«Χτυπάω το καμπανάκι: σε 3-4 χρόνια από τώρα θα τρέχουμε και δεν θα προλαβαίνουμε. Τώρα πρέπει να δούμε το θέμα του ποιος δίνει πιστοποίηση, πώς τη δίνει. Μου ήρθε μία καταγγελία, την έστειλα στον...
«Χτυπάω το καμπανάκι: σε 3-4 χρόνια από τώρα θα τρέχουμε και δεν θα προλαβαίνουμε.
Τώρα πρέπει να δούμε το θέμα του ποιος δίνει πιστοποίηση, πώς τη δίνει.
Μου ήρθε μία καταγγελία, την έστειλα στον εισαγγελέα, που έλεγε ότι ο ‘τάδε’ δεν έδωσε εξετάσεις αγγλικών, πήγε η καθηγήτρια αγγλικών να δώσει εξετάσεις για αυτόν.
Κατονόμασε ποια καθηγήτρια ήταν.» @followers Η συγκεκριμένη φράση ανήκει στον Πρόεδρο του ΑΣΕΠ Θάνο Παπαϊωάννου.
Ειπώθηκε κατά τη διάρκεια τοποθέτησής του στη Βουλή, στο πλαίσιο ακρόασης φορέων για νομοσχέδιο του Υπουργείου Εσωτερικών.
Με τα λόγια αυτά, ο Πρόεδρος του ΑΣΕΠ θέλησε να κρούσει τον κώδωνα του κινδύνου για το σοβαρό ζήτημα των πλαστών ή παράνομων πιστοποιήσεων («μαϊμού»), οι οποίες χρησιμοποιούνται από υποψηφίους για να εξασφαλίσουν μοριοδότηση, καθώς και για τη διοικητική ή μισθολογική τους εξέλιξη στο Δημόσιο. Τα Κύρια Σημεία της Τοποθέτησης: • Απουσία ελέγχου: Τόνισε την ανάγκη να εξεταστεί άμεσα το καθεστώς των φορέων που εκδίδουν αυτές τις πιστοποιήσεις και ο τρόπος με τον οποίο τις χορηγούν. • Συγκεκριμένο περιστατικό: Αναφέρθηκε σε επώνυμη καταγγελία που διαβίβασε στον εισαγγελέα, σύμφωνα με την οποία καθηγήτρια αγγλικών πήγε και έδωσε εξετάσεις για λογαριασμό υποψηφίου. • Διεθνείς «παρατυπίες»: Ανέφερε ενδεικτικά την περίπτωση εξ αποστάσεως μεταπτυχιακού (Master) από πανεπιστήμιο της Ιταλίας, το οποίο παρείχε σημειώσεις στα ελληνικά, οδηγώντας θεωρητικά σε «άριστη γνώση» της ιταλικής γλώσσας. Το ΑΣΕΠ έχει ξεκαθαρίσει δημόσια ότι η εποπτεία και ο έλεγχος των φορέων πιστοποίησης δεν εμπίπτουν στις δικές του αρμοδιότητες, αλλά ανήκουν σε άλλους κρατικούς φορείς.
Ωστόσο, η Ομοσπονδία Ιδιωτικών Εκπαιδευτικών Λειτουργών Ελλάδας (ΟΙΕΛΕ) επανέφερε το θέμα στο προσκήνιο, ζητώντας την πλήρη και σε βάθος διερεύνηση των καταγγελιών για λόγους αξιοκρατίας και διαφάνειας.
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους