατιωτική αποτυχία των Ελλήνων στον Σαγγάριο, θεώρησε πως η συνέχιση της στήριξης της Ελλάδας έναντι του Κεμάλ αποτελούσε κίνδυνο για τα δικά της συμφέροντα στην περιοχή.
Η συμφωνία αυτή αποτέλεσε το τελειωτικό διπλωματικό πλήγμα στο ενιαίο μέτωπο των Δυνάμεων της Αντάντ και σφράγισε τη μοίρα της ελληνικής εκστρατείας στη Μικρά Ασία.
Η συνθηκολόγηση της Μόσχας με την Άγκυρα θορύβησε τη Γαλλία και την Ιταλία, επιταχύνοντας τις δικές τους μυστικές διαπραγματεύσεις με τον Κεμάλ και αφήνοντας τη Βρετανία πλήρως αιφνιδιασμένη. Η Συμφωνία της Άγκυρας προκάλεσε σφοδρότατη οργή στο Λονδίνο. Ο Βρετανός υπουργός Εξωτερικών, Λόρδος Κώρζον (Lord Curzon), κατηγόρησε επίσημα το Παρίσι για προδοσία της κοινής συμμαχικής γραμμής και μονομερή ανατροπή των όρων της Συνθήκης των Σεβρών. Οι Γάλλοι επιθυμούσαν να τερματίσουν τις απώλειες των στρατευμάτων τους στη Συρία και την Κιλικία.
Παράλληλα, το Παρίσι ανησυχούσε για τη μονομερή ενίσχυση της βρετανικής επιρροής στην Εγγύς Ανατολή (μέσω της Ελλάδας) και επεδίωξε αυτόνομη προσέγγιση με τη νέα ανερχόμενη δύναμη της περιοχής, στοχεύοντας επιπλέον στη διασφάλιση των εκτεταμένων οθωμανικών χρεών και των γαλλικών επενδύσεων (σιδηρόδρομοι, λιμάνια) σε μια μελλοντική κεμαλική Τουρκία.
Μετά την άρνηση της Σοβιετικής Ένωσης να αποδεχτεί τη Συνθήκη των Σεβρών, η Γαλλία έδωσε το τελειωτικό χτύπημα: αποτέλεσε τη δεύτερη μεγάλη δύναμη —και την πρώτη από τις δυνάμεις της Αντάντ— που, αναγνωρίζοντας την κυβέρνηση του Κεμάλ, έθεσε υπό αμφισβήτηση τη νομιμότητα της Συνθήκης των Σεβρών.
Για τη Μεγάλη Εθνοσυνέλευση της Άγκυρας και τον Μουσταφά Κεμάλ, η συνθήκη αυτή δεν ήταν απλώς απαράδεκτη, αλλά αποτέλεσε την υπέρτατη πράξη εθνικής προδοσίας, την οποία αξιοποίησαν προκειμένου να ακυρώσουν οριστικά την πολιτική και ηθική νομιμοποίηση του παλαιού καθεστώτος της Κωνσταντινούπολης.
Βάσει του οθωμανικού συντάγματος του 1876 (Kanun-ı Esasî), οποιαδήποτε διεθνής συνθήκη παραχωρούσε εδάφη ή επέβαλλε οικονομικές δεσμεύσεις απαιτούσε την έγκριση του κοινοβουλίου.
Εφόσον το κοινοβούλιο είχε διαλυθεί από τους Βρετανούς τον Μάρτιο του 1920, η υπογραφή της συνθήκης δεν είχε καμία συνταγματική ισχύ.
Όμως, η ζημία που προκάλεσε η Γαλλοτουρκική Συμφωνία της Άγκυρας δεν περιορίστηκε στις διπλωματικές προεκτάσεις, αλλά είχε και άμεσες επιπτώσεις επί του πεδίου.
Κηρύχθηκε επίσημη κατάπαυση του πυρός μεταξύ της Γαλλίας και της κυβέρνησης της Άγκυρας, ενώ η Γαλλία συμφώνησε να αποσύρει πλήρως τα στρατεύματά της από την Κιλικία (Άδανα, Αντέπ, Ούρφα, Μαράς), παραδίδοντας τον έλεγχο της περιοχής στους Κεμαλικούς.
