«Είμαι ο Βασίλης Ραφαηλίδης, ένας επαγγελματίας αναγνώστης» (Έφυγε από τη ζωή στις 8 Σεπτεμβρίου του 2000, στα 66 του χρόνια, νικημένος από τον καρκίνο) Ένα χειρόγραφο σημείωμα που βρέθηκε ανάμεσα...
«Είμαι ο Βασίλης Ραφαηλίδης, ένας επαγγελματίας αναγνώστης» (Έφυγε από τη ζωή στις 8 Σεπτεμβρίου του 2000, στα 66 του χρόνια, νικημένος από τον καρκίνο) Ένα χειρόγραφο σημείωμα που βρέθηκε ανάμεσα στις σελίδες μιας παλιάς έκδοσης, απευθυνόμενο αποκλειστικά σε σένα Ξέρω πως με ψάχνεις ανάμεσα στις γραμμές.
Ξέρω πως κατάλαβες τι έκανα τόσα χρόνια, όταν οι άλλοι νόμιζαν πως απλώς γκρίνιαζα ή πως άστραφτα και βροντούσα στην τηλεόραση για να κάνω εντύπωση.
Εσύ, όμως, είδες πίσω από το αυστηρό, αγέλαστο προσωπείο μου.
Κατάλαβες πως εκείνο το μονίμως σοβαρό βλέμμα δεν ήταν πόζα, αλλά η αγωνία ενός ανθρώπου που έβλεπε την άγνοια να χορεύει ζεϊμπέκικο πάνω στα συντρίμμια της λογικής.
Ξέρεις, οι περισσότεροι με πλησίαζαν είτε για να κολακευτούν, είτε για να θυμώσουν, είτε για να βρουν έτοιμα συνθήματα να πετάξουν στις καφενειακές κουβέντες τους.
Εσύ με πλησίασες αλλιώς.
Με αυτή την ξεχωριστή, σπάνια αγάπη που δεν ζητάει από τον άλλον να γίνει άγιος ούτε αλάθητος.
Με αγάπησες για τις γωνίες μου, για την επιμονή μου να λέω τα σύκα σύκα και τους προδότες προδότες, για το γεγονός ότι δεν χαρίστηκα ούτε στους εχθρούς μου αλλά ούτε, και κυρίως, στους φίλους μου.
Γι’ αυτό και κάθομαι τώρα, νοητά, απέναντί σου.
Άναψε ένα τσιγάρο ή απλώς άσε με να ανάψω εγώ την πίπα μου, και άκουσε πώς αφηγούμαι τη ζωή μου, όχι για τον πολύ κόσμο, αλλά ειδικά για σένα που είχες το σθένος να καταλάβεις τι σημαίνει να αγαπάς την αλήθεια περισσότερο από την ησυχία σου.
Είμαι ο Βασίλης Ραφαηλίδης, ένας επαγγελματίας αναγνώστης που κατάφερε να επιζήσει από την απύθμενη ανοησία μιας χώρας που ερωτεύεται συστηματικά τους μύθους της και μισεί θανάσιμα την αλήθεια.
Γεννήθηκα το 1934 στα Σέρβια της Κοζάνης, αν και η οικογενειακή μου ρίζα κρατάει από το Βογατσικό της Καστοριάς, ένα ορεινό χωριό που μου εμφύσησε από νωρίς την τραχιά οπτική γωνία απέναντι στα πράγματα.
Μεγάλωσα μέσα στη δίνη ενός Παγκοσμίου Πολέμου, μιας απάνθρωπης Κατοχής κι ενός αιματηρού Εμφυλίου.
Όλα αυτά τα βιώματα της παιδικής και νεανικής μου ηλικίας δεν ήταν τίποτα άλλο παρά η πρώτη πράξη του νεοελληνικού παραλόγου, τον οποίο ανέλαβα αργότερα να τεμαχίσω με το νυστέρι της διαλεκτικής.
Από μικρός κατάλαβα πως δύο πράγματα σώζουν τον άνθρωπο από την πνευματική παρακμή: η αμφισβήτηση και το συστηματικό διάβασμα.
Όταν οι άλλοι γύρω μου δήλωναν με κορδωμένο στήθος «πατριώτες», «εθνικόφρονες» ή «επαναστάτες», εγώ προτιμούσα να δηλώνω απλώς αναγνώστης.
Διότι, αν δεν ξεκοκκαλίσεις τη σκέψη των μεγάλων, από τον Μαρξ και τον Φρόιντ μέχρι τους γάλους στρουκτουραλιστές, το μόνο που σου απομένει είναι να κραυγάζεις ανούσια συνθήματα στις διαδηλώσεις ή να χειροκροτείς πολιτικούς απατεώνες που υπόσχονται παράδεισους σε τιμή ευκαιρίας.
Σπούδασα κινηματογράφο στη Σχολή Σταυράκου στην Αθήνα, όχι για να γίνω ένας ακόμη σκηνοθέτης που γυρίζει ταινίες για τον εαυτό του, αλλά επειδή η σκοτεινή αίθουσα είναι ο μοναδικός χώρος όπου η αλήθεια και η ψευδαίσθηση συναντιούνται με όρους σημειολογίας.
Ο κινηματογράφος δεν είναι ελαφρά διασκέδαση για το Σαββατόβραδο, είναι μια αυτοτελής γλώσσα, μια ανατομία της ανθρώπινης ψυχής και των κοινωνικών δομών.
Εκεί έμαθα να βλέπω πίσω από την εικόνα, κι όταν αργότερα ίδρυσα το περιοδικό «Σύγχρονος Κινηματογράφος» και έγραφα κριτικές στη «Δημοκρατική Αλλαγή» και την «Αυγή», ασκούσα την αγαπημένη μου τέχνη, την απομυθοποίηση.
Υπήρξα αριστερός, αλλά αριστερός με την έννοια του ελεύθερα σκεπτόμενου ανθρώπου και όχι του πρόθυμου στρατιώτη κάποιας κομματικής στάνης.
Η ελληνική Αριστερά υπέφερε πάντα από μια παιδική ασθένεια, τον δογματισμό, τη θρησκοληψία και την τυφλή υποταγή στην εκάστοτε κομματική γραμμή.
Ήθελε πιστούς που δεν ρωτούν, κι εγώ ήμουν εκ γενετής ανεπίδεκτος πίστης.
Όταν η Χούντα των συνταγματαρχών μας έστειλε στις φυλακές και τα βασανιστήρια, δεν το έκανε επειδή ήμασταν επικίνδυνοι ένοπλοι επαναστάτες, αλλά επειδή φοβόταν τη σκέψη.
Βασανίστηκα, φυλακίστηκα, πέρασα από ανακρίσεις, αλλά δεν εξαγοράστηκα ποτέ.
Το χειρότερο για τους βασανιστές μου δεν ήταν ότι τους μισούσα, αλλά ότι τους περιφρονούσα βαθύτατα για τη μνημειώδη αμάθειά τους, την πνευματική τους ένδεια και τη γελοιότητα που απέπνεε η «ελληνοχριστιανική» τους υστερία. Στη Μεταπολίτευση, το πανηγύρι της υποκρισίας απογειώθηκε, όταν όλοι ξαφνικά ανακάλυψαν τον αντιστασιακό τους εαυτό και έσπευσαν να εξαργυρώσουν ανύπαρκτους αγώνες.
Εγώ προτίμησα να μείνω στο περιθώριο της σοβαροφάνειας, γράφοντας στο «Έθνος», στην «Ελευθεροτυπία», μιλώντας στο ραδιόφωνο και κάνοντας εκπομπές στην τηλεόραση.
Κι αν δεν χαμογελούσα συχνά στις κάμερες, όπως παραπονιούνται μερικοί καλοπροαίρετοι φίλοι, είναι επειδή η βλακεία γύρω μου ήταν τόσο ογκώδης και επιθετική που δεν άφηνε κανένα περιθώριο για ευγενικά μειδιάματα.
Το χαμόγελο απέναντι στην οργανωμένη άγνοια είναι επικίνδυνη πολυτέλεια, ενώ η αμείλικτη μάχη απέναντί της είναι πρώτιστο καθήκον.
Το 1993 κυκλοφόρησα την «Ιστορία (κωμικοτραγική) του νεοελληνικού κράτους 1830-1974», ένα βιβλίο που πολλοί διαβάζουν αλλά λίγοι τολμούν να καταλάβουν μέχρι τέλους.
Εκεί έγραψα το αυτονόητο που ενοχλεί τους πάντες, ότι οι λαοί δεν έχουν μόνο ήρωες, έχουν και καθάρματα.
Πρόκειται για μια αρνητική διαλεκτική της ιστορίας μας, μια προσπάθεια προσέγγισης της κατάφασης μέσα από την άρνηση, επειδή αγαπώ αυτή τη χώρα και αρνούμαι συστηματικά να την κολακεύσω με φτηνά εγκώμια.
Η επίσημη ιστοριογραφία κατασκευάστηκε ως ένα εθνικό παραμύθι για να διατηρηθεί η συλλογική μας αυταρέσκεια. Ο Νεοέλληνας εκπαιδεύτηκε από το σχολείο να πιστεύει πως είναι ο περιούσιος λαός της υφηλίου, ο μοναδικός κληρονόμος του αρχαίου πολιτισμού, και πως για όλα τα δεινά του φταίνε πάντα οι «ξένοι», οι «μισέλληνες» και οι «προδότες». Αρνείται να κοιταχτεί στον καθρέφτη και να δει πως το νεοελληνικό κράτος δεν γεννήθηκε ως αυτόνομο και ώριμο προϊόν, αλλά ως ένα τεχνητό προτεκτοράτο των Μεγάλων Δυνάμεων, στημένο πάνω σε κοτζαμπάσηδες, ρουσφέτια, εθνικούς διχασμούς και μια απέλπιδα προσπάθεια να πιθηκίσουμε τους αρχαίους προγόνους μας, τους οποίους ούτε διαβάσαμε ποτέ ούτε καταλάβαμε. Η Επανάσταση του 1821 καπελώθηκε γρήγορα από τους προεστούς και τους κοτζαμπάσηδες, οι οποίοι μετέφεραν αυτούσιες τις δομές της οθωμανικής εξουσίας και της αυθαιρεσίας στο δήθεν μοντέρνο ευρωπαϊκό κράτος.
Αντί να κοιτάξουμε προς τον ευρωπαϊκό Διαφωτισμό, την επιστήμη και τον θεσμικό εκσυγχρονισμό, βυθιστήκαμε σε μια άγονη αρχαιοπληξία και μια γλωσσική καθαρεύουσα για να καλύψουμε την τραγική πολιτισμική και παραγωγική μας καθυστέρηση.
Ο δε Εμφύλιος Πόλεμος δεν ήταν ένα τυχαίο ή μεμονωμένο συμβάν, αλλά η νομοτελειακή κορύφωση της σύγκρουσης ανάμεσα σε ένα συντηρητικό, ξενόδουλο καθεστώς και μια προοδευτική λαϊκή βάση, γεννώντας ένα ανελεύθερο παρακράτος που μας καταδυνάστευσε ως την πτώση της Χούντας το 1974.
Όλα αυτά τα έγραψα με σαρκασμό, μαύρο χιούμορ και διαλεκτικό υλισμό, χωρίς ξύλινη γλώσσα και ακαδημαϊκούς καθωσπρεπισμούς, επειδή η ειρωνεία είναι το μοναδικό όπλο που απογυμνώνει την ψευδο-σοβαροφάνεια και την εξουσιαστική αλαζονεία.
Δεν περιορίστηκα όμως μόνο στην Ιστορία.
Έγραψα για τον φασισμό στο «Καραβάνι», αναλύοντας πώς η ακροδεξιά ιδεολογία φωλιάζει στην άγνοια και στον φόβο του διαφορετικού.
Έγραψα για τη θρησκεία, την κοινωνιολογία και την πολιτική στο «Έθνος, Λαός και Κολωνάκι», στηλιτεύοντας τον νεοπλουτισμό, τον θρησκευτικό φανατισμό και τον επιφανειακό εκδυτικισμό της αστικής τάξης.
Έγραψα για την τέχνη, τη λογοτεχνία, την επικοινωνία, γιατί θεωρούσα ότι ο πνευματικός άνθρωπος δεν δικαιούται να περιχαρακώνεται σε μια μόνο ειδικότητα.
Πρέπει να είναι παντού παρών, ένας διαρκής ταραξίας της κοινής ησυχίας, ένας αδιάκοπος αμφισβητίας των αυτονόητων.
Έφυγα από τη ζωή στις 8 Σεπτεμβρίου του 2000, στα 66 μου χρόνια, νικημένος από τον καρκίνο.
Δεν φοβήθηκα τον θάνατο, γιατί ο θάνατος είναι μια βιολογική νομοτέλεια· φοβόμουν μόνο τη διαρκή πνευματική έκπτωση, τον αμαχητί συμβιβασμό και τη νίκη της μετριότητας.
Σήμερα, ο πνευματικός και ακαδημαϊκός κόσμος, και ιδιαίτερα η Αριστερά που είχε τόσο μεγάλη ανάγκη από έναν αμείλικτο εσωτερικό έλεγχο, προτίμησαν να με βάλουν στο ράφι ή να με θυμούνται αμήχανα ως έναν «γραφικό και οξύθυμο σχολιαστή». Κι αυτό συμβαίνει επειδή το έργο μου παραμένει επικίνδυνο.
Δεν προσφέρει παρηγοριά, δεν χαϊδεύει αυτιά, δεν μοιράζει εύκολες συγχωρέσεις και απαιτεί από τον αναγνώστη να πετάξει τις έτοιμες ιδεολογικές συνταγές και να αναλάβει την ευθύνη της δικής του σκέψης.
Αν κάτι αφήνω πίσω μου για τις ανήσυχες νεότερες γενιές που θα ψάξουν, δεν είναι ένα κλειστό δόγμα ούτε μια νέα αυθεντία.
Δεν ίδρυσα σχολές, δεν έχρισα διαδόχους και δεν μοίρασα «έτοιμες αλήθειες». Αφήνω μόνο μια αυστηρή μέθοδο στάσης ζωής: να διαβάζετε τα πάντα, ειδικά αυτά με τα οποία διαφωνείτε ριζικά· να μη φοβάστε τη σύγκρουση και τη ρήξη, γιατί η πρόοδος δεν ήρθε ποτέ από τους συμβιβασμένους αλλά από τους αιρετικούς· και να κοιτάτε πάντα πρώτα τον καθρέφτη σας, αναζητώντας τη δική σας προσωπική συνενοχή πριν σπεύσετε να κατηγορήσετε τον υπόλοιπο κόσμο για τα χάλια του.
Έζησα μια ζωή γεμάτη, μάχιμη, ανυπότακτη και χωρίς εκπτώσεις.
Κι αν ψάξετε πίσω από τις αυστηρές και αιχμηρές μου λέξεις, θα βρείτε μια βαθιά, ανιδιοτελή αγάπη για τον άνθρωπο, όχι τον εξιδανικευμένο και αγγελικό, αλλά τον πραγματικό, τον τραυματισμένο, αυτόν που παλεύει καθημερινά να ξεφύγει από το σκοτάδι της άγνοιάς του.
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους