ΤΟ ΜΗΝΥΜΑ ΕΛΗΦΘΗ Από το Μαγδεμβούργο στην Αθήνα: όταν οι μεταρρυθμίσεις χάνουν την κοινωνία Του Νίκου Ι. Νικολόπουλου Προέδρου του Χριστιανοδημοκρατικού Κόμματος Ελλάδος Πρώην Υφυπουργού και πρώην...
ΤΟ ΜΗΝΥΜΑ ΕΛΗΦΘΗ Από το Μαγδεμβούργο στην Αθήνα: όταν οι μεταρρυθμίσεις χάνουν την κοινωνία Του Νίκου Ι. Νικολόπουλου Προέδρου του Χριστιανοδημοκρατικού Κόμματος Ελλάδος Πρώην Υφυπουργού και πρώην Βουλευτή Η ιστορική επικράτηση της Εναλλακτικής για τη Γερμανία στη Σαξονία-Άνχαλτ δεν επιτρέπει ούτε πανηγυρισμούς χωρίς περίσκεψη ούτε αφορισμούς χωρίς πολιτική ανάλυση.
Η ευκολότερη αντίδραση για τις ευρωπαϊκές ηγεσίες θα ήταν να καταγγείλουν τους ψηφοφόρους, να υψώσουν ακόμη ψηλότερα τα κομματικά τείχη και να συνεχίσουν ακριβώς την ίδια πολιτική.
Αυτή θα ήταν, όμως, και η πιο επικίνδυνη επιλογή.
Η κατανόηση μιας λαϊκής ψήφου δεν σημαίνει αποδοχή κάθε θέσης του κόμματος που την εισπράττει.
Αποτελεί, όμως, στοιχειώδες δημοκρατικό καθήκον.
Στις εκλογές της 6ης Σεπτεμβρίου 2026, η AfD συγκέντρωσε 43,8% και κατέλαβε 39 από τις 83 έδρες του τοπικού Κοινοβουλίου, μένοντας μόλις τρεις έδρες μακριά από την απόλυτη πλειοψηφία.
Το 2021 είχε λάβει 20,8%. Αντιθέτως, το CDU περιορίστηκε στο 17,2%, από 37,1% πριν από πέντε χρόνια.
Μέσα σε μία πενταετία οι πολιτικοί συσχετισμοί αντιστράφηκαν πλήρως. Η AfD υπερδιπλασίασε τη δύναμή της, ενώ οι Χριστιανοδημοκράτες υπέστησαν ιστορική συντριβή.
Δεν πρόκειται πλέον για μια στιγμιαία ψήφο διαμαρτυρίας.
Πρόκειται για βαθιά μετατόπιση πολιτικής εμπιστοσύνης.
Χρειάζεται, ασφαλώς, μέτρο στην αξιολόγηση. Η Σαξονία-Άνχαλτ είναι ένα από τα λιγότερο πολυπληθή γερμανικά κρατίδια.
Οι 576.037 δεύτερες ψήφοι που έλαβε η AfD αντιστοιχούν περίπου στο 1% του συνολικού γερμανικού εκλογικού σώματος.
Η περιοχή, ωστόσο, λειτουργεί ως εργαστήριο ευρύτερων πολιτικών και κοινωνικών ανατροπών.
Η μείωση του πληθυσμού, η υποχώρηση των δημόσιων υπηρεσιών, η ανεργία που βρίσκεται πάνω από τον εθνικό μέσο όρο, το υψηλό ενεργειακό κόστος και η βιομηχανική αναδιάρθρωση δημιούργησαν ένα ισχυρό αίσθημα εγκατάλειψης. Η AfD άντλησε, σύμφωνα με τις πρώτες εκτιμήσεις μετακίνησης ψηφοφόρων, περίπου 157.000 ψήφους από την αποχή και 83.000 από το CDU.
Δεν κινητοποίησε απλώς την οργή.
Διεκδίκησε πλέον εντολή εξουσίας.
Δεν πρόκειται να μαλώσουμε τον γερμανικό λαό.
Δεν θα τον αντιμετωπίσουμε με περιφρόνηση ούτε θα θεωρήσουμε ότι εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι ξύπνησαν ξαφνικά ένα πρωί και αποφάσισαν να γίνουν ακραίοι.
Οφείλουμε να ακούσουμε τι είπαν.
Και να πούμε καθαρά: το μήνυμα ελήφθη.
Η γερμανική οικονομία, η άλλοτε πανίσχυρη ατμομηχανή της Ευρώπης, έχασε το πλεονέκτημα της φθηνής ρωσικής ενέργειας.
Η κινεζική βιομηχανία πιέζει την αυτοκινητοβιομηχανία και άλλους παραδοσιακά ισχυρούς γερμανικούς κλάδους. Στη Σαξονία-Άνχαλτ, η χημική βιομηχανία δοκιμάζεται από το υψηλό ενεργειακό κόστος και την περιορισμένη ζήτηση.
Οι εργαζόμενοι βλέπουν τη σταθερότητα που τους υποσχέθηκαν να μετατρέπεται σε αβεβαιότητα για την εργασία, τον μισθό, τη σύνταξη και το μέλλον των οικογενειών τους.
Η κυβέρνηση του Φρίντριχ Μερτς απαντά με ένα λεξιλόγιο γνώριμο σε ολόκληρη την Ευρώπη: μεταρρυθμίσεις, ανταγωνιστικότητα, δημοσιονομική υπευθυνότητα.
Στη δημόσια συζήτηση βρίσκονται η αύξηση των ορίων συνταξιοδότησης, οι περιορισμοί στην αναρρωτική άδεια και νέες απαιτήσεις από εργαζομένους που ήδη αισθάνονται ανασφάλεια.
Μπορεί ορισμένες μεταρρυθμίσεις να είναι αναγκαίες.
Καμία μεταρρύθμιση, όμως, δεν είναι κοινωνικά ουδέτερη.
Το κρίσιμο ερώτημα είναι πάντοτε ποιος πληρώνει, ποιος προστατεύεται και εάν οι θυσίες οδηγούν σε χειροπιαστό αποτέλεσμα για τον πολίτη.
Στο σημείο αυτό συναντώνται πολιτικά το Βερολίνο και η Αθήνα. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης χρησιμοποιεί την ίδια γλώσσα: μεταρρυθμίσεις, δημοσιονομική αξιοπιστία, πλεονάσματα, επενδυτική βαθμίδα.
Δεν αμφισβητώ την ανάγκη ενός σοβαρού κράτους, με τάξη στα οικονομικά του.
Ως άνθρωπος που υπηρέτησε επί δεκαετίες στο Ελληνικό Κοινοβούλιο και ως πρώην Υφυπουργός Εργασίας, γνωρίζω ότι ένα κράτος που δανείζεται χωρίς όρια και ξοδεύει χωρίς σχέδιο υποθηκεύει την εθνική του κυριαρχία.
Η δημοσιονομική πειθαρχία, όμως, είναι μέσο.
Δεν είναι θρησκεία.
Η οικονομία υπάρχει για τον άνθρωπο και όχι ο άνθρωπος για τους οικονομικούς δείκτες. Η Ελλάδα μπορεί να εμφανίζει ανάπτυξη, πλεονάσματα και επενδυτική βαθμίδα, την ίδια στιγμή που το νοικοκυριό αντιμετωπίζει την ακρίβεια στα τρόφιμα, το δυσβάσταχτο κόστος της στέγης, τους λογαριασμούς της ενέργειας και τη διαρκή εξάντληση της αγοραστικής του δύναμης.
Σύμφωνα με τη Eurostat, ο μέσος ετήσιος μισθός πλήρους απασχόλησης στην Ελλάδα το 2024 ήταν 18.000 ευρώ, ο δεύτερος χαμηλότερος στην Ευρωπαϊκή Ένωση, έναντι ευρωπαϊκού μέσου όρου 39.800 ευρώ.
Αυτή είναι η απόσταση ανάμεσα στην κυβερνητική εικόνα και στην κοινωνική πραγματικότητα.
Η σύγκριση Μερτς και Μητσοτάκη δεν σημαίνει ότι εφαρμόζουν ταυτόσημα μέτρα.
Αναδεικνύει, όμως, μια κοινή πολιτική φιλοσοφία: πρώτα οι δημοσιονομικοί και αγοραίοι δείκτες και ύστερα, εάν περισσέψει χώρος, η κοινωνία. Στη Γερμανία η προσαρμογή εμφανίζεται ως περισσότερα χρόνια εργασίας και λιγότερη κοινωνική προστασία. Στην Ελλάδα αποτυπώνεται στην υπερβολική εξάρτηση από τους έμμεσους φόρους, στην ανεπαρκή προστασία απέναντι στην ακρίβεια και στην αδυναμία των μισθών να παρακολουθήσουν το πραγματικό κόστος ζωής.
Ας ονομάσουμε, επιτέλους, τα πράγματα με το όνομά τους.
Μεταρρύθμιση που βελτιώνει έναν δείκτη αλλά φτωχαίνει μια οικογένεια δεν είναι πρόοδος.
Δημοσιονομική πειθαρχία που προστατεύει συστηματικά τους ισχυρούς και φορτώνει τα βάρη στους μισθωτούς, στους συνταξιούχους, στους μικρομεσαίους, στους αγρότες και στους νέους μετατρέπεται σε αντιλαϊκή πολιτική φτωχοποίησης.
Και όταν αυτή η κατεύθυνση αναπαράγεται από τους ευρωπαϊκούς θεσμούς, τη Γερμανία και την Ελλάδα, η κοινωνική αντίδραση δεν πρέπει να προκαλεί έκπληξη.
Η ευρωπαϊκή Χριστιανοδημοκρατία δεν γεννήθηκε για να υπηρετεί μια άκαμπτη αριθμητική ούτε για να λειτουργεί ως λογιστήριο των αγορών.
Μετά τον πόλεμο οικοδόμησε την κοινωνική οικονομία της αγοράς: ελευθερία με ευθύνη, ιδιωτική πρωτοβουλία με κανόνες, ανάπτυξη με κοινωνική συνοχή, δημοσιονομική σταθερότητα με προστασία της ανθρώπινης αξιοπρέπειας.
Όταν η Κεντροδεξιά ξεχνά αυτή την παράδοση, παύει να είναι κοινωνική δύναμη και αφήνει πολιτικά ορφανό τον κόσμο της. Το CDU πίστεψε ότι μπορούσε να θεωρεί δεδομένους τους παραδοσιακούς ψηφοφόρους του και ότι θα ανακτούσε όσους απομακρύνονταν απλώς υιοθετώντας αυστηρότερη ρητορική στο μεταναστευτικό. Απέτυχε.
Όταν ένα κυβερνητικό κόμμα αντιγράφει το ύφος του αντιπάλου του, αλλά δεν λύνει τα προβλήματα που τον τροφοδοτούν, δεν ξανακερδίζει την κοινωνία.
Νομιμοποιεί το θέμα και τελικά ο ψηφοφόρος επιλέγει εκείνον που θεωρεί αυθεντικότερο.
Το ίδιο επικίνδυνο λάθος απειλεί τη σημερινή ηγεσία της Νέας Δημοκρατίας.
Ο δεξιός και κεντροδεξιός πολίτης δεν αρκείται σε λόγια περί νόμου και τάξης όταν αισθάνεται οικονομικά απροστάτευτος.
Δεν πείθεται από την επίκληση της σταθερότητας όταν η δική του ζωή είναι ασταθής.
Ζητά ασφαλή σύνορα και ξεκάθαρους κανόνες στο μεταναστευτικό.
Ζητά, όμως, ταυτόχρονα αξιοπρεπή μισθό, προσιτή κατοικία, δημόσια υγεία, στήριξη της οικογένειας, παραγωγική ανασυγκρότηση, θεσμική δικαιοσύνη και ισχυρή εθνική παρουσία.
Η κοινωνική πολιτική και η πατριωτική ευθύνη δεν είναι αντίπαλες έννοιες.
Είναι οι δύο βασικοί πυλώνες μιας γνήσιας λαϊκής Κεντροδεξιάς.
Υπάρχει, ασφαλώς, το θεσμικό ζήτημα του λεγόμενου «τείχους αποκλεισμού» απέναντι στην AfD.
Τα δημοκρατικά κόμματα έχουν δικαίωμα να αρνούνται συνεργασία με μια δύναμη της οποίας τις θέσεις θεωρούν ασύμβατες με τις συνταγματικές αρχές.
Το πρώτο κόμμα δεν αποκτά αυτομάτως δικαίωμα διακυβέρνησης χωρίς κοινοβουλευτική πλειοψηφία.
Το περιφερειακό τμήμα της AfD έχει χαρακτηριστεί από την αρμόδια γερμανική υπηρεσία ως ακροδεξιό-εξτρεμιστικό.
Το γεγονός αυτό απαιτεί αυξημένη θεσμική επαγρύπνηση και αυστηρό έλεγχο κάθε κυβερνητικής πράξης ως προς τη συνταγματική νομιμότητά της.
Το τείχος αποκλεισμού, όμως, δεν αποτελεί κοινωνική πολιτική.
Μπορεί να εμποδίσει έναν κυβερνητικό συνασπισμό.
Δεν μειώνει το κόστος της ενέργειας, δεν ανοίγει εργοστάσια, δεν αυξάνει τους μισθούς και δεν ενισχύει τα σχολεία και τα νοσοκομεία.
Εάν οι αιτίες της κοινωνικής οργής παραμένουν, ο αποκλεισμός τροφοδοτεί το επιχείρημα ότι όλα τα υπόλοιπα κόμματα αποτελούν ένα ενιαίο σύστημα απέναντι στους πολίτες.
Η σωστή δημοκρατική απάντηση είναι διπλή: αταλάντευτη υπεράσπιση του Συντάγματος και θαρραλέα αλλαγή των πολιτικών που γέννησαν την αποξένωση.
Το μήνυμα από το Μαγδεμβούργο φθάνει ευθέως στην Αθήνα.
Φθάνει στον Κυριάκο Μητσοτάκη και στο Μέγαρο Μαξίμου.
Η κοινωνική υπομονή δεν είναι ανεξάντλητη.
Οι πολίτες δεν είναι δεδομένοι και οι παραδοσιακές κομματικές ταυτότητες δεν αποτελούν ισόβια συμβόλαια.
Όταν μια κυβέρνηση αντικαθιστά τη ζωντανή σχέση με την κοινωνία με την επικοινωνιακή διαχείριση, αργά ή γρήγορα ανακαλύπτει ότι το κενό εκπροσώπησης έχει ήδη καλυφθεί. Ως Χριστιανοδημοκράτες δεν φοβόμαστε τη λαϊκή κρίση και δεν προσβάλλουμε τον λαό όταν η απόφασή του δεν μας αρέσει.
Ακούμε, κρίνουμε και προτείνουμε.
Θέλουμε δημοσιονομική σοβαρότητα με κοινωνική δικαιοσύνη.
Ανάπτυξη με διάχυση του οφέλους.
Ασφάλεια με σεβασμό στο Σύνταγμα.
Πατριωτισμό με ευθύνη.
Ένα κράτος που θα στέκεται δίπλα στην οικογένεια, στην εργασία και στην παραγωγή. Η Σαξονία-Άνχαλτ δεν εξέδωσε πιστοποιητικό αποδοχής κάθε πρότασης της AfD.
Εξέδωσε, όμως, μια βαριά καταδικαστική απόφαση εναντίον της αλαζονείας, της κοινωνικής εγκατάλειψης και της πολιτικής ακινησίας.
Προς τον Μερτς, προς τον Μητσοτάκη και προς την Ευρώπη το μήνυμα είναι ένα: Η σταθερότητα χωρίς κοινωνική δικαιοσύνη εξαντλείται.
Η ανάπτυξη χωρίς συμμετοχή γεννά θυμό.
Και η μεταρρύθμιση χωρίς τον άνθρωπο χάνει τη δημοκρατική της νομιμοποίηση.
Το μήνυμα ελήφθη — αρκεί να υπάρχουν κυβερνήσεις πρόθυμες να το ακούσουν. @highlight
—————————- Εκλογικός σεισμός στη ΓΕΡΜΑΝΙΑ ταρακούνησε ΕΥΡΩΠΗ https://vm.tiktok.com/ZN8j1bxru/ Το μήνυμα ελήφθη στο ΜΑΞΙΜΟΥ ; https://www.youtube.com/live/k92Amm5M-8g?is=Olar7G4DLolvGD5c ΥΓ : https://www.youtube.com/live/HiADZIUIeQU?is=IBr-h4f2ZmNebihL
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους