Ήταν κάποτε σε ένα νησί γυμνό και ανεμοδαρμένο, εκεί που τα βράχια κόβουν τη θάλασσα σαν μαχαίρι, μια γυναίκα που αγάπησε πολυ και για πάντα. Η Μυρσίνη είχε μεγαλώσει με την πεποίθηση πως η ζωή της...
Ήταν κάποτε σε ένα νησί γυμνό και ανεμοδαρμένο, εκεί που τα βράχια κόβουν τη θάλασσα σαν μαχαίρι, μια γυναίκα που αγάπησε πολυ και για πάντα. Η Μυρσίνη είχε μεγαλώσει με την πεποίθηση πως η ζωή της ήταν ήδη γραμμένη από άλλους.
Ο πατέρας της είχε συμφωνήσει να την δώσει στον γιο ενός φίλο του που είχε το καρνάγιο από το διπλανό χωριό, έναν άντρα καλό και ήσυχο που θα της εξασφάλιζε σπίτι πέτρινο και μια άνετη ζωή.
Εκείνη όμως, από τα δεκαεπτά της χρόνια, είχε δώσει την καρδιά της αλλού, σε έναν άντρα που κουβαλούσε ήδη πένθος.
Τον έλεγαν Γιάννη και ήταν καραβομαραγκός, χήρος από τον προηγούμενο χειμώνα, με μια γυναίκα θαμμένη στο νεκροταφείο του Αϊ-Νικόλα και ένα παιδί που μεγάλωνε μακριά, στην Άνδρο, με τη γιαγιά του.
Ήταν μεγαλύτερος, σκληρός στα χέρια και μαλακός στα μάτια, και η αρμύρα είχε ποτίσει το δέρμα του.
Η αγάπη τους δεν γεννήθηκε με λόγια μεγάλα, γεννήθηκε στα κλεμμένα λεπτά, όταν εκείνη του πήγαινε νερό και φαγητό στο καρνάγιο που δούλευε ο πατέρας της, όταν εκείνος της έφτιαχνε ένα μικρό ξύλινο βαρκάκι για να παίζει.
Κανείς δεν τους είδε στην αρχή, ούτε είχαν καταλάβει κάτι γιατί πρόσεχαν πολύ και η Μυρσίνη φοβόταν την οργή του πατέρα της αν μάθαινε κάτι.
Όλο το καλοκαίρι ζούσαν σε μια άλλη διάσταση, συναντιόντουσαν στο παλιό εκκλησάκι του Προφήτη Ηλία, αντάλλασσαν ένα άγγιγμα, ένα βλέμμα που κρατούσε περισσότερο από όσο έπρεπε.
Εκείνη πίστευε πως η αγάπη μπορεί να σβήσει το παρελθόν του, εκείνος πίστευε πως μπορεί να ξαναρχίσει από την αρχή μέσα από τα δικά της μάτια.
Όταν το έμαθε το νησί, δεν έγινε φασαρία.
Έγινε κάτι χειρότερο. Σιωπή.
Οι γυναίκες σταμάτησαν να την χαιρετούν στο πηγάδι, οι άντρες σταμάτησαν να δίνουν δουλειά στον Γιάννη.
Ο παπάς την κάλεσε και της είπε πως η αμαρτία δεν είναι να αγαπάς, αλλά να ξεχνάς τη θέση σου.
Ο πατέρας της την κλείδωσε στο σπίτι για ένα μήνα.
Εκείνη την περίοδο εκείνος ετοίμαζε το καΐκι του, το έβαφε κόκκινο και μπλε, όπως βάφουν οι ερωτευμένοι τα καΐκια τους, σαν να θέλουν να πουν στη θάλασσα πως δεν φοβούνται.
Της είχε υποσχεθεί πως θα την πάρει και θα φύγουν μαζί με την πρώτη μπουνάτσα για την Σύρο, να αρχίσουν αλλού.
Η μπουνάτσα δεν ήρθε ποτέ.
Ήρθε μια νύχτα με νοτιά δυνατό, από εκείνους που σηκώνουν τον βυθό και τον πετάνε στα βράχια.
Εκείνος, ανυπόμονος, αποφάσισε να δοκιμάσει το καΐκι μόνος του, να δει αν αντέχει το πέρασμα μέχρι το απέναντι λιμάνι, για να είναι έτοιμο για εκείνη.
Η θάλασσα όμως δεν συγχωρεί την βιασύνη των ερωτευμένων.
Το ξύλο λύγισε, το κατάρτι έσπασε, και το κύμα τον πέταξε πάνω στα κοφτερά βράχια της Ανατολής.
Το βρήκαν το επόμενο πρωί μισοβυθισμένο, με τα κουπιά να επιπλέουν γύρω του σαν χέρια που ζητούσαν βοήθεια.
Εκείνη δεν έκλαψε μπροστά σε κανέναν.
Δεν φόρεσε μαύρα γιατί δεν της επέτρεπαν να πενθήσει έναν άντρα που επίσημα δεν ήταν δικός της.
Παντρεύτηκε τελικά τον γιο του του φίλου του πατέρα της, έκανε δυο παιδιά, έζησε μια ζωή σωστή και καθαρή όπως την ήθελαν όλοι.
Κάθε απόγευμα όμως, όταν ο αέρας δυνάμωνε και ο ουρανός γινόταν βαρύς σαν μολύβι, κατέβαινε μόνη της στην άκρη του γκρεμού, εκεί που είχε βουλιάξει το κόκκινο καΐκι.
Καθόταν ξυπόλητη πάνω στην πέτρα, με ένα παλιό κομμάτι δίχτυ στα χέρια, και κοιτούσε το νερό.
Δεν περίμενε να γυρίσει.
Ήξερε πως κάποιοι άνθρωποι δεν γυρίζουν ποτέ.
Περίμενε μόνο να θυμηθεί για λίγα λεπτά πως κάποτε υπήρξε για κάποιον κάτι περισσότερο από κόρη, γυναίκα και μάνα.
Υπήρξε αγαπημένη και όσο τα χρόνια περνούσαν, το σώμα της λύγιζε, τα μαλλιά της γκρίζαραν, αλλά εκείνη η αγάπη έμενε μέσα της άθικτη και καταδικασμένη, όχι γιατί τελείωσε άσχημα, αλλά γιατί δεν της επέτρεψαν ποτέ να τελειώσει κανονικά.
Έμεινε μετέωρη ανάμεσα στο κύμα και στον βράχο, όπως το καΐκι που δεν έφτασε ποτέ στο απέναντι λιμάνι, και την κρατούσε ζωντανή με έναν τρόπο που κανένας γάμος και κανένα παιδί δεν μπόρεσε να της δώσει. Άννα Δανάλη
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους