Νομίζω πως όσα χρόνια κι αν περάσουν, τα παραμύθια θα παραμένουν πάντοτε κάποιοι από τους παλαιότερους φίλους μας, όχι επειδή εξακολουθούμε ως ενήλικες να πιστεύουμε σε πριγκίπισσες, μάγισσες...
Νομίζω πως όσα χρόνια κι αν περάσουν, τα παραμύθια θα παραμένουν πάντοτε κάποιοι από τους παλαιότερους φίλους μας, όχι επειδή εξακολουθούμε ως ενήλικες να πιστεύουμε σε πριγκίπισσες, μάγισσες, μαγεμένα δάση και πύργους, αλλά επειδή ένα μικρό κομμάτι τους μένει ανεξίτηλο μέσα μας και εξακολουθεί, πολλές φορές χωρίς καν να το αντιλαμβανόμαστε, να καθορίζει κάτι από την αισθητική μας, τις επιθυμίες μας, ακόμη και από εκείνες τις μικρές ιδιοτροπίες μας.
Κάπως έτσι έχω εξηγήσει στον εαυτό μου και τη δική μου εμμονή με τα πολύ μακριά ξανθά μαλλιά, τα οποία αφήνω εδώ και χρόνια να κατεβαίνουν όσο περισσότερο γίνεται, υπερασπιζόμενη κάθε εκατοστό τους κάθε φορά που κάθομαι στην καρέκλα της κομμώτριάς μου και ξεκαθαρίζοντας σχεδόν τελεσίδικα πως το ψαλίδι δεν αποτελεί μέρος της μεταξύ μας συμφωνίας.
Και μπορεί να έχουν περάσει πολλά χρόνια από τότε που γνώρισα για πρώτη φορά τη Ραπουνζέλ, όμως θέλω να πιστεύω πως κάπου εκεί βρίσκεται ακόμη ένα μικρό κομμάτι της εξήγησης, γιατί μερικά παραμύθια τα κουβαλάμε επάνω μας με τρόπους που ανακαλύπτουμε πολύ αργότερα.
Όπως είναι γνωστό, η ιστορία της Ραπουνζέλ έχει τις ρίζες της στο κλασικό, σκοτεινό παραμύθι των Αδελφών Γκριμ, το οποίο αργότερα η Disney διασκεύασε με τον δικό της μοναδικό τρόπο στην ταινία «Μαλλιά Κουβάρια». Η Liz Braswell, όμως, δεν ενδιαφέρεται να μας αφηγηθεί ξανά τη γνωστή εκδοχή.
Αντίθετα, παίρνει τον αρχικό μύθο και τη μεταφορά του, τα απογυμνώνει από τη γνώριμη ασφάλειά τους και μεταμορφώνει την ιστορία σε κάτι πολύ πιο σκοτεινό και μυστηριώδες, θέτοντας το θεμελιώδες ερώτημα επάνω στο οποίο στηρίζεται ολόκληρη η σειρά «A Twisted Tale»: Τι θα συνέβαινε αν κάτι είχε γίνει διαφορετικά; Στην περίπτωση της ιστορίας «Κρυμμένη στο σκοτάδι», που αποτελεί το δωδέκατο βιβλίο της σειράς, η απόκλιση ξεκινά από μια φαινομενικά μικρή αλλαγή με τεράστιες συνέπειες.
Τι θα συνέβαινε αν, στην προσπάθειά τους να σώσουν την άρρωστη έγκυο βασίλισσα, οι άνθρωποι του βασιλείου είχαν συλλέξει το λάθος μαγικό λουλούδι και, αντί για το χρυσό λουλούδι του Ήλιου, εκείνο που θεραπεύει και χαρίζει ζωή, της είχαν δώσει το ασημένιο λουλούδι της Σελήνης; Από αυτή τη μία μετατόπιση γεννιέται μια Ραπουνζέλ με ασημένια μαλλιά και μια δύναμη εντελώς διαφορετική από εκείνη που γνωρίζαμε και μαζί της γεννιέται ένα παραμύθι πολύ σκοτεινότερο.
Το ευφυέστερο, ωστόσο, αφηγηματικό παιχνίδι της Liz Braswell βρίσκεται στο γεγονός ότι αυτό που κρατάμε στα χέρια μας είναι στην πραγματικότητα ένα παραμύθι μέσα σε ένα άλλο παραμύθι, αφού πριν ακόμη βρεθούμε στον πύργο της Ραπουνζέλ βρισκόμαστε σε έναν χώρο όπου η μαγεία μοιάζει να μην έχει καμία θέση, σε ένα νοσοκομείο, δίπλα σε ένα κορίτσι που δίνει τη δική του μάχη με τον καρκίνο και στον αδελφό της, τον Μπρένταν, ο οποίος αρχίζει να της αφηγείται αυτή την αλλιώτικη εκδοχή της γνωστής ιστορίας.
Και ξαφνικά η επιλογή ενός παραμυθιού για να ειπωθεί ένα άλλο παραμύθι αποκτά πολύ μεγαλύτερο βάρος, γιατί η αφήγηση γίνεται εκείνο που υπήρξε από τις απαρχές της για τον άνθρωπο, ένας τρόπος να μεταφέρει τον φόβο σε έναν κόσμο όπου μπορεί να αποκτήσει μορφή, να του δώσει μάγισσες, πύργους και τέρατα και, κυρίως, να του επιτρέψει να πιστέψει πως ακόμη και απέναντι σε όσα δεν μπορεί να ελέγξει υπάρχει χώρος για ελπίδα.