Τα βόρεια σύνορα της γαλλοκρατούμενης Συρίας μετατοπίστηκαν νότια, ακολουθώντας τη γραμμή του σιδηροδρόμου της Βαγδάτης.
Παράλληλα, η περιοχή του Σαντζακίου της Αλεξανδρέττας παρέμεινε υπό γαλλική εντολή, αλλά με ειδικό διοικητικό καθεστώς που διασφάλιζε τα δικαιώματα του τουρκικού πληθυσμού και την επίσημη χρήση της τουρκικής γλώσσας — γεγονός που λειτούργησε ως προάγγελος της οριστικής προσάρτησής της στην Τουρκία το 1939.
Με το κλείσιμο του Νοτίου Μετώπου (και αφού είχε προηγηθεί το κλείσιμο του Ανατολικού Μετώπου με τη Συνθήκη της Μόσχας), περίπου 80.000 εμπειροπόλεμοι Τούρκοι στρατιώτες μεταφέρθηκαν στο Δυτικό Μέτωπο, απέναντι στην ελληνική Στρατιά Μικράς Ασίας.
Επιπλέον, κατά την αποχώρησή τους από την Κιλικία, οι Γάλλοι εγκατέλειψαν —ή παραχώρησαν μέσω μυστικών συμφωνιών— τεράστιες ποσότητες στρατιωτικού υλικού στους Κεμαλικούς, μεταξύ των οποίων: Πάνω από 10.000 τουφέκια και άφθονα πυρομαχικά, Σημαντικό αριθμό πυροβόλων και πολυβόλων, Στολές, υγειονομικό υλικό, φορτηγά αυτοκίνητα και αεροπλάνα.
Έτσι, η Ελλάδα έμεινε διπλωματικά και στρατιωτικά μόνη. Η Ιταλία είχε ήδη εκκενώσει την Αττάλεια (από τον Ιούνιο του 1921), η Γαλλία συνεργαζόταν πλέον ανοιχτά με την Άγκυρα, ενώ η Μεγάλη Βρετανία παρείχε αποκλειστικά πολιτική κάλυψη, χωρίς καμία ουσιαστική στρατιωτική ή οικονομική συνδρομή.
Από τον Οκτώβριο του 1921 και έπειτα, το τουρκικό Γενικό Επιτελείο συγκέντρωσε το σύνολο των δυνάμεών του σε ένα και μοναδικό μέτωπο, προετοιμάζοντας μεθοδικά επί έντεκα μήνες τη Μεγάλη Αντεπίθεση του Αυγούστου του 1922.
Η ελληνική αποστολή στη Μικρά Ασία —που ξεκίνησε λειτουργώντας ως ο «χρήσιμος ηλίθιος» των Αγγλογάλλων μετά τις εντάσεις στο Συνέδριο Ειρήνης των Παρισίων, με κύριο στόχο να ανακόψει την ιταλική κάθοδο— οδηγήθηκε στην κατάρρευση.
Μαζί της επισφραγίστηκε και το τέλος του Ελληνισμού στη Μικρά Ασία, έπειτα από χιλιάδες χρόνια αδιάλειπτης παρουσίας.
Για την ιστορική ακρίβεια, η εγκατάσταση των Ιταλών στη Μικρά Ασία, την οποία ανέλαβε να εμποδίσει άτυπα ο Βενιζέλος εξυπηρετώντας τις επιδιώξεις του Λονδίνου και του Παρισιού, δεν ήταν αυθαίρετη. Οι Ιταλοί είχαν εξασφαλίσει δικαιώματα στην περιοχή μέσω της μυστικής Συμφωνίας του Αγίου Ιωάννη της Μωριέννης (Accordo di San Giovanni di Moriana / Accord de Saint-Jean-de-Maurienne), την οποία είχαν συνυπογράψει η Μεγάλη Βρετανία, η Γαλλία και η Ιταλία το 1917.
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους