Κόνιτσα: Η νύχτα της προσευχής – Όταν οι φλόγες χάθηκαν από την Τραπεζίτσα Θαύμα στην αυλή του Πατροκοσμά; Η νύχτα που η φωτιά έκαιγε πάνω από την πόλη, τα ιερά λείψανα βγήκαν στην αυλή και, δύο ώρες...
Κόνιτσα: Η νύχτα της προσευχής – Όταν οι φλόγες χάθηκαν από την Τραπεζίτσα Θαύμα στην αυλή του Πατροκοσμά; Η νύχτα που η φωτιά έκαιγε πάνω από την πόλη, τα ιερά λείψανα βγήκαν στην αυλή και, δύο ώρες αργότερα, οι πιστοί αντίκρισαν μια διαφορετική Τραπεζίτσα του Μπάμπη Στέρτσου Υπάρχουν νύχτες που δεν τελειώνουν όταν ξημερώσει.
Μένουν στη μνήμη ενός τόπου, περνούν από στόμα σε στόμα και, με τα χρόνια, γίνονται μέρος της ιστορίας του.
Μια τέτοια νύχτα έζησε η Κόνιτσα την Κυριακή 6 Σεπτεμβρίου 2026. Η Τραπεζίτσα καιγόταν.
Οι φλόγες υψώνονταν μέσα στο σκοτάδι και, από την πόλη, έμοιαζαν να σχίζουν τον ουρανό σαν πύρινες γλώσσες.
Το βουνό που στέκει αιώνες πάνω από την Κόνιτσα, άλλοτε σαν φυσικό τείχος και άλλοτε σαν σιωπηλός φρουρός της, είχε μεταμορφωθεί σε μια τεράστια κόκκινη πληγή.
Και δεν ήταν μόνο αυτό που έβλεπαν οι άνθρωποι.
Ήταν και αυτό που άκουγαν.
Ο υπόκωφος βόμβος της μεγάλης φωτιάς, το δάσος που καιγόταν, οι απότομοι ήχοι της καύσης, ο αέρας που περνούσε από τις πλαγιές.
Ένας θόρυβος ξένος και τρομακτικός κατέβαινε από το βουνό μέχρι την πόλη και έκανε τον φόβο πραγματικό.
Στα σπίτια, οι κάτοικοι περίμεναν.
Κοιτούσαν προς την Τραπεζίτσα.
Τηλεφωνούσαν ο ένας στον άλλον.
Ρωτούσαν πού βρίσκεται το μέτωπο, προς τα πού φυσά ο άνεμος, πόσο κοντά έχουν φτάσει οι φλόγες.
Μια σκέψη είχε αρχίσει να περνά από σπίτι σε σπίτι: Αν η φωτιά κατεβεί προς την Κόνιτσα, θα πρέπει να φύγουμε.
Στις πλαγιές της Τραπεζίτσας, την ίδια ώρα, πυροσβέστες και πεζοπόρα τμήματα έδιναν μια εξαντλητική μάχη.
Μέρες τώρα πάλευαν με το δύσβατο βουνό, τις αναζωπυρώσεις, τον άνεμο και την κούραση.
Ενώ εκεί πάνω δινόταν η μάχη με τη φωτιά, χαμηλότερα, μέσα στην Κόνιτσα, άρχιζε μια διαφορετική αγωνία.
Οι άνθρωποι κατευθύνονταν προς τον Άγιο Κοσμά.
Όταν ο φόβος έγινε προσευχή Ήταν περίπου 10.30 το βράδυ.
Κάτοικοι της Κόνιτσας συγκεντρώθηκαν στον ναό του Αγίου Κοσμά του Αιτωλού.
Δεν ήταν ημέρα γιορτής.
Δεν υπήρχε πανηγύρι.
Δεν υπήρχε η μεγάλη πομπή του Αυγούστου, όταν κάθε χρόνο, κατά τον εορτασμό του Αγίου στις 23 και 24 Αυγούστου, η εικόνα και το ιερό λείψανό του λιτανεύονται στους δρόμους της πόλης.
Αυτή τη φορά ήταν διαφορετικά.
Απέναντι καιγόταν η Τραπεζίτσα.
Στο ένα από τα δύο εσωτερικά παρεκκλήσια του ναού, εκείνο του Αγίου Γεωργίου του Τροπαιοφόρου, τελέστηκε η ακολουθία.
Το δεύτερο είναι αφιερωμένο σε έναν Άγιο άρρηκτα δεμένο με την Κόνιτσα, τον Νεομάρτυρα Ιωάννη τον εκ Κονίτσης.
Ο πατήρ Εφραίμ βγήκε στη συνέχεια μαζί με τους πιστούς στην αυλή και μαζί τους βγήκαν τα ιερά λείψανα.
Το τεμάχιο του ιερού λειψάνου του Αγίου Κοσμά του Αιτωλού και λείψανα του Αγίου Νεομάρτυρος Ιωάννη του εκ Κονίτσης.
Σύμφωνα με μαρτυρίες ανθρώπων που συμμετείχαν στην προσευχή εκείνης της νύχτας, τα ιερά λείψανα περιφέρθηκαν στην αυλή και εψάλησαν τα τροπάρια των Αγίων.
Η εικόνα πρέπει να ήταν συγκλονιστική.
Από τη μία πλευρά, η Τραπεζίτσα στις φλόγες.
Από την άλλη, οι άνθρωποι στην αυλή του Πατροκοσμά.
Ψηλά, η κόκκινη λάμψη της πυρκαγιάς.
Χαμηλά, το φως των κεριών.
Από το βουνό ερχόταν ο θόρυβος της φωτιάς.
Από την αυλή ανέβαιναν οι ψαλμωδίες.
Κάποιοι έψαλλαν.
Κάποιοι έκαναν τον σταυρό τους.
Κάποιοι κοιτούσαν συνεχώς προς το βουνό και κάποιοι ίσως δεν είχαν πια λόγια.
Μόνο προσεύχονταν.
Ύστερα επέστρεψαν στον ναό και η ακολουθία συνεχίστηκε.
Μπροστά τους βρισκόταν το περίτεχνο ξυλόγλυπτο τέμπλο, έργο του Κωνσταντίνου Σκαλιστή από τον Γοργοπόταμο, που κουβαλά μέσα του μια ολόκληρη παράδοση ηπειρώτικης ξυλογλυπτικής.
Και έξω από τους τοίχους του ναού, λίγα χιλιόμετρα ψηλότερα, το βουνό εξακολουθούσε να καίγεται.
Εκείνες τις ώρες η πίστη δεν ήταν για αυτούς τους ανθρώπους μια θεωρητική έννοια.
Ήταν κάτι πολύ απλούστερο.
Ήταν καταφυγή.
Η ανάγκη του ανθρώπου να ακουμπήσει κάπου τον φόβο του όταν αισθάνεται ότι όσα συμβαίνουν γύρω του ξεπερνούν τις δυνάμεις του.
Ένα λείψανο με διαδρομή περισσότερο από έναν αιώνα Το τεμάχιο του λειψάνου του Αγίου Κοσμά που βγήκε εκείνη τη νύχτα στην αυλή κουβαλά τη δική του ξεχωριστή ιστορία.
Μια ιστορία που ενώνει τρεις τόπους: Κολικόντασι – Χιονιάδες – Κόνιτσα.
Στα τέλη του 19ου αιώνα, σύμφωνα με την παράδοση που διασώζεται στην περιοχή, Χιονιαδίτες μάστορες που εργάζονταν στο Κολικόντασι της Βορείου Ηπείρου, στον τόπο όπου βρίσκεται ο τάφος του Πατροκοσμά, μετέφεραν στους Χιονιάδες τεμάχιο από το ιερό λείψανό του.
Εκεί παρέμεινε για πολλές δεκαετίες.
Όταν δημιουργήθηκε ο ναός του Αγίου Κοσμά στην Κόνιτσα, ο μακαριστός Μητροπολίτης Σεβαστιανός παρέλαβε το ιερό κειμήλιο από τους Χιονιάδες και το μετέφερε στην πόλη.
Έκτοτε αποτελεί μέρος της θρησκευτικής ζωής της Κόνιτσας και κάθε Αύγουστο συμμετέχει στη μεγάλη καθιερωμένη λιτανεία προς τιμήν του Πατροκοσμά.
Μόλις λίγες ημέρες πριν από τη φωτιά είχε προηγηθεί ο ετήσιος εορτασμός του Αγίου.
Κανείς τότε δεν μπορούσε να φανταστεί ότι τόσο σύντομα τα ιερά λείψανα θα έβγαιναν και πάλι από τον ναό.
Όχι αυτή τη φορά μέσα σε πανηγυρική πομπή.
Αλλά μέσα στη νύχτα.
Με μια πόλη φοβισμένη.
Και με την Τραπεζίτσα απέναντι να φλέγεται.
Δίπλα στο λείψανο του Πατροκοσμά βρισκόταν και το λείψανο ενός δεύτερου Αγίου, που γεννήθηκε στην ίδια την Κόνιτσα. Ο Νεομάρτυρας Ιωάννης ο εκ Κονίτσης γεννήθηκε από μουσουλμανική οικογένεια, ασπάστηκε αργότερα τον Χριστιανισμό και μαρτύρησε στο Αγρίνιο στις 23 Σεπτεμβρίου 1814, αρνούμενος να αποκηρύξει την πίστη που είχε επιλέξει.
Τα λείψανά του μεταφέρθηκαν στη Μονή Προυσού και, μετά την ανεύρεσή τους το 1974, τμήμα τους μεταφέρθηκε το 1978 στην ιδιαίτερη πατρίδα του, την Κόνιτσα.
Έτσι, εκείνη τη νύχτα στην αυλή του Αγίου Κοσμά βρίσκονταν δύο ιερά κειμήλια βαθιά δεμένα με την ιστορία αυτού του τόπου και γύρω τους οι άνθρωποι προσεύχονταν για να σωθεί ο τόπος τους.
Δύο ώρες αργότερα Η ώρα περνούσε.
Η ακολουθία συνεχιζόταν.
Η αγωνία παρέμενε.
Περίπου δύο ώρες μετά την έναρξη της προσευχής, γύρω στις 12.30 μετά τα μεσάνυχτα, οι πιστοί βγήκαν ξανά από τον ναό.
Τα βλέμματα στράφηκαν σχεδόν αμέσως προς την Τραπεζίτσα.
Τότε είδαν κάτι που τους συγκλόνισε.
Οι τεράστιες φλόγες που προηγουμένως υψώνονταν πάνω από το βουνό δεν φαίνονταν πια.
Σύμφωνα με ανθρώπους που βρίσκονταν εκεί, είχε πάψει να ακούγεται και εκείνος ο τρομακτικός θόρυβος της μεγάλης καύσης που λίγες ώρες νωρίτερα έφτανε μέχρι την πόλη.
Η φωτιά δεν είχε σβήσει.
Ενεργές εστίες παρέμεναν και οι πυροσβεστικές δυνάμεις συνέχιζαν τη μάχη τους.
Αλλά η εικόνα που οι άνθρωποι είχαν αντικρίσει στις 10.30 το βράδυ δεν υπήρχε πια.
Η τεράστια πύρινη λάμψη είχε υποχωρήσει.
Για λίγες στιγμές πρέπει να υπήρξε μόνο σιωπή.
Κάποιοι κοίταξαν το βουνό.
Κάποιοι έκαναν τον σταυρό τους και ίσως τότε κάποιος να ψιθύρισε μέσα του μία μόνο λέξη: Θαύμα.
Θαύμα στην αυλή του Πατροκοσμά; Εδώ η καταγραφή οφείλει να είναι προσεκτική.
Μια μεγάλη δασική πυρκαγιά επηρεάζεται από πολλούς παράγοντες: τον άνεμο, τη θερμοκρασία, τη σχετική υγρασία, τη μορφολογία του εδάφους, την καύσιμη ύλη.
Πάνω από όλα, εκείνη τη νύχτα υπήρχαν άνθρωποι που εξακολουθούσαν να μάχονται τη φωτιά.
Οι πυροσβέστες.
Η εξασθένηση των ανέμων βοήθησε τις επίγειες δυνάμεις να περιορίσουν ενεργές εστίες, χωρίς ακόμη η πυρκαγιά να έχει τεθεί υπό πλήρη έλεγχο.
Αυτή είναι μια πραγματικότητα που κανείς δεν δικαιούται να παραβλέψει.
Υπάρχει όμως και η εμπειρία των ανθρώπων που βρίσκονταν εκείνη την ώρα στον Άγιο Κοσμά.
Και τα δύο μπορούν να συνυπάρξουν.
Η πίστη δεν χρειάζεται να αφαιρέσει ούτε μία λέξη από τον αγώνα των πυροσβεστών για να αποκτήσει τη δική της σημασία.
Ο πυροσβέστης πάνω στο βουνό κρατούσε τη μάνικα.
Ο εθελοντής βοηθούσε όπου μπορούσε.
Ο κάτοικος περίμενε στο σπίτι του έτοιμος, αν χρειαζόταν, να φύγει.
Και στην αυλή του Πατροκοσμά κάποιοι άνθρωποι κρατούσαν ένα κερί.
Όλοι ζητούσαν το ίδιο: να σωθεί η Κόνιτσα.
Μπορούμε εμείς να αποφανθούμε ότι εκείνη τη νύχτα έγινε θαύμα; Όχι.
Μπορούμε όμως να καταγράψουμε όσα συνέβησαν και όσα μας μεταφέρουν εκείνοι που βρίσκονταν εκεί.
Στις 10.30 η Τραπεζίτσα φλεγόταν μπροστά στα μάτια τους.
Τα λείψανα του Αγίου Κοσμά και του Αγίου Ιωάννη βγήκαν στην αυλή.
Εψάλησαν τα τροπάρια.
Οι άνθρωποι προσευχήθηκαν και περίπου στις 12.30, όταν βγήκαν ξανά και κοίταξαν προς το βουνό, οι τεράστιες φλόγες που τους είχαν τρομοκρατήσει δεν φαίνονταν πια.
Από εκεί και πέρα αρχίζει η πίστη του καθενός.
Η πνευματική γεωγραφία της Κόνιτσας Ίσως εκείνη η νύχτα να θυμίζει και κάτι ακόμη. Η Κόνιτσα διαθέτει έναν πνευματικό και προσκυνηματικό πλούτο που δεν χρειάζεται υπερβολές για να αναδειχθεί. Ο Πατροκοσμάς. Ο Νεομάρτυρας Ιωάννης ο εκ Κονίτσης.
Ο ναός του Αγίου Κοσμά με τα δύο παρεκκλήσια και το ξυλόγλυπτο τέμπλο του. Οι Χιονιάδες και η διαδρομή του λειψάνου από το Κολικόντασι.
Ψηλότερα, μέσα στο επιβλητικό τοπίο, η Μονή Στομίου, άρρηκτα δεμένη με τη μορφή και τη μνήμη του Αγίου Παϊσίου.
Δεν χρειάζονται εντυπωσιακοί ισχυρισμοί για να αποκτήσουν όλα αυτά σημασία.
Χρειάζονται σεβασμό στην ιστορία, αυθεντικότητα και τη δυνατότητα ενός τόπου να διηγείται τις δικές του ιστορίες.
Γιατί ο προσκυνηματικός και θρησκευτικός τουρισμός δεν οικοδομείται μόνο πάνω στα μνημεία.
Οικοδομείται πάνω στη μνήμη.
Στις διαδρομές.
Στην παράδοση και κυρίως στη ζωντανή σχέση των ανθρώπων με την πίστη τους.
Και ύστερα ήρθε η βροχή Τρεις ημέρες μετά από εκείνη τη νύχτα, ήρθε η Τετάρτη. Η Μονή Στομίου τιμούσε εκείνες τις ημέρες τη Γένεση της Υπεραγίας Θεοτόκου.
Όμως τίποτε δεν θύμιζε τις συνηθισμένες ημέρες μιας πανήγυρης.
Η φωτιά είχε κρατήσει τον περισσότερο κόσμο μακριά.
Μόνο λιγοστοί πιστοί είχαν προσέλθει στη Μονή.
Άναψαν το κερί τους. Προσκύνησαν. Προσευχήθηκαν.
Εστρεψαν ταπεινά το βλέμμα προς τα βουνά που τόσες ημέρες δοκιμάζονταν από τη φωτιά.
Και τότε, την Τετάρτη, στις 6 το απόγευμα πάνω από την Κόνιτσα έβρεξε.
Το νερό άρχισε να πέφτει στις πλαγιές, στο καμένο δάσος, στη διψασμένη γη, στα σημεία όπου επί ημέρες πυροσβέστες και πεζοπόρα τμήματα έδιναν μια εξαντλητική μάχη.
Για τους πυροσβέστες ήταν πολύτιμη βοήθεια.
Για τους κατοίκους, μια βαθιά ανάσα.
Για την Κόνιτσα, ύστερα από τόσες ημέρες αγωνίας, ήταν λύτρωση.
Για εκείνους τους λιγοστούς πιστούς που είχαν ανέβει στη Μονή Στομίου δεν χρειαζόταν να πουν τίποτε.
Μόνο να κοιτάξουν τη βροχή.
Η εικόνα που θα μείνει Κυριακή βράδυ. Η Τραπεζίτσα φλεγόταν.
Πυροσβέστες πολεμούσαν τη φωτιά μέσα στο βουνό.
Στα σπίτια, οι άνθρωποι περίμεναν με αγωνία.
Στην αυλή του Πατροκοσμά, κάποιοι άλλοι άνθρωποι κρατούσαν κεριά και προσεύχονταν.
Δύο ώρες αργότερα, όταν βγήκαν ξανά από τον ναό, οι τεράστιες φλόγες που έβλεπαν προηγουμένως δεν φαίνονταν πια.
Τρεις ημέρες αργότερα, στη Μονή Στομίου, την ημέρα γέννησης της Υπεραγίας Θεοτόκου λιγοστοί πιστοί άναψαν τα κεριά τους.
Πάνω από την Κόνιτσα είχε αρχίσει να βρέχει.
Ήταν η μεταβολή των μετεωρολογικών συνθηκών; Ήταν η εξασθένηση του ανέμου; Ήταν η τιτάνια προσπάθεια των ανθρώπων που πολεμούσαν επί ημέρες τη φωτιά; Βεβαίως όλα αυτά ανήκουν στην πραγματικότητα και οφείλουμε να τα καταγράφουμε.
Για έναν άνθρωπο της πίστης; Μήπως μέσα σε αυτή την πραγματικότητα υπήρχε χώρος και για μια προσευχή που εισακούστηκε; Θαύμα στην αυλή του Πατροκοσμά; Δεν θα δώσουμε εμείς την απάντηση.
Υπάρχουν στιγμές που η δημοσιογραφία οφείλει να φτάνει μέχρι ένα σημείο και να σταματά.
Να καταγράφει τα γεγονότα.
Να ακούει τις μαρτυρίες.
Να σέβεται την επιστήμη.
Να τιμά εκείνους που έδωσαν τη μάχη με τη φωτιά.
Να αφήνει στον άνθρωπο το δικαίωμα να πιστεύει.
Εκείνο που γνωρίζουμε είναι ότι εκείνη τη νύχτα η Κόνιτσα φοβήθηκε.
Οι πυροσβέστες πάλεψαν.
Οι άνθρωποι προσευχήθηκαν και λίγες ημέρες αργότερα ήρθε η βροχή.
Για τη φύση, είναι ένα μετεωρολογικό φαινόμενο.
Για την πυρόσβεση, ένας πολύτιμος σύμμαχος.
Για μια πόλη εξαντλημένη από τη φωτιά, μια βαθιά ανάσα.
Για εκείνον που πιστεύει; Ίσως η απάντηση να βρίσκεται ακόμη εκεί.
Σε ένα κερί.
Σε μια προσευχή και σε ένα βλέμμα στραμμένο προς τον ουρανό. Η Κόνιτσα ήταν ακόμη εκεί. Όρθια κάτω από την Τραπεζίτσα. Και, για όσους πιστεύουν, κάτω από τη σκέπη του Πατροκοσμά. https://hellas2day.gr/perifereies/perifereia_ipeirou/perifereiaki_enotita_thesprotias/konitsa-i-nychta-tis-proseychis-otan-oi-floges-chathikan-apo-tin-trapezitsa
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους