«Μην του δώσεις άλλο ψωμί, σου είπα. Και τις φακές να τις κάνεις πιο αραιές. Δεν τις τρώει έτσι». Η φωνή της Κασσιανής βγήκε από το κινητό κοφτή, σαν να με μάλωνε μπροστά σε τάξη. Κρατούσα το κουτάλι...
«Μην του δώσεις άλλο ψωμί, σου είπα. Και τις φακές να τις κάνεις πιο αραιές.
Δεν τις τρώει έτσι». Η φωνή της Κασσιανής βγήκε από το κινητό κοφτή, σαν να με μάλωνε μπροστά σε τάξη.
Κρατούσα το κουτάλι στον αέρα και ο μικρός Σταύρος καθόταν στο καρεκλάκι του, με το στόμα μισάνοιχτο, περιμένοντας.
Ένιωσα να κοκκινίζω ολόκληρη. «Κασσιανή, παιδί μου, μια χαρά τρώει.
Δες τον». «Μαρία, σε παρακαλώ, μην κάνεις του κεφαλιού σου.
Έχουμε πρόγραμμα». Εκείνη τη στιγμή κατάλαβα πως αυτές οι δύο εβδομάδες δεν θα ήταν απλή βοήθεια.
Θα ήταν δοκιμασία.
Ο γιος μου, ο Γιάννης, κι η Κασσιανή δούλευαν και οι δύο πρωί-βράδυ.
Ο παιδικός έκλεισε για λίγο λόγω εργασιών και μου ζήτησαν να κρατήσω τον Σταύρο δεκατέσσερις μέρες.
Εγώ ούτε δεύτερη σκέψη.
Πήρα το λεωφορείο από το Περιστέρι κάθε πρωί, με την τσάντα μου γεμάτη αλλαξιές, μωρομάντηλα, και καμιά φορά κανένα ταπεράκι με φαγητό που είχα φτιάξει από το σπίτι.
Τον μικρό τον λατρεύω.
Είναι τριών χρονών, με κάτι ματάκια που σε κοιτάνε σαν να σε ξέρουν από πάντα.
Τις πρώτες μέρες κολλούσε πάνω μου. «Γιαγιά, αγκαλιά». Και λυνόμουν.
Μόνο που η Κασσιανή είχε άποψη για όλα.
Για το τι ώρα θα κοιμηθεί.
Για το αν θα βγει στο μπαλκόνι.
Για το πόσο γιαούρτι θα φάει.
Για το αν το νερό είναι αρκετά χλιαρό.
Μου άφηνε σημειώσεις πάνω στον πάγκο της κουζίνας, λες και ήμουν υπάλληλος. «Όχι τηλεόραση ούτε δέκα λεπτά». «Μόνο αυτά τα σνακ». «Αν κάνει κακά, στείλε μήνυμα». Στην αρχή έλεγα, νέα μάνα είναι, αγχώνεται.
Το κατάπια.
Μετά άρχισαν τα σχόλια. «Γιατί του φόρεσες αυτή τη ζακέτα; Αυτή είναι για μέσα στο σπίτι». «Μήπως τον πίεσες να φάει; Γιατί είναι γκρινιάρης τώρα;» «Σε παρακαλώ μη λες “έλα, μια μπουκιά για τη γιαγιά”. Δεν θέλω τέτοια». Κάθε βράδυ γύριζα σπίτι μου και πονούσε το κεφάλι μου.
Όχι από το παιδί.
Από το σφίξιμο.
Από εκείνο το αίσθημα ότι ό,τι και να κάνω θα είναι λάθος. Ο Γιάννης; Στη μέση.
Πάντα στη μέση. «Κάνε λίγο υπομονή, μάνα. Η Κασσιανή θέλει όλα να είναι ελεγχόμενα». Ελεγχόμενα.
Ωραία λέξη.
Σαν να μιλάμε για λογαριασμούς ΔΕΗ, όχι για άνθρωπο.
Τη δέκατη μέρα έγινε το κακό. Ο Σταύρος δεν ήθελε να φάει τίποτα απ’ όσα είχε αφήσει η Κασσιανή.
Έκλαιγε, γύριζε το κεφάλι, πέταξε κάτω το κουτάλι.
Εγώ είχα φέρει λίγες φακές από το σπίτι, περασμένες, με λίγο λαδάκι και λεμονάκι, όπως έκανα και στα δικά μου παιδιά.
Του έδωσα δυο κουταλιές.
Τις έφαγε αμέσως.
Μετά ζήτησε και λίγο ψωμάκι να βουτήξει. Γέλασε.
Λερώθηκε παντού.
Η κουζίνα μύρισε σπίτι.
Έβγαλα μια φωτογραφία και την έστειλα στον Γιάννη.
Καμάρωνα, η αλήθεια είναι.
Δεν μου απάντησε εκείνος.
Με πήρε η Κασσιανή. «Του έδωσες φακές; Από δικό σου φαγητό; Χωρίς να με ρωτήσεις;» «Έφαγε, βρε Κασσιανή.
Αφού πεινούσε το παιδί». «Ξέρεις ότι προσέχουμε τι τρώει!» «Φακές έφαγε, όχι δηλητήριο». Σιωπή για δυο δευτερόλεπτα.
Βαριά. «Αυτό ακριβώς είναι το πρόβλημα.
Δεν σέβεσαι τίποτα απ’ όσα λέμε». Όταν γύρισαν το βράδυ, η ατμόσφαιρα ήταν παγωμένη. Ο Σταύρος έτρεξε να δείξει στη μαμά του το αρκουδάκι του, αλλά εκείνη ούτε χαμογέλασε καλά καλά.
Άφησε την τσάντα κάτω και μου είπε: «Από αύριο δεν χρειάζεται να έρχεσαι». Η συνέχεια της ιστορίας στα σχόλια 👇👇👇
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους