[451 Logo]
 Μόνο Top News & Social
 Επικαιρότητα
 Αθλητικά
 Οικονομία
 Ροή

Θα τολμήσω ακόμα μια δημοσίευση, γιατί με προτρέπει η απήχηση που είχαν, στην υπέροχη αυτή ομάδα, τα δυο προηγούμενα κείμενά μου. Ομολογώ ότι δεν το περίμενα. Δεν είμαι συγγραφέας, απλά σώζω στο...

Original Post

Πλήρες Κείμενο:

Θα τολμήσω ακόμα μια δημοσίευση, γιατί με προτρέπει η απήχηση που είχαν, στην υπέροχη αυτή ομάδα, τα δυο προηγούμενα κείμενά μου.

Ομολογώ ότι δεν το περίμενα.

Δεν είμαι συγγραφέας, απλά σώζω στο χαρτί αυτά που θυμάμαι από τις διηγήσεις του πατέρα μου Κώστα Κοκκάλη και των γιαγιάδων, κυρίως για να μην τα ξεχάσουν οι κόρες μου.

Γιατί λοιπόν να μην τα μοιραστώ και μαζί σας. (Η μάνα μου, Μικρασιάτισσα κι εκείνη, δεν πρόλαβε να μου διηγηθεί τα δικά της.

Ήμουνα στα οκτώ όταν τη χάσαμε). Στο Ηράκλειο που φτάσανε, η μάνα με τα τρία παιδιά, τους δώσανε από μια κουβέρτα και τους εγκαταστήσανε στο Ναό του Σωτήρα, το Βαλιδέ Τζαμί.

Μετά από κάμποσο καιρό άρχισαν οι Τούρκοι να ελευθερώνουνε τους αιχμαλώτους και ανάμεσά τους και ο Νίκος Κοκκάλης έφτασε με ένα καράβι, πού αλλού, στον Πειραιά κι άρχισε να ψάχνει τη γυναίκα του και τα παιδιά του.

Μα ο Πειραιάς ήταν μεγάλος και η Αθήνα ακόμα μεγαλύτερη και οι πρόσφυγες χιλιάδες και οι περισσότεροι είχαν διασκορπιστεί.

Ρώτησε σε διάφορες υπηρεσίες μα κανείς δεν μπορούσε να τον βοηθήσει.

Μια μέρα στον Ερυθρό Σταυρό μια κυρία του είπε ότι σε μια λίστα που έλαβαν από την Κρήτη θυμότανε το όνομα Κοκκάλης και ίσως η οικογένειά του να βρισκότανε εκεί.

Πήρε το πρώτο καράβι και την επομένη ανηφόριζε την ‘’Οδό Πλάνης’’ στο Ηράκλειο, τη σημερινή 25ης Αυγούστου.

Ανηφορίζοντας λοιπόν προς το κέντρο της άγνωστης πόλης ο Νίκος Κοκκάλης έφτασε σε ένα δρόμο γεμάτο μαγαζιά, τελάρα με εμπορεύματα αριστερά και δεξιά, μανάβικα, μπακάλικα, πανιά τεντωμένα για σκιά, φωνές πολλές και κόσμος πολύς.

Ήταν η κεντρική αγορά κι εκείνος χαμένος μέσα στην πολυκοσμία, εντυπωσιασμένος από την παράξενη προφορά των κρητικών αλλά και από το ντύσιμό τους, άρχισε να χάνει τις ελπίδες του.

Δεν ήταν δυνατό να βρει την οικογένειά του.

Ίσως δεν ήταν καν σ` αυτή την πόλη. Η Κρήτη ήταν τόσο μεγάλη.

Εντυπωσιασμένος από αυτά που έβλεπε, προβληματισμένος για το τι θα γινόταν, τριγυρισμένος από χιλιάδες σκέψεις, βρέθηκε στο τέλος της αγοράς σε ένα πλάτεμα του δρόμου κι ένα καφενείο στη μέση της μικρής πλατείας.

Ήταν ο Κουμπές.

Κάθισε να ξαποστάσει και ζήτησε ένα καφέ.

Πίνοντας σιγά-σιγά το γλυκό καφέ που θαρρείς πως γλύκαινε και την πικραμένη από όσα είχε περάσει ψυχή του, το βλέμμα του βασανισμένου πρόσφυγα έπεσε σ` έναν πιτσιρικά που καθόταν στο πεζούλι, εκεί που τελειώνανε τα λιγοστά τραπεζάκια του καφενείου.

Παρατηρούσε το μικρό που μετρούσε και ξαναμετρούσε κάτι πενταροδεκάρες.

Τόσος, σκέφτηκε, πρέπει να `ναι κι ο μικρός μου γιος ο Μιχάλης τώρα.

Ο μεγάλος, ο Κώστας, θα `ναι ολόκληρο αντράκι, πρέπει να ’χει κλείσει τα δώδεκα.

Και η Ανθιππούλα μου η μικρή, πόσο καιρό έχω να τη δω, πόσο μου λείπει.

Λόγω των συχνών προστριβών με τους Tούρκους είχε χάσει αρκετά επεισόδια από τη ζωή της οικογένειάς του.

Πού να βρίσκονται, άραγε θα τους βρω; Και τα μάτια αυτού του σκληρού και μεγαλόσωμου ‘’τουρκοφάγου’’ βουρκώσανε ξαφνικά.

Σήκωσε το χέρι και με την άκρη του μανικιού σκούπισε τα δάκρυα.

Ο πιτσιρικάς γύρισε και τον κοίταξε και για μια στιγμή τα βλέμματά τους διασταυρώθηκαν.

Ένα σκίρτημα του διαπέρασε το στομάχι. -Έλα δω μικρέ να σου πω κάτι, πώς σε λένε; -Η μαμά μου μου είπε να μη μιλάω σε ξένους. -Έλα εδώ να σου πω. Ο μικρός πλησίασε αλλά παρέμεινε σε απόσταση ασφαλείας.

Τον φοβόταν λίγο αυτό το μυστακοφόρο γίγαντα.

Φώναξε τον καφετζή και τον ρώτησε ποιο ήταν αυτό το παιδί. -Ε, απ` αυτούς τους πρόσφυγες που φέρανε και βάλανε εδώ μέσα.

Είπε και του έδειξε πίσω του ένα τεράστιο κτίριο, το Ναό του Σωτήρα. -Έρχεται εδώ και μαζεύει τα ποτήρια από τα τραπέζια και όλο και κάτι του αφήνει ο κόσμος.

Είναι όμως λίγο ατσούμπαλος. -Αυτό το παιδί πρέπει να είναι γιός μου.

Πες του να με πάει στη μάνα του. -Μιχαλιό, πήγαινε με τον κύριο να του δείξεις πού είναι η μάνα σου.

Ακολουθώντας το μικρό ο Νίκος Κοκκάλης μπήκε στο κτίριο.

Παντού χωρίσματα σαν παραβάν, μικρά τετράγωνα φτιαγμένα με σεντόνια και κουβέρτες, και σε ένα από αυτά η γυναίκα του η Μαρία σταυροπόδι κατάχαμα, με την Ανθίππη στην αγκαλιά και δίπλα ξαπλωμένος ο Κώστας που έβραζε στον πυρετό από την ελονοσία... Λιγότερα Πηγη: Vangelis Kokkalis

Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους


Όροι Χρήσης - Επικοινωνία
Update cookies preferences