Πριν επιστρέψω στην πολύτιμη ηρεμία μου, θα ολοκληρώσω αυτήν την απρόθυμη τριλογία πολιτικής κριτικής με αναδρομή στα φιλοσοφικά θεμελιά της. Θα φύγω λοιπόν για λίγο από την άμεση αισθητηριακότητα...
Πριν επιστρέψω στην πολύτιμη ηρεμία μου, θα ολοκληρώσω αυτήν την απρόθυμη τριλογία πολιτικής κριτικής με αναδρομή στα φιλοσοφικά θεμελιά της.
Θα φύγω λοιπόν για λίγο από την άμεση αισθητηριακότητα της πολιτικής επικαιρότητας και θα ανέλθω ορισμένα επίπεδα αφαίρεσης για αναδείξω τις επιστημολογικές και πολιτικο-θεωρητικές πηγές των δύο αυτών κειμένων, ώστε στην συνέχεια να επιστρέψω παλι πίσω για να δείξω πως αυτές μπορούν να εφαρμοστούν σε ένα επιμέρους πολιτικό ζήτημα.
Πρόκειται στην πραγματικότητα για μία συνομιλία μεταξύ Burke και Adorno που επεξεργάζομαι στο κεφάλι μου τελευταία. Ο Edmund Burke, πατέρας του νεωτερικού συντηρητισμού, συγγραφέας του «Στοχασμοί για την Επανάσταση στην Γαλλία» είναι Βρετανός, Ουίγος, Αντι-Διαφωτιστής.
Αντι-Διαφωτιστής, όμως όχι ανορθολογιστής.
Η επιστημολογία που θεμελιώνει την πολιτική του θεωρία είναι μία επιστημολογία της λελογισμένης ταπεινότητας: θεωρεί πως η πολυπλοκότητα ενός ιστορικού όλου, με όλους τους θεσμούς, τις νόρμες, τα ανθρώπινα πάθη, τις αστάθμητες διαδράσεις κ.λπ είναι τόσο σύνθετη, που κανένας ανθρώπινος νους δεν μπορεί να την συλλάβει στην πληρότητα της.
Επομένως καταφέρεται ενάντια σε κάθε μεταφυσική και αφηρημένη κατασκευή, όπως το διαφωτιστικό φυσικό δίκαιο, το οποίο θεωρεί ότι μπορεί να γκρεμίσει μία πραγματικότητα και να την ανοικοδομήσει εκ του μηδενός εκκινώντας από αφηρημένες αρχές — όπως έγινε στην Γαλλία από την αστική τάξη. Ο Burke δεν είναι συντηρητικός με την έννοια ότι θέλει να συντηρήσει ντέ και καλά συγκεκριμένους θεσμούς όπως η μοναρχία και η Εκκλησία.
Άλλωστε ο ίδιος ήταν φιλελεύθερος υποστηρικτής του συνταγματισμού τον 18ο αιώνα, σε μία εποχή που η θέση αυτή ήταν προοδευτική, για την ακρίβεια, στην αιχμή της εποχής της.
Αυτό που τον ενδιαφέρει — και δεν μπορώ να δώσω περισσότερη έμφαση εδώ — δεν η συντήρηση ενός συγκεκριμένου θεσμού καθ’ εαυτού αλλά η συντήρηση της *ιστορικής συνέχειας* των θεσμών και η σταδιακή μεταρρύθμιση.
Τα βάζει με την επαναστατική ρήξη, την οποία ταυτίζει με ένα είδος φιλοσοφικό-πολιτικής αλαζονείας της φυσικο-δικαϊκής, διαφωτιστικής παράδοσης πίσω από την Γαλλική Επανάσταση.
Επομένως είναι συντηρητικός με την έννοια ότι είναι επιφυλακτικός ως προς την ετερογονία των σκοπών, εμπιστεύεται θεσμούς που έχουν διατηρηθεί επιτυχώς ανά τους αιώνες, συνιστά ιδιαίτερη προσοχή και σύνεση στον ριζικό μετασχηματισμό τους, διότι φοβάται ότι ένα βαθύ ξερίζωμα, ένας ριζικός μετασχηματισμός μπορεί να δημιουργήσει περισσότερα προβλήματα απ' όσα λύνει.
Με αυτόν τον τρόπο προσδίδει ένα είδος νομιμοποίησης στην υφιστάμενη τάξη πραγμάτων, όχι ακριβώς ως τέτοιας, αλλά επειδή κατάφερε να πετύχει την κοινωνική αναπαραγωγή — ανεξαρτήτως από το πόσο καλά το έκανε — για μακρές διάρκειες.
Αυτό και μόνο έχει για εκείνον κάποια αξία, η οποία πρέπει να γίνεται σεβαστή από όλα τα πολιτικά υποκείμενα.
Από την άλλη ο Adorno κάνει κατά μία έννοια κάτι τόσο αντίθετο, όσο και παρεμφερές: επειδή μία κοινωνική ολότητα, θεμελιωδώς μη εξαντλητικά εννοιολογίσημη στην πληρότητά της, κατάφερε να αναπαραχθεί επιτυχώς για μακρές περιόδους, αυτό δεν σημαίνει ότι δεν μπορεί να είναι αντικείμενο κριτικής.
Η επιστημολογική ταπεινότητα του Adorno είναι μεγαλύτερη από εκείνη του Burke, καθώς πιστεύει ότι το Αντικείμενο της γνώσης δεν μπορεί να εξαντληθεί εννοιολογικά απ'το Υποκείμενό της.
Κατ’ επέκταση απονομιμοποιεί κάθε πολιτική θεωρία, η οποία ισχυρίζεται ότι έχει συλλάβει πλήρως την κοινωνική ολότητα, ότι είναι το επιστημονικό Υποκείμενο της Ιστορίας, και ότι μπορεί να αναδιαρθωσει την κοινωνία στην βάση της — αφηρημένης — επιστημονικής του γνώσης.
Αυτό εκ πρώτης όψεως ακούγεται σαν κριτική στην ΕΣΣΔ· και ακούγεται έτσι γιατί είναι.
Όμως είναι και κάτι ακόμη.
Η παράδοση της Κριτικής Θεωρίας μπορεί να είναι έτσι κριτική ακριβώς επειδή αρνείται να συμφωνήσει με τον τρόπο που μία κοινωνία αντιλαμβάνεται τον εαυτό της: ας πούμε ελεύθερη η ίση.
Τον τρόπο που διάφορες επιστήμες θεωρούν πως έχουν συλλάβει το αντικείμενο τους, όπως τα νεοκλασσικά οικονομικά, οι θετικιστικές κοινωνικές επιστήμες ή θεσμογενείς επιστήμες όπως η βιολογία και η (ψυχ)ιατρική.
Είναι θεμελιωδώς κριτική της λεγόμενης «ιδεολογίας» — της ψευδούς συνείδησης — ακριβώς λόγω της βαθύτατης καχυποψίας της απέναντι σε οποιονδήποτε θεωρεί πως έχει εξαντλήσει το αντικείμενο της έρευνάς του ή που θεωρεί ότι η πολιτική θεωρία του, είτε βασίζεται σε ακλόνητες προϋποθέσεις, είτε ότι η εφαρμογή της είναι υπόθεση τόσο διαφανής κι εύκολη όσο ένα αφηρημένο σύστημα κανονιστικών συλλογισμών.
Όποιος φέρει αυτούς τους δύο στοχαστές δίπλα και τους βάλει να συνομιλήσουν, καταλήγει σε ένα εξής ενδιαφέρον εντασιογενές πρόβλημα, το οποίο κατά την γνώμη μου είναι ιδιαίτερα επίκαιρο: πως γίνεται προσπαθώ να βλέπω την υφιστάμενη κοινωνία και την ηγεμονική πολιτική και ιδεολογία με βαθειά κριτικό βλέμμα, ενώ ταυτόχρονα δεν σκοντάφτω στην αφελή παγίδα να νομίζω ότι με πέντε αφηρημένους συλλογισμούς και πολιτικά προτάγματα έχω λύσει — φυσικά στο κεφάλι μου — δυσεπίλυτα και υπερπολύπλοκα ιστορικό-πολιτικά προβλήματα; Πώς, με άλλα λόγια, γίνεται να μην πέφτω ούτε στην άκριτη και παραδοσιολαγνική παγίδα της αντίδρασης, ούτε στην αφελή και ανεύθυνη παγίδα ενός χειμαρικού προοδευτισμού, που τα κάνει όλα
***** και στο τέλος δεν να έχει καν το φιλότιμο να παραδεχθεί ότι τα έκανε
**** και να απολογηθεί; Στον βαθμό που μιλάμε για επίκαιρα ζητήματα, αυτό που έκανε η αριστερά είναι να τυφλωθεί από πέντε-έξι μέτριους, κατά την γνώμη μου, φιλοσοφικούς ισχυρισμούς, να μην τους εξετάσει ψύχραιμα, έλλογα και επιφυλακτικά — όπως θα ήθελε και ο Burke και ο Adorno — αλλά να παθιαστεί και να μεθύσει· να καταλήξει να τους σπρώξει μπρος στην κοινωνία με τέτοια άκριτη μανία και ορμή ώστε να καταφέρει να προκαλέσει την αποστροφή, τον φόβο και την αγανάκτηση σε εκείνους που υποτίθεται ότι ήθελε να πείσει και να προσεταιριστει.
Να καταφέρει, εν τέλει, ύστερα από μία δεκαετία ιδεοληψίας, να καταλήξει να βάλει το χεράκι της στην όξυνση μίας έντονης πόλωσης και γενικευμένης πολιτισμικής κρίσης της οποίας η οξύτητα δεν ήταν ούτε αναγκαία, ούτε ανάλογη της μεταρρυθμιστικής φύσης των αιτημάτων της.
Ο τρόπος που προσέγγισα την επικαιρότητα και στα δύο κείμενα που έγραψα νομίζω ότι εμπνέεται από την γονιμότητα μίας τέτοιας ανεπίλυτης έντασης: μεταξύ, αφενός, της σοβαρής και ριζικής κριτικής της υφιστάμενης πραγματικότητας, αφετέρου μίας νηφάλια αίσθηση φρένου: την άρνηση αυτή η κριτική της υφιστάμενης πραγματικότητας να αποσυνδεθεί από την πραγματική ζωή και την πολυπλοκότητά της κοινωνίας, να πετάξει στους ουρανούς σαν τον Ίκαρο και να γίνει απερίσκεπτη και φλύαρη ηθικολογία και πολεμική που καταστρέφει και καταστρέφεται χωρίς να οικοδομεί.
Καταλήγεις με μία ταυτόχρονη και ασυμφιλίωτα αντιφατική καταγγελία της ιστορικής συνέχεια και υπεράσπιση της ιστορικής συνέχειας.
Προσπαθείς να αναδείξεις που δεν πατήθηκε το φρένο και που από την υπερβολική ταχύτητα εκτροχιάστηκε το τραίνο, χωρίς να αρνείσαι την κατεύθυνση προς την οποία κινούταν η ατμομηχανή της ιστορίας.
Απλώς εγώ έκανα την κριτική της αριστεράς, γιατί η κριτική της δεξιάς είναι πλέον γνωστή και τετριμμένη σε τέτοιο βαθμού που — επαναλαμβάνω — έχει γίνει αντι-παραγωγική.
Αν θέλουμε τώρα να τη συγκεκριμενοποιήσουμε και λίγο την όλη φάση, ας κατέλθουμε πάλι στην πολυσχιδία του εμπειρικού και ας εξετάσουμε ένα επίμαχο θέμα, που ξέρω ότι θα μου στερήσει και την τελευταία ηρεμία που μου έχει απομείνει — αλλά χαλάλι.
Η κατασκευασιοκρατική, κοινωνιολογίστικη, θεώρηση του φύλου είναι βασισμένη σε μία ιδιότυπη αντιφατική ενότητα μεταξύ νεοχιουμιανού εμπειριστικού σκεπτικισμού, που στην αρχή μελετά θετικιστικά τα επιμέρους εμπειρικά χαρακτηριστικά του φύλου — ξέρωντας βέβαια από πριν που το πάει — ώστε στην συνέχεια να συναντηθεί με μία γλωσσοκεντρική και ιδεαλιστική επιστημολογία, η οποία θεωρεί ότι η έννοια κατασκευάζει το αντικείμενο της και όχι το αντικείμενο την έννοια, ώστε να κάνει στο τέλος τον εξής παράδοξο γάμο και να πει: «η εμπειρική μελέτη του αντικειμένου μας μας δείχνει ότι η επιστημονική εννοιολόγησή μας συγκρότησε το αντικείμενο της εμπειρίας μας· αυτό το επιστημονικό αντικείμενο ονόματι βιολογικό φύλο δεν υφίσταται, διότι η εμπειρική μελέτη αδυνατεί να βρει εκείνο το σύνολο των χαρακτηριστικών που συγκροτεί το αντικείμενο ως τέτοιο.
Η έννοια του βιολογικού φύλου είναι άνευ πραγματικού αντικειμένου· για την ακρίβεια είναι επιστημονική ιδεολογία της πατριαρχικής κοινωνίας.» Το Αντικείμενο λέει στο Υποκείμενο ότι το Υποκείμενο κατασκεύασε ιδεολογικά το Αντικείμενο.
Το πρόβλημα είναι ότι αυτή η σχετικιστική επιστημολογία ήταν εξαρχής ανίκανη να συλλάβει το αντικείμενο της, διότι εξαρχής προσπάθησε να το συλλάβει με όρους χυδαίου εμπειρισμού — μεγάλη ειρωνεία — ως ένα σύνολο επιμέρους εμπειρικών χαρακτηριστικών, που συναθρώνονται μηχανιστικά σε μία άμεσα αισθητηριακά εντοπίσιμη ταξινομιτική έννοια, που δεν είναι άλλο από το άθροισμα ορισμένων εξωτερικά σχετιζόμενων ιδιοτήτων.
Μία έννοια οργανικής ολότητας, της οποίας οι επιμέρους πτυχές αλληλοσυγκροτούνται από την αλληλοδιαμεσολάβηση τους, τους ήταν αδιανόητη στο κατεξοχήν οργανικό αντικείμενο: τον οργανισμό.
Η επιστημολογία και η μέθοδος τους ήταν εξαρχής αντι-διαλεκτικές και αντι-επιστημονικές ακόμη και για τα σύγχρονα θετικιστικά standards· ήταν βαθειά ιδεολογικές· ή μάλλον, αντι-ιδεολογικά ιδεολογικές.
Η προοδευτική σκέψη μέθυσε και τυφλώθηκε και από τον ενθουσιασμό της για την γλωσσική στροφή και την κατασκευασιοκρατία, και την βαθύτατη επιθυμία και προθυμία της να πιαστεί από κάτι που θα την κάνει να ικανοποιήσει το πολιτικό πρόγραμμά της.
Άπλωσε το χέρι της πολύ γρήγορα σε ό,τι υποσχέθηκε να προωθήσει το πολιτικό της πρόγραμμα· ένα πρόγραμμα το οποίο στον μεγαλύτερο βαθμό ήταν έγκυρο και δίκαιο Δεν δεν θα κάνω θεωρία και δεν θα μπω καν στην διαδικασία να επιχειρηματολογήσω, γιατί το έχω ηδη κάνει άλλου.
Τα *βιολογικά* φύλα ήταν ανέκαθεν δύο και μάλιστα εγκαινιάζουν την στιγμή στην ιστορία της ζωής σε αυτόν τον πλανήτη, όπου η κοινωνία δύο διαφοροποιημένων οργανισμών — αλλά διαλεκτικά αλληλοσυγκροτούμενων — του ίδιου είδους γίνεται αναγκαία· μέχρι την εμφάνιση της (εμ)φυλοποίησης και την εξελικτική υπέρβαση της ατομικής αναπαραγωγής, η κοινωνία δύο ζωντανών οργανισμών ήταν ενδεχομενική και κατα συμβεβηκός (βλ. αποικίες βακτηρίων). Η ζωή ήταν αναγκασμένη να τα κάνει όλα μόνη της.
Από την εμφάνιση των φύλων κι ύστερα, δηλαδή τον βιολογικό-αναπαραγωγικό καταμερισμό της εργασίας μεταξύ δύο διαφορετικών και αλληλοσυμπληρωