ΤΡΙΤΟ ΜΕΡΟΣ Πήρε τον δρόμο του γυρισμού με τα μάτια κόκκινα από το κλάμα, μα με το κορμί χορτάτο από τον Μίχο της. Δεν θα ξαναπήγαινε για ύπνο στη μάνα της. Θα κοίταζε τη δουλειά της, θα φρόντιζε το...
ΤΡΙΤΟ ΜΕΡΟΣ Πήρε τον δρόμο του γυρισμού με τα μάτια κόκκινα από το κλάμα, μα με το κορμί χορτάτο από τον Μίχο της.
Δεν θα ξαναπήγαινε για ύπνο στη μάνα της.
Θα κοίταζε τη δουλειά της, θα φρόντιζε το μικρό τους βιος και θα περίμενε. Ο Μίχος της δεν την είχε ξεχάσει.
Την περίμενε κι εκείνος.
Κι αυτή θα ’φτιαχνε το φτωχοκάλυβο παλάτι μέχρι να γυρίσει.
Κι έτσι περνούσαν οι μήνες.
Μια πήγαινε εκείνη να τον ξαλλάξει, μια γύριζε εκείνος, κι ανάμεσα στις λίγες μέρες που έκλεβαν για τους δυο τους, η Φιλιώ όλο και στρογγύλευε.
Το κατάλαβε.
Μα δεν του είπε τίποτε.
Ας έμενε λίγο ακόμη στη δουλειά, συλλογίστηκε.
Ας έμπαιναν δυο δεκάρες παραπάνω στο σπίτι.
Το παιδί θα ερχόταν και μαζί του θα έρχονταν κι άλλες ανάγκες. Η Φρόσω στο μεταξύ όλο και περνούσε από το καλύβι.
Μια άφηνε κάτι, μια έριχνε μια ματιά στο νοικοκυριό, μια πετούσε και καμιά κουβέντα, γιατί Φρόσω χωρίς κουβέντα δεν θα ήταν Φρόσω.
Ώσπου ένα πρωινό κοίταξε τη Φιλιώ καλά καλά.
Δεν τη ρώτησε τίποτε.
Πήρε μόνη της το μικρό κοπάδι κι ετοιμάστηκε να φύγει. «Θα του μηνύσω να γυρίσει.» Η Φιλιώ την κοίταξε. «Μάνα, θα τα καταφέρω.
Μη με φοβάσαι.» Ήταν η πρώτη φορά που την είπε μάνα. Η Φρόσω κοντοστάθηκε. «Άμα θέλει μεροκάματο ο Μίχος, έχω εγώ δουλειά να του δώσω.
Για σας καρφί δε μου καίγεται.
Αλλά το βλαστάρι σου το ’χω εγγόνι και δεν θα του στερήσω τους γονείς του.
Τσιούπρα μου, δεν σ’ έχουμε για πεθαμό.
Σας θέλω όλους μαζί, αντάμα κι αγκαλιά, όπως ήμουνα κι εγώ με τον μακαρίτη.» Κοίταξε για λίγο τη νύφη της και χαμήλωσε τη φωνή. «Και δεν σας κρατάω κακία.
Τα ίδια έκανα κι εγώ.» Τότε η Φιλιώ κατάλαβε.
Πίσω από την αυταρχική μάνα που ήθελε να ορίσει τη ζωή του γιου της κρυβόταν ακόμη εκείνο το κορίτσι που κάποτε είχε κάνει ακριβώς το ίδιο.
Είχε αγαπήσει. Η Φρόσω μήνυσε στον Μίχο και ο Μίχος γύρισε.
Μια βδομάδα είχε να δει τη Φιλιώ του και του φάνηκε πως μέσα σε εφτά μέρες είχε αλλάξει ολόκληρη.
Ροδαλή η κούκλα του, με μια ολοστρόγγυλη κοιλίτσα μέχρι εκεί πέρα, στεκόταν μπροστά του και χαμογελούσε.
Την πήρε στην αγκαλιά του. Η Φιλιώ τού έδειξε τη σαρμανίτσα, τα σπάργανα κι όλα όσα είχε κουβαλήσει η μάνα του για το μωρό.
Και όσο εκείνη έλεγε τα καλύτερα για τη Φρόσω, τόσο ο Μίχος απορούσε.
Τη μάνα του την ήξερε.
Όπως ο διάολος το λιβάνι τη φοβόταν.
Δεν ξέχασε τις κατάρες, ούτε όσα είχαν προηγηθεί.
Έδωσε όμως τόπο στην οργή. Η Φιλιώ δεν του ζητούσε να ξεχάσει.
Του έδειχνε μονάχα πως κάτι είχε αλλάξει.
Και πράγματι είχε αλλάξει. Η Φρόσω όλο και τους καλούσε για φαγητό.
Όλο και κάτι αγόραζε για τον γιο της, για τη Φιλιώ και για το εγγόνι που περίμενε.
Κι όταν ο Μίχος χρειάστηκε δουλειά, τον έκανε επιστάτη.
Οι δυο δεκάρες έγιναν ολόκληρο πεντακοσάρι και το μικρό νοικοκυριό άρχισε να ανασαίνει.
Λίγο πριν γεννήσει η Φιλιώ, η Φρόσω την πήρε στο σπίτι της κι έφερε την καλύτερη μαμή.
Και ήρθε η ώρα.
Το σπίτι γέμισε φωνές, αγωνία, βήματα και προσταγές, ώσπου ακούστηκε εκείνο το πρώτο κλάμα που έκανε όλους τους άλλους να σωπάσουν. Κορίτσι.
Η μικρή ήρθε στον κόσμο κι η Φρόσω, πριν καλά καλά προλάβουν να χαρούν το πρώτο εγγόνι, είχε ήδη κανονίσει το δεύτερο. «Το επόμενο θα ’ναι αγόρι.
Και θα το πούμε Πέτρο. Και Πέτρο θα το φωνάζετε. Όχι Πέτρα.
Έχει γιαγιά το μικρό, και με όνομα παρακαλώ.» Εκεί κλότσησε ο Μίχος.
Τη μάνα του την ήξερε.
Της άφηνες μια χαραμάδα κι εκείνη μπορούσε να περάσει από μέσα ολόκληρη με τα κτήματα και τους εργάτες της.
Μα η Φιλιώ πρόλαβε την κουβέντα. «Μίχο, άσ’ τη. Να χαρεί κι η μάνα σου.
Τόσα καλά μάς έκανε.» Κοίταξε ο Μίχος τη γυναίκα του, κοίταξε τη μάνα του κι ύστερα τη μικρή τους που κοιμόταν αμέριμνη, χωρίς να ξέρει πως πάνω από τη σαρμανίτσα της είχε ήδη αρχίσει οικογενειακό συμβούλιο για τον αδελφό που ακόμη δεν υπήρχε.
Και σώπασε. Η Φρόσω είχε χάσει τη νύφη που ήθελε κάποτε να διαλέξει για τον γιο της.
Είχε όμως κερδίσει τη Φιλιώ.
Το κορίτσι που είχε μπει φτωχό στο καλύβι του Μίχου, που είχε περπατήσει τρεις ώρες για μια αγκαλιά, που είχε κρατήσει μόνη της το μικρό τους βιος και που πρώτη την είχε κοιτάξει στα μάτια και την είχε πει: «Μάνα.» Κι εκείνο το φτωχοκάλυβο που κάποτε είχε παραχωρήσει από θυμό, λίγο λίγο γινόταν στ’ αλήθεια παλάτι.
Όχι από τα γρόσια. Από τους ανθρώπους που έμαθαν επιτέλους να χωράνε μέσα του. ΠΌΠΗ &GPT -5.6 Sol
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους