ΜΕ ΤΟΝ ΠΟΙΗΤΗ ΚΛΕΙΤΟ ΚΥΡΟΥ Ήταν το 1996, η επόμενη χρονιά του σοβαρού χειρουργείου του στην καρδιά. Μιλώντας με τη Φιλιώ στο τηλέφωνο μάθαινα τα νέα της υγείας του, που σωματικά όλα πήγαιναν καλά...
ΜΕ ΤΟΝ ΠΟΙΗΤΗ ΚΛΕΙΤΟ ΚΥΡΟΥ Ήταν το 1996, η επόμενη χρονιά του σοβαρού χειρουργείου του στην καρδιά.
Μιλώντας με τη Φιλιώ στο τηλέφωνο μάθαινα τα νέα της υγείας του, που σωματικά όλα πήγαιναν καλά, αλλά ψυχολογικά ήταν όλα πεσμένα. «Σε παρακαλώ, κάλεσέ μας στα Τρίκαλα, μήπως δεχθεί και έλθει για να ανανήψει όσο μπορεί καλύτερα.
Και μήπως του έλθει η όρεξη της παρέας». Τους κάλεσα. Ο Κλείτος το συζήταγε με όλη την οικογένεια και περισσότερο με τον εαυτό του για κάμποσες ημέρες.
Ύστερα από επανειλημμένες κλήσεις αποφάσισε να έλθει. Πείσθηκε.
Ήταν η πρώτη του έξοδος από το σπίτι.
Δεν θέλησε να έλθει και να μείνει στο σπίτι μου, αλλά επέλεξε ένα ξενοδοχείο στα ψηλά βουνά.
Από τα χαράματα όμως μέχρι αργά το βράδυ ήμουνα μαζί του.
Ακολούθησαν δύο εκπλήξεις: Η μία ήταν όταν ανέλπιστα κατέφθασε ο Μάρκος Μέσκος για να μας κάνει παρέα.
Η δεύτερη όταν θέλησε και κατάφερε να ανεβεί τα σκαλιά των Μετεώρων χωρίς να κουραστεί, ενώ εξαρχής το απέκλειε.
Εκεί, σε κάποιο κελί της Ι.Μ. Αγ. Στεφάνου απάγγειλε από στήθους στο μικρό μας ακροατήριο και με απαράμιλλο λυρικό στόμφο κάποια αποσπάσματα από τις «Κραυγές» του και μας συγκλόνισε.
Τελικά του είχε έλθει η όρεξη.
Τον χάσαμε ύστερα από δέκα χρόνια.
Η σποδός του σκορπίστηκε στον Όλυμπο, όπου συχνά ανεβαίνω και είναι σαν να τον επισκέπτομαι.
Ας τον ξανακούσουμε: Κραυγές της νύχτας /15 Μιλώ με σπασμένη φωνή δεν εκλιπαρώ Τον οίκτο σας μέσα μου μιλούν χιλιάδες στόματα Που κάποτε φώναζαν οργισμένα στον ήλιο Μια γενιά που έψελνε τα δικαιώματά της Κουνώντας λάβαρα πανηγυριού σειώντας σπαθιά Γράφοντας στίχους εξαίσιους μιας πρώτης νεότητας Ποτίζοντας τα σπαρτά με περίσσιο αίμα Μικρά παιδιά που αφέθηκαν στο έλεος τ’ ουρανού Η γενιά μου ήταν μια αστραπή που πνίγηκε Η βροντή της η γενιά μου καταδιώχτηκε Σα ληστής σύρθηκε στο συρματόπλεγμα Μοίρασε σαν αντίδωρο τη ζωή και το θάνατο Οι άνθρωποι της γενιάς μου δεν πεθαίναν Στα νοσοκομεία κραυγάζαν έξαλλοι στα εκτελεστικά Αποσπάσματα τα χέρια τους ήταν μαγνήτες Τρώγαν πικρό ψωμί καπνίζαν φημερίδες Ζητώντας ευλαβικά μια θέση σ’ αυτή τη γη. Όπου κι αν στάθηκαν οι σκιές τους ριζώναν Άδικα προσπαθείτε δε θα ξεριζωθούν ποτέ Θα προβάλλουν μπροστά στα τρομαγμένα σας μάτια Τώρα τα καταλάβαμε όλα καταλάβαμε Τη δύναμή μας και για τούτο μιλώ Με σπασμένη φωνή που κλαίει Κάθε φορά στη θύμησή τους.
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους