Ανοίξανε, πάλι, οι πόρτες των σκολειών κι εγώ πέμπω τον παλιμπαιδισμένο νου μου να ξανακάτσει σ' εκείνο το ξύλινο θρανίο που μύριζε λαδομπογιά, φτώχεια,ανάγκη και όνειρα... Η φτώχεια ήταν το κοινό...
Ανοίξανε, πάλι, οι πόρτες των σκολειών κι εγώ πέμπω τον παλιμπαιδισμένο νου μου να ξανακάτσει σ' εκείνο το ξύλινο θρανίο που μύριζε λαδομπογιά, φτώχεια,ανάγκη και όνειρα... Η φτώχεια ήταν το κοινό χαρακτηριστικό όλων, σχεδόν, των κατοίκων των Καμινίων.
Και μιλάμε για δεκάδες χιλιάδες ανθρώπους.
Η περιοχή οριοθετούνταν από τη Χανιόπορτα μέχρι το Γιόφυρο και από τη Θέρισο μέχρι τη θάλασσα.
Τεράστια περιοχή για τα γεωγραφικά δεδομένα εκείνων των χρόνων.
Μέχρι και το 1960 ούτε δημοτικό σχολείο δεν υπήρχε. Τα Καμινιωτάκια πηγαίναμε σε σχολείο που λειτουργούσε σ’ ένα πανάθλιο υπόγειο κοντά στην εκκλησία του Μιχαήλ Αρχάγγελου στη Θέρισο. Την Τρίτη του δημοτικού εκεί την έβγαλα.
Ούτε τουαλέτες, ούτε αυλή, ούτε καν νερό υπήρχε.
Μια βρύση όλη κι όλη ήταν στο πίσω μέρος του υπογείου και απ’ αυτήν γεμίζαμε ένα κουβά με νερό από τον οποίο έπινε νερό όποιος διψούσε.
Μετά το 1960 εδέησε το κράτος να φτιάξει σχολείο στα Καμίνια.
Ένα ξύλινο λυόμενο της κακιάς ώρας που όμως φαινόταν παλάτι μπροστά στο προηγούμενο. 26ο Δημοτικό Σχολείο.
Τουλάχιστο αυτό διέθετε τεράστια αυλή αφού είχε στηθεί σε περιοχή που δεν είχε δομηθεί ακόμα.
Για ψύξη και για θέρμανση ούτε στο μυαλό μας.
Άλλωστε πιστεύω ότι κανένα σχολείο του Ηρακλείου δεν διέθετε τότε τέτοιες πολυτέλειες.
Καθημερινά προσευχή και έπαρση της σημαίας. Το Ελληνοχριστιανικό ιδεώδες βλέπετε.
Το ξύλο έπεφτε αβέρτα στα χέρια μας από τη βέργα των δασκάλων.
Είχαμε και έναν διεστραμμένο δάσκαλο που δεν μας χτυπούσε στο εσωτερικό της παλάμης αλλά στην ανάστροφη.
Η βέργα προσγειωνόταν στα κόκκαλα της παλάμης κι εμείς πεθαίναμε από τον πόνο.
Εκείνος, όμως το καταφχαριστιώτανε.
Πίστευε ότι μ’ αυτόν τον τρόπο θα μας έκανε καλούς ανθρώπους.
Μια φορά μ’ έδειρε γιατί δεν είχα λεφτά για να συμμετάσχω σε ημερήσια εκδρομή του σχολείου.
Σαν να μη μ’ έφτανε η στεναχώρια μου που δεν θα πήγαινα εκδρομή με τους συμμαθητές μου, έφαγα και ξύλο από το δάσκαλο γιατί, λέει, ήμουν υποχρεωμένος να συμμετέχω εις όλας τας εκδηλώσεις του σχολείου.
Λες και με το ξύλο που μου ‘ριξε θα με βοηθούσε να βρω χρήματα για να πάω εκδρομή.
Μάλιστα, για να με τιμωρήσει ακόμα περισσότερο, στο τέλος της σχολικής χρονιάς που κάναμε την καθιερωμένη αποχαιρετιστήρια γιορτή, δεν μου έδωσε κανένα ρόλο στα σκετς που περιελάμβανε το πρόγραμμα.
Και ας προβιβάσθηκα με «Άριστα 10». Όπου φτωχός κι η μοίρα του.
Όμως, με την ευκαιρία και με αφορμή τη σημερινή ημέρα, θαρρώ χρέος μου είναι να βάλω ένα σπυρί μοσκολίβανο στ’ αναμμένα φυλλοκάρδια μου, για να θυμιάσω μια ψυχή… Μια δεκαριά χρονώ ήμουνε κι επήγαινα στην τρίτη του δημοτικού, σ’ ένα ημιυπόγειο σκολιό κοντά στον Μιχαήλ Αρχάγγελο, όπως σας είπα.
Αξέχαστο σκολιό, κι ας ήτανε χωμάτινο το πάτωμα του κι ας μην είχε αποχωρτήριο κι ας επίναμε νερό όλα τα κοπέλια από μια και μοναδική βρύση που έτρεχε μέσα σ’ έναν τσίγκινο κουβά.
Αξέχαστο σκολιό, κυρίως για τον δάσκαλο που είχαμε, Εμμανουήλ Μπιτζαράκη τονε λέγανε κι ήτανε η αιτία που ονειρευόμουνε άμα θα μεγάλωνα να γινόμουνε δάσκαλος για να μ’ αγαπούσανε όλα τα κοπέλια, κατά που αγάπουνα κι εγώ εκείνον τον δάσκαλο.
Συχνά τον θυμούμαι, ιδιαίτερα κάθε που διαβάζω και ακούω για τους αγώνες των δασκάλων για να μπει ένα τέλος στα βάσανα τους σ' ένα κράτος που ποτέ δεν έπαψε να τους βασανίζει, πετώντας τους στα κάτεργα της απαξίωσης, της ανέχειας και των μισθών πείνας.
Λεπτομέρειες για τους αγώνες του δασκάλου μου δεν εκάτεχα, όμως ψυχανεμιζόμουνα το απάλε του, γιατί κάθε λίγο και λιγάκι εθώρουνα χωροφυλάκους να ΄ρχονται στο σκολιό και να του δίνουνε χαρτιά ή και να τονε παίρνουνε μαζί τους.
Ετότε σας ήτανε που οι γονέοι μου μου αγοράσανε και την πρώτη σάκα τση ζωής μου.
Από το βιβλιοπωλείο του Μανόλη Λυρατζάκη την είχανε παρμένη.
Πέτσινη με χαρταλάμια και ολόχρυση κλειδωνιά. Ω Παναγία μου πως εμύριζε το πετσί της! Πιότερο και καλύτερα από το μοσκολίβανο που ‘βαζε στο θυμιατό του ο παπά Μανόλης στην εκκλησιά της Αγιάς Βαρβάρας εμύριζε.
Αγκαλιά την έπαιρνα την πέτσινη σάκα στην κοιμηθιά μου.
Κι εκόλλουνα τη μύτη μου στο πετσί, παίρνοντας όσο βαθύτερες αναπνιές εμπόρουνα, για να πέψω τη μυρωδιά ίσαμε τα δαχτύλια των ποδιών μου.
Θυμούμαι με πόσο καμάρι την έδειξα του δασκάλου μου. Του Εμμανουήλ Μπιτζαράκη.
Του μοναδικού δασκάλου μου, που θυμούμαι και μνημονεύω τ' όνομα του.
Θυμούμαι πως κι αυτός με καμάρι μου ‘πε «μπράβο» και μου χάρισε ένα μολύβι αγκίνιο που ‘χε στην τσέπη του. Θυμούμαι πως σε μια ολιά ώρα, ξανάρθε ο χωροφύλακας…
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους