«Δεν είναι τίποτα, υπερβάλλεις!» Ο ήχος της φωνής της μάνας μου αντήχησε στο μικρό, υγρό διάδρομο του σπιτιού μας, σα χαστούκι αόρατο. Αντίκρισα τον πατέρα μου, που είχε στραμμένο το βλέμμα χαμηλά...
«Δεν είναι τίποτα, υπερβάλλεις!» Ο ήχος της φωνής της μάνας μου αντήχησε στο μικρό, υγρό διάδρομο του σπιτιού μας, σα χαστούκι αόρατο.
Αντίκρισα τον πατέρα μου, που είχε στραμμένο το βλέμμα χαμηλά, παίζοντας νευρικά με το μαντήλι του.
Το απόγευμα εκείνο, τα πάντα ήταν θορυβώδη και ταυτόχρονα μουδιασμένα: ο βήχας μου, οι σφυγμοί μου, η δυσκολία μου να πάρω ανάσα.
Μα το βλέμμα της μάνας μου, σκληρό και φοβισμένο, αντηχούσε τη μισή Ελλάδα—μια Ελλάδα που έχει μάθει να υπομένει, να αμφισβητεί ακόμα και τα ίδια της τα παιδιά.
Τις προηγούμενες μέρες σπίτια ξέχειλα από εγκλωβισμένη μούχλα κι απελπισία, δε μας έκαναν κακό. Ο Νίκος, ο αδερφός μου, γελούσε συχνά με τα παράπονά μου. «Άντε μωρέ, σιγά, μια ιωσούλα είναι, θες και νοσοκομείο τώρα! Άκου εκεί! Αυτά μόνο στις σειρές τα δείχνουν...». Πόσες φορές να το φωνάξω; Το σώμα μου δε λειτουργούσε, ήθελα να γραπώσω κάποιον να με πιστέψει—ένα βλέμμα έστω να μου επιτρέψει να ξεσπάσω.
Η αγωνία χτύπαγε ρυθμικά μέσα στο στήθος, ένας κόμπος που δεν έλεγε να λυθεί.
Ξάπλωσα αγκαλιά με τη βραχνή μου ανάσα, το ταβάνι περιστρεφόταν, η καρδιά μου πλημμύριζε φόβο.
Έκλεισα τα μάτια και άκουσα τις διπλανές πόρτες να τρίζουν, σκέφτηκα ότι ίσως και να μη με έβρισκαν το επόμενο πρωί. «Κι αν συμβεί κάτι κακό; Κι αν αυτή τη φορά δεν είναι υπερβολή;» Το μυαλό μου αναζήτησε διέξοδο: αν έπαιρνα τον Θάνο, τον παιδικό φίλο μου, ίσως να με άκουγε.
Όμως ντράπηκα.
Κι αν γελούσε κι εκείνος; Το κινητό μου γλιστράει απ' τα χέρια.
Ακούω τις φωνές στο σαλόνι να δυναμώνουν. «Δε θα ξοδευτούμε τώρα για βλακείες! Ξέρεις πώς είναι τα νοσοκομεία εδώ, θα μας φάνε οι ουρές και οι γιατροί, μισή μέρα να περιμένεις για μια σύριγγα!», έλεγε η μητέρα.
Ο πατέρας σκεφτικός, μια σκιά ενοχής στα μάτια του, έμοιαζε να θέλει να πει κάτι, αλλά σωπαίνει.
Ένα σκούντημα, τουλάχιστον να 'νιωθα ότι με στηρίζει.
Σήκωσα το τηλέφωνο. «Μάνα, δεν αντέχω, δεν αναπνέω... σε παρακαλώ.
Θα καταστραφούν όλα αν δεν πάμε τώρα!» «Τι λες παιδί μου, εδώ έζησα σεισμούς και φωτιές, για ένα απλό κρύωμα τρέμεις; Σταμάτα πια, μας ντροπιάζεις στη γειτονιά!» Κλείνω τα μάτια με δύναμη, βυθίζομαι στην ανοχή.
Η ντροπή ξεχειλίζει από μέσα μου.
Είναι ντροπή τελικά να φοβάσαι; «Μαμά… αν μου συμβεί κάτι, ποιος θα φταίει;» Εκείνη παγώνει.
Χαμηλώνει τον τόνο, ψάχνει διέξοδο μέσα από μεγάλες, βαριές λέξεις: «Είναι κανόνας, πρώτα ψυχραιμία.
Οι γιατροί δεν κάνουν θαύματα, και το κράτος εδώ να βοηθήσει; Να περιμένεις στη σειρά, όπως όλοι! Δεν περνάει του καθενός το δικό του!» Πώς δίνουν την ψυχή τους οι άνθρωποι σ' αυτό το «πρέπει», πώς καταφέρνουν να πνίγουν τον πανικό τους στα όρια των θεσμών; Πόσες φωνές έχουν χάσει ήδη πριν φτάσουν να διεκδικήσουν τη ζωή τους; Αισθάνθηκα το αδιέξοδο, ακούμπησα το κεφάλι στα γόνατά μου.
Ο ήχος απ' τα ρολόγια σταμάτησε.
Μια αιωνιότητα περνά ώσπου να ξημερώσει.
Το επόμενο πρωί, ξυπνάω απ’ τον πόνο στο στήθος.
Η μάνα με κοιτάζει αυστηρά, μα στο βάθος, ένα τρέμουλο—ίσως κι εκείνη να φοβήθηκε. «Η θεία σου λέει να το προσέξουμε.
Θα πάμε αγροτικό ιατρείο, μόνο μην κάνεις σκηνές, ε;» Ξέρω τι ακολουθεί: αναμονή σε αψυχολόγητα διαδρόμους νοσοκομείου ελληνικής επαρχίας, το συνοφρυωμένο βλέμμα κάποιας δύστροπης γιατρού, που παλεύει με την έλλειψη προσωπικού και τα στημένα ραντεβού των γνωστών. Η συνέχεια της ιστορίας στα σχόλια 👇👇👇
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους