● Ο βιαστής, το «cancel» και οι βιασμοί της λογικής | (Αν υιοθετείς τέτοιες πρακτικές χωρίς προβληματισμό και κυρίως κριτήρια αλήθειας, κάποια στιγμή μπορείς να βρεθείς και εσύ ως θύμα...)… -| του...
● Ο βιαστής, το «cancel» και οι βιασμοί της λογικής | (Αν υιοθετείς τέτοιες πρακτικές χωρίς προβληματισμό και κυρίως κριτήρια αλήθειας, κάποια στιγμή μπορείς να βρεθείς και εσύ ως θύμα...)… -| του Κώστα Βαξεβάνη // Στο “Documento” |- Η καταγγελία είναι τόσο βαριά και αποτρόπαιη, που κάποιος πρέπει να πάει φυλακή: ή αυτός που καταγγέλλεται ως βιαστής, ή αυτή που καταγγέλλει πιθανά ψευδώς και όσοι αναπαράγουν τις κατηγορίες.
Ας δούμε το περιστατικό που δεν είναι τόσο περιστατικό αλλά επικίνδυνο κοινωνικό σύμπτωμα που εμφανίζεται ως ριζοσπαστισμός και κίνημα.
Μία ενήλικη γυναίκα, κατήγγειλε έναν άντρα ο οποίος έχει πετυχημένη επαγγελματική πορεία ως τον βιαστή της.
Ο άντρας φέρεται να εκμεταλλεύτηκε τον θαυμασμό που είχε η γυναίκα στο πρόσωπό του και να προχώρησε σε βιασμούς επί χρόνια.
Στην καταγγελία που δημοσιεύτηκε αρχικώς σε «κινηματικό» διαδικτυακό τόπο και στη συνέχεια αναπαρήχθη και από επίσημα Μέσα Ενημέρωσης, όπως η «Εφημερίδα των Συντακτών», δεν υπάρχουν τα στοιχεία ούτε του υποτιθέμενου βιαστή, ούτε του θύματος.
Ο δράστης όμως φωτογραφίζεται επαρκώς ώστε να πληρώσει το τίμημα του εξευτελισμού, χωρίς να μπορεί ταυτόχρονα να υπερασπίσει τον εαυτό του αφού αποκαλύπτοντας την ταυτότητά του θα υποστεί όλο το κόστος.
Θυμίζω, ότι το δικαίωμα να υπερασπίζεται κάποιος τον εαυτό του, είναι βασική αρχή της Δημοκρατίας και του Κράτους Δικαίου.
Η καταγγελία, αν την κρίνουμε δημοσιογραφικά ή έστω λογικά, δεν έχει εκείνα τα στοιχεία που θα μπορούσε κάποιος να χαρακτηρίσει αποδείξεις ώστε να δικαιολογήσει τη δημοσίευση με ζητούμενο να ενημερωθεί η κοινωνία.
Ούτε το θύμα έχει καταγγείλει, πως επιχείρησε να βρει το δίκιο του και βρέθηκε αντιμέτωπο με κάποια καθόλου άγνωστη στην κοινή γνώμη, προσπάθεια συγκάλυψης.
Αντιθέτως, η ίδια περιγράφει μια σχέση, κατά τη διάρκεια της οποίας, επί χρόνια, ήταν σε επαφή με αυτόν που καταγγέλλει ως βιαστή της και είχε επανειλημμένα σεξουαλικές επαφές μαζί του.
Αυτές γίνονταν σε σπίτια, ακόμη και στο πάρκο, μετά από εκτεταμένες και δημόσιες επαφές (βόλτες, επισκέψεις σε ουζερί κλπ). Ο καταγγελλόμενος ως βιαστής, δεν τη φυλάκισε, δεν την έδεσε, δεν την απείλησε για να οδηγηθεί στην πράξη, στην οποία η ίδια προσερχόταν.
Το «θύμα» περιγράφει πολλές λεπτομέρειες της σεξουαλικής συνεύρεσής τους ώστε να είναι δύσκολο να αμφισβητηθεί (κυρίως από τον ίδιο) και ομολογεί πως μετά την κάθε συνεύρεσή τους ένιωθε αποτροπιασμό και δυσφορία.
Ωστόσο αυτός ο αποτροπιασμός δεν την εμπόδιζε από το να ξαναβρεθεί μαζί του και μάλιστα αυτοβούλως.
Επίσης, ο μετά την πράξη αποτροπιασμός, δεν αποτελεί στοιχείο βιασμού, αλλά μια αίσθηση που διακατέχει εκατομμύρια ανθρώπους γιατί έκαναν λάθος επιλογές συντρόφων.
Στο προσωπικό αφήγημα που στοιχειοθετεί την εικόνα του θύματος, υπάρχουν δύο ακόμη στοιχεία.
Αφενός η καταγγέλλουσα είναι μητέρα μονογονεϊκής οικογένειας, αφετέρου ο καταγγελλόμενος, είναι γνωστός «αντιρατσιστής, κινηματικός, αντισεξιστής». Άρα η ανάγκη για κοινωνική τιμωρία γίνεται ακόμη πιο επιτακτική αφού ο «δράστης» καταπάτησε τις αρχές ενός χώρου στον οποίο προφανώς απευθύνεται η γυναίκα.
Το κύριο ερώτημα, προφανώς είναι αν υπήρξε βιασμός.
Η κοινή γνώμη όμως καλείται να απαντήσει, κάνοντας υποθέσεις και παίρνοντας θέση, όχι για να υπάρξει κάποια τιμωρία επί της ουσίας.
Η προσφυγή στη λογική της «κοινωνικής τιμωρίας» του γνωστού πλέον «cancel», δεν γίνεται για να σπάσει το φράγμα της σιωπής και του φόβου (όπως έτρεξε να διατυπώσει γνωστή πολιτικός), αλλά για λόγους που μπορεί να είναι εκδίκηση ή προσωπική επιβεβαίωση.
Ποιο είναι άραγε εκείνο το στοιχείο που μετατρέπει την εντύπωση πως υπήρξε μια σχέση που δεν πήγε και πολύ καλά σε βεβαιότητα για βιασμό; Υπήρξαν και στην Ελλάδα περιπτώσεις, που η κινητοποίηση της κοινής γνώμης μετά από καταγγελίες, ανάγκασε τη Δικαιοσύνη να παρέμβει αλλά και άλλες γυναίκες να υπερβούν τον φόβο τους και να καταγγείλουν.
Δεν είναι όμως η κάθε καταγγελία βάσιμη, ούτε μπορεί κοινωνία να μετατραπεί σε όχλο που ζητά λιντσάρισμα αφού βαφτίζει αυτή τη διαδικασία κινηματική απαίτηση. Στις ΗΠΑ, εδώ και χρόνια έχει δημιουργηθεί μια ανυπέρβλητη κατάσταση.
Οι καθηγητές των Πανεπιστημίων, συναντούν τους φοιτητές τους με ανοιχτές πόρτες, από τον φόβο για καταγγελία σεξουαλικής παρενόχλησης.
Η τακτική αυτή δεν έχει υιοθετηθεί για να μην γίνονται σεξουαλικές παρενοχλήσεις, αλλά για να μην κατηγορηθεί κάποιος για αυτό και καταλήξει να καταστραφεί.
Υπάρχουν εκατοντάδες παραδείγματα καθηγητών κυρίως που καταστράφηκαν αν και οι καταγγελίες εναντίον τους αποδείχθηκαν τελικώς ανυπόστατες.
Το κίνημα MeToo, δεν είναι μόνο το όπλο ενάντια στην κακοποίηση, αλλά μπορεί εύκολα να μετατραπεί σε Ιερά Εξέταση, που έχει δικαίωμα να καταδικάσει με τα δικά της ακόμη και ιδεοληπτικά στοιχεία, πέρα από νόμους και από λογική.
Δεν μιλάμε πλέον για μια στάθμιση που γίνεται γιατί ένα σύστημα εξουσίας φροντίζει να καλύπτει τους παραβάτες, αλλά για τον φόβο να δημιουργηθούν κατηγορητήρια που θα δίνει αυθαίρετη εξουσία σε όποιον εκβιάζει και απειλεί με κατηγορίες.
Το 2018, μετά την υπόθεση του κινηματογραφικού παραγωγού Weinstein που είχε καταδικαστεί για σεξουαλικές παρενοχλήσεις, η Κατρίν Ντενέβ, υπέγραψε ένα κείμενο με 100 ακόμη γυναίκες, όπου διατύπωνε τον κίνδυνο, ένα ριζοσπαστικό κίνημα για την υπεράσπιση της γυναίκας, να μετατραπεί σε μια εκ των προτέρων καταδίκη κάθε αδέξιας ή ανεπιθύμητης ερωτικής προσέγγισης.
Τον κίνδυνο δηλαδή ακόμη και το φλερτ να ποινικοποιηθεί και να οδηγηθούμε σε παραλογισμό.
Οι 100 γυναίκες και η Ντενέβ, μιλούσαν για τον κίνδυνο διαμόρφωσης ενός νέου πουριτανισμού που θα οδηγήσει τα φύλα σε αφύσικες λειτουργίες.
Έγραφαν συγκεκριμένα στην ανοιχτή τους επιστολή: «ο βιασμός είναι έγκλημα.
Αλλά το επίμονο ή αδέξιο φλερτ δεν είναι αδίκημα, ούτε η αβρότητα φαλλοκρατική επίθεση». Η Ντενέβ δέχθηκε πρωτοφανή επίθεση γιατί εξέφρασε την άποψή της (αυτό και αν έχει μετατραπεί σε έγκλημα αν κρίνονται προσωποκεντρικές επιλογές που βαφτίζονται κινήματα) και ελάχιστα χρόνια μετά, η μεγάλη ηθοποιός επιβεβαιώνεται.
Ζούμε έναν νεοπουριτανισμό.
Οι νέες γενιές, κάτω από την πίεση να εμφανιστούν ευαίσθητες απέναντι σε αυτό που έχει βαφτιστεί παραβιαστικό, αρνούνται τη φύση τους.
Τα φύλα δεν διαδρούν, δεν βιώνουν τη μαγεία του έρωτα όπως αυτή διαμορφώνεται από την αποδοχή ή την απόρριψη, δεν δοκιμάζουν την ανθρώπινη φύση τους ή τη σεξουαλική τους διάθεση, δεν διαμορφώνονται από αυτή τη βιολογική τους λειτουργία, αλλά μεταλλάσσονται σε κριτές που κρατούν στο χέρι τους κανόνες της σύγχρονης Ιεράς Εξέτασης.
Η προσέγγιση μεταξύ των ανθρώπων, αντιμετωπίζεται με καχυποψία, ενώ διαμορφώνεται ένα δικαστήριο συμπεριφορών.
Πρόσφατα συμμετείχα σε μια συζήτηση, όπου 25χρονοι, υποστήριζαν πως να κοιτάς έντονα μία γυναίκα, αποτελεί σεξουαλική παρενόχληση.
Ο βιολογικός ρόλος, το αρχέγονο ερωτικό κάλεσμα, η πάλη των ορμονών, μεταλάσσεται σε πανθομολογούμενη καταδίκη και δικαστήριο τυποποίησης συμπεριφορών.
Οι άνθρωποι αρνούνται τη φύση τους, να φλερτάρουν ή να δείξουν προτίμηση, για να μην κατηγορηθούν για ανάρμοστη συμπεριφορά.
Η τραγική ειρωνεία είναι πως τα νέα παιδιά που φοβούνται να δοκιμαστούν και να εκφραστούν στον έρωτα, με μεγάλη άνεση και ευκολία, μπορούν να στείλουν απευθείας μήνυμα σε κάποιον άγνωστο (ακόμη και με φωτογραφίες των γεννητικών τους οργάνων) για να οδηγηθούν σε μια πράξη που δεν έχει κανένα συναισθηματικό υπόβαθρο.
Αυτό δεν αντιμετωπίζεται ως παρενόχληση αλλά κάτι απολύτως αποδεκτό.
Κάθε πράξη συναισθηματικής δέσμευσης, γίνεται ξένη στον άνθρωπο, αντιμετωπίζεται ως επιζήμια, ενώ εκπαιδεύεται να λειτουργεί με manual αποδεκτών και προβλεπόμενων συμπεριφορών.
Ο έρωτας παύει να είναι κατάσταση, έλξη, πόθος, έκφραση και γίνεται συζήτηση «γύρω από τη συναίνεση». Αυτό δεν δημιουργεί ελεύθερους ανθρώπους, αλλά στρατό ηλιθίων που αντιστρατεύεται την ανθρώπινη φύση.
Πριν από μερικά χρόνια, μία κυρία (έτσι δήλωνε), έκανε μια ανάρτηση στο twitter στην οποία γνωστοποιούσε πως πήγε σε ένα μπαρ που κατονόμαζε και παρενοχλήθηκε από τον μπάρμαν ο οποίος της μίλαγε με υπονοούμενα.
Ζήτησε λοιπόν από τους χρήστες της πλατφόρμας να κάνουν cancel στο συγκεκριμένο μπαρ.
Μέσα σε ελάχιστα λεπτά, δημιουργήθηκε ένα κύμα σχολίων, όπου υποστηρικτές της κοπέλας, ζητούσαν να μην ξαναπάει κανένας στο μπαρ, διοργάνωναν την τιμωρία του ιδιοκτήτη, και υπόσχονταν ακόμη και να το κάψουν.
Στη συζήτηση που αναπτύχθηκε, δεν έβαλε σχεδόν κανένας θέμα απόδειξης όσων γράφτηκαν.
Δεν αναρωτήθηκαν αν το περιστατικό ή ακόμη και το πρόσωπο που τα έγραφε ήταν πραγματικό.
Δεν υπέθεσε κανένας αν πίσω από όλη αυτή την ιστορία, υπήρχε κάποιος ανταγωνιστής ή έστω μια κοπέλα που δια της δήλωσης ότι «παρενοχλήθηκε», δήλωνε ουσιαστικά ότι είναι και αυτή αξιοπρόσεκτη και επιθυμητή (ναι υπάρχει και αυτή η ανθρώπινη πλευρά των συμπλεγμάτων). Το τελευταίο παράδειγμα με το περιστατικό στο twitter, ειδικά ως πιο αθώο είναι και πιο εκφραστικό στο τι συμβαίνει.
Εδώ και χρόνια, ένα «γιούρια» υπερχειλίζουσας ευαισθησίας, της οποίας κάποιοι κατέχουν τη συνταγή, καταργεί νομικούς και ηθικούς κανόνες.
Τους νόμους, την εξέταση της αλήθειας, την ηθική της απολογίας, αντικαθιστούν τα στερεότυπα.
Όποιος έχει αντιπαραθετική άποψη μπορεί να βαφτιστεί «κακοποιητικός», «φαλλοκράτης», «πατριαρχικός» και μετά καλά ξεμπερδέματα.
Εδώ κατηγόρησαν την Κατρίν Ντενέβ, με αγώνες για την χειραφέτηση των γυναικών ότι υποστήριζε τους βιασμούς, θα αφήσουν να τους ξεφύγει κάποιος που δηλώνει αυτοβούλως στη διάθεση του όχλου επειδή έχει άποψη; Η νέα γενιά εκπαιδεύεται στο να μην αντιδρά, να μην υψώνει φωνή, να ψιθυρίζει, ως ένα στοιχείο που αποκλείει την τοξικότητα.
Οι ανθρώπινες λειτουργίες και συμπεριφορές βαθμολογούνται με like ώστε ο άνθρωπος να μετατραπεί σε συγκεκριμένο τύπο ανθρώπου.
Η έκφραση «δεν μπορώ να ακούω φωνές» (δηλαδή δεν γίνεται ο άνθρωπος κάποιες φορές να έχει κι αυτή τη λειτουργία όταν φτάνει στα όριά του) εμφανίζεται ως η βελτίωση του ανθρώπινου είδους, το οποίο ωστόσο φωνάζει και σπαράσσει από πόνο σε όλο τον πλανήτη.
Ας επιστρέψουμε όμως στον βιασμό.
Το να κατηγορείς κάποιον για βιασμό στα πλαίσια μια ελευθεριάζουσας άποψης για το δικαίωμα, χωρίς αποδείξεις ή στοιχεία, καταστρατηγεί το ίδιο το κράτος Δικαίου.
Από τη λογική, ηθική και νομική απαίτηση να οδηγούμαστε σε συμπεράσματα με βάση τα στοιχεία, πάμε στη διασκευασμένη Γκεμπελική αντίληψη, πως όσο πιο ακραία είναι η καταγγελία, τόσο περισσότεροι θα την ασπαστούν και θα βγουν στον δρόμο για κυνήγι μαγισσών.
Έχουμε πάψει να αναζητούμε την αλήθεια και βολευόμαστε με το αφήγημα που θα μας βάλει σε μια σφαίρα ενασχόλησης, ενδιαφέροντος, και επιβεβαίωσης (είμαι ευαίσθητος άρα υπάρχω ειδικά αν στην υπόλοιπη ζωή μου είμαι αόρατος). Αυτή δεν μπορεί να είναι η κοινωνία, ούτε φυσικά η δημοσιογραφία που αναπαράγει «καταγγελίες» για να δείξει ευαισθησία και συμβατότητα με «κινήματα». Και για να μιλήσουμε με πολιτικούς και ιδεολογικούς όρους, ο καπιταλισμός, φροντίζει να μεταφέρει το πλαίσιο της συζήτησης από τη ζούγκλα που έχει δημιουργήσει με ανισότητες, συγκέντρωση πλούτου και εκμετάλλευσης του συνόλου της ανθρώπινης φύσης, σε μια παράπλευρη ζούγκλα , όπου ο άνθρωπος θα είναι απασχολημένος να κανιβαλίζει άλλους ανθρώπους.
Αρκεί να βρει έναν λόγο. ΥΓ: Το κείμενο δεν αποτελεί προφανώς ούτε άποψη περί του αν υπήρξε κάποιος βιασμός, ούτε πολύ περισσότερο στήριξη του καταγγελόμενου προσώπου.
Έχει σημασία μάλιστα πως ο συγκεκριμένος, όταν υπήρξαν καταγγελίες από «ανώνυμους εργαζόμενους στο Documento» για εργασιακή καταπίεση, ήταν από αυτούς που χωρίς αποδείξεις ή ονόματα, υιοθετούσε τις ανώνυμες καταγγελίες.
Αν υιοθετείς τέτοιες πρακτικές χωρίς προβληματισμό και κυρίως κριτήρια αλήθειας, κάποια στιγμή μπορείς να βρεθείς και εσύ ως θύμα. … https://www.documentonews.gr/category/apopseis/
||||
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους