[451 Logo]
 Μόνο Top News & Social
 Επικαιρότητα
 Αθλητικά
 Οικονομία
 Ροή

Ο Γιώργος Μαζωνάκης ήταν το λαϊκό παιδί που καβάλησε το (φευγαλέο) ελληνικό όνειρο των 90s και 2000s. Aπό τις φτωχογειτονιές του Πειραιά – έγινε πρώτο όνομα στις πίστες και μόνιμη εικόνα στις...

Original Post

Πλήρες Κείμενο:

Ο Γιώργος Μαζωνάκης ήταν το λαϊκό παιδί που καβάλησε το (φευγαλέο) ελληνικό όνειρο των 90s και 2000s.

Aπό τις φτωχογειτονιές του Πειραιά – έγινε πρώτο όνομα στις πίστες και μόνιμη εικόνα στις τηλεοράσεις.

Αλλά αυτή ήταν η βιτρίνα.

Πίσω της κρύβονταν οι μάνατζερς, οι επιτήδειοι κόλακες, οι καταχρήσεις.

O λαμπερός Μαζωνάκης ήταν ταυτόχρονα και ο Μαζωνάκης του Με λένε Γιώργο: και ποτέ δεν τραγουδάω Για της αγάπης τον γλυκόπικρο καημό Δεν έχω μάθει μαργαρίτες να μαδάω Θα υποφέρω στη ζωή κάθε στιγμή Γιατί δεν έκανα ό, τι θά ‘πρεπε να κάνω Γιατί σαν άνθρωπος δεν είχα την πυγμή Με λένε Γιώργο και ποτέ δεν τραγουδάω Θα υποφέρω στη ζωή κάθε στιγμή Η βιτρίνα έκρυβε πίσω της τη θλίψη, το προσωπικό αδιέξοδο.

Μόνη διέξοδος η αυτοκαταστροφή. Ο Μαζωνάκης ενσάρκωσε ταυτόχρονα την ουτοπία της εποχής του «Τέλους των ιδεολογιών» και τη δυστοπία της αναπόφευκτης κατάρρευσής της.

Το 1994 τραγουδούσε: Ανήκω σε μένα και στα όνειρα μου Δεν θέλω κανένα μες στη μοναξιά μου Με λένε παράξενο δε με πειράζει Μα κάνω για μένα ό τι μ' αρέσει Κουράστηκα τόσο γι' αυτό και με νοιάζει Ξανά η καρδιά μου να μην πονέσει Αυτή ήταν η υπόσχεση του κτητικού και ηδονιστικού ατομικισμού: ο καθένας ανήκει στον εαυτό του, άπειρες ατομικές νησίδες πού η κάθε μία πασχίζει να πιάσει την καλή, ακόμα και πατώντας πάνω στις άλλες.

Αλλά ο εαυτός του «Ανήκω σε μένα» ήταν (και είναι) ένας ακρωτηριασμένος εαυτός, ένας εαυτός πού επιθυμεί διακαώς να σχετιστεί με άλλους εαυτούς, αλλά δεν ξέρει πώς – ούτε και αυτοί.

Έτσι απόμεινε μόνος του να «κάνει ό,τι του αρέσει, αρκεί η καρδιά του να μην ξαναπονέσει». Η ήττα μασκαραμένη σε χειραφέτηση.

Η μοναξιά είναι και αυτή ένας πόνος πού απλώς «έγινε συνήθειά μας», αλλά δεν πονάει λιγότερο.

Τρία χρόνια μετά, ο ίδιος άνθρωπος επανέρχεται πιο μελαγχολικός: Παιδί της νύχτας είμαι εγώ Δίχως αγάπη είμαι εγώ Και σαν αλήτης τριγυρνάω Παιδί της νύχτας είμαι εγώ Μια ψυχή είμαι κι εγώ Μονάχος κλαίω και πονάω Ο Γιώργος Μαζωνάκης πορεύτηκε μέχρι τέλους βυθισμένος σε μια αντίφαση: όσο πιο πολύ ανέβαινε, τόσο περισσότερο έχανε τον εαυτό του.

Η βιτρίνα έδειχνε έναν λαμπερό άνθρωπο που τα είχε όλα.

Αλλά όταν έσβηναν τα φώτα ο ίδιος άνθρωπος έψαχνε απεγνωσμένα μια άγκυρα.

Όλοι οι σελέμπριτις είναι διχασμένοι ανάμεσα στη δημόσια εικόνα και την ιδιωτική τους ζωή, όλοι πασχίζουν να βρουν μια ισορροπία ανάμεσα στο φαίνεσθαι και το είναι.

Αρκετοί τα καταφέρνουν διαλύοντας το είναι τους μέσα στο φαίνεσθαι - γίνονται καθαρές προσομοιώσεις. Κωστόπουλοι, Ψινάκηδες, Ρουβάδες – περιφερόμενες μούμιες, γκροτέσκα ενθύμια μιας εποχής που μοιάζει τόσο αρχαία όσο η Ακρόπολη και τόσο αποκρουστική όσο η όψη τους σήμερα.

Κάποιά άλλοι, ωστόσο, δεν καταφέρνουν ποτέ να τα συμβιβάσουν και την πληρώνει σχεδόν πάντα το είναι τους - πολύ πριν θαμπώσει το φαίνεσθαι. «Αξίζει φίλε μου να υπάρχεις για ένα όνειρο, κι ας είναι η φωτιά του να σε κάψει», λέει ένα άλλο τραγούδι, όχι του Μαζωνάκη, αλλά της ίδιας εποχής.

Τι γίνεται όμως αν το όνειρο αποδειχτεί κάλπικο; Δεν το εξωραΐζεις, δεν το φτιασιδώνεις, αναλαμβάνεις πλήρως την ευθύνη της επιθυμίας σου και… καίγεσαι, όπως ο Μαζωνάκης. Παρέμεινε μέχρι τέλους αυθεντικός σε μια εντελώς κάλπικη εποχή.

Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους


Όροι Χρήσης - Επικοινωνία
Update cookies preferences