Έτσι ο πύργος της Ραπουνζέλ και το δωμάτιο του νοσοκομείου αρχίζουν σχεδόν ανεπαίσθητα να καθρεφτίζονται μεταξύ τους, αφού και στις δύο πλευρές της αφήγησης υπάρχει ένα κορίτσι περιορισμένο σε έναν χώρο που δεν επέλεξε, αντιμέτωπο με ένα σώμα το οποίο έχει γίνει πηγή φόβου και με έναν κόσμο που συνεχίζει να υπάρχει κάπου έξω από τους τοίχους.
Και θεωρώ πως ακριβώς εδώ το βιβλίο αποκτά την πιο ανθρώπινη διάστασή του, επειδή η Liz Braswell δεν χρησιμοποιεί το παραμύθι για να αποδράσει από την πραγματικότητα, αλλά για να επιστρέψει σε αυτήν από έναν διαφορετικό δρόμο.
Η δική της Ραπουνζέλ, άλλωστε, δεν είναι απλώς η πριγκίπισσα που πρέπει κάποτε να εγκαταλείψει έναν πύργο για να ανακαλύψει τον κόσμο, αλλά ένα κορίτσι που έχει μεγαλώσει πιστεύοντας ότι ο πραγματικός κίνδυνος βρίσκεται μέσα στην ίδια, καθώς η Μητέρα Γκόθελ έχει οικοδομήσει γύρω της όχι μόνο έναν φυσικό εγκλεισμό αλλά και έναν πολύ ισχυρότερο ψυχολογικό, καλλιεργώντας την ενοχή, τον φόβο και την πεποίθηση ότι η ίδια της η φύση μπορεί να βλάψει εκείνους που βρίσκονται κοντά της.
Με αυτόν τον τρόπο ο πύργος παύει να είναι απλώς το αναγνωρίσιμο σκηνικό ενός παραμυθιού και μετατρέπεται σε μια εξαιρετικά εύστοχη μεταφορά για όλους εκείνους τους αόρατους εγκλεισμούς που μπορούν να χτιστούν μέσα στον άνθρωπο, όταν κάποιος τον πείσει για αρκετό καιρό ότι πρέπει να φοβάται αυτό που είναι.
Ακόμη και η μαγεία ακολουθεί αυτή τη βαθύτερη λογική, αφού η δύναμη των ασημένιων μαλλιών της Ραπουνζέλ συνδέεται με τις φάσεις της Σελήνης, εξασθενεί και δυναμώνει μαζί της και σταδιακά αποκαλύπτει ότι εκείνο που η ηρωίδα είχε μάθει να αντιμετωπίζει αποκλειστικά ως κατάρα μπορεί, όταν πάψει να το φοβάται και αρχίσει να το γνωρίζει, να μετατραπεί σε δύναμη ικανή ακόμη και να προστατεύσει. Η Liz Braswell μιλά έτσι για την αυτοαποδοχή χωρίς να εγκαταλείπει ποτέ τη γλώσσα του παραμυθιού, αφήνοντας τη Σελήνη, το ασημένιο χρώμα και τη μαγεία να λειτουργήσουν ως σύμβολα μιας ταυτότητας που δεν χρειάζεται να ακρωτηριαστεί για να γίνει αποδεκτή.
Μέσα σε αυτό το σκοτεινότερο σύμπαν, οι γνώριμες παρουσίες του Φλιν και του Πασκάλ συναντούν νέους χαρακτήρες, ενώ η εμφάνιση της Κόμησσας Ελίζαμπεθ Μπάθορι, εμπνευσμένης από την ιστορική «Κόμησσα του Αίματος», προσθέτει στην αφήγηση εκείνη τη γοτθική σκιά που προσωπικά βρήκα ακαταμάχητη, μεταφέροντας τη Ραπουνζέλ αρκετά μακριά από την ασφάλεια του παραμυθιού που θυμόμαστε και οδηγώντας την προς μια εκδοχή περισσότερο μυστηριώδη, σκοτεινή και ενήλικη.
Και αυτό είναι τελικά που αγάπησα περισσότερο στο βιβλίο «Κρυμμένη στο σκοτάδι», ότι δεν επιχειρεί να μου πάρει τη Ραπουνζέλ, αλλά να μου συστήσει ξανά εκείνο το κορίτσι, διατηρώντας τον πύργο, τα μαλλιά, τη μαγεία και τα φανάρια, αλλά αλλάζοντας το φως κάτω από το οποίο τα κοιτάζω, σαν ένα παλιό παραμύθι που περίμενε υπομονετικά τόσα χρόνια για να μπορέσει να μου μιλήσει σε μια διαφορετική γλώσσα.
Τα παραμύθια που αγαπάμε δεν μας εγκαταλείπουν όταν μεγαλώνουμε, απλώς μεγαλώνουν κι εκείνα κρυφά μαζί μας και κάποια μέρα επιστρέφουν, όχι για να μας πείσουν ξανά ότι υπάρχουν πριγκίπισσες και μαγεμένα λουλούδια, αλλά για να μας θυμίσουν κάτι πολύ πιο δύσκολο και πολύ πιο αληθινό: πως ο πιο ψηλός πύργος είναι εκείνος που κάποιος κατάφερε να χτίσει μέσα μας και η σημαντικότερη απόδραση αρχίζει τη στιγμή που παύουμε να πιστεύουμε ότι γεννηθήκαμε για να μείνουμε κλεισμένοι εκεί.
Το βιβλίο αναμένεται να κυκλοφορεί στα ελληνικά στις 2 Οκτωβρίου.
Έχοντας ήδη ταξιδέψει στις σελίδες του μέσα από την αγγλική του έκδοση, ανυπομονώ να το δω να βρίσκει τη θέση του και στα ελληνικά βιβλιοπωλεία. Rate: 4, 5 / 5 ⭐ Εκδόσεις ΜΙΝΩΑΣ
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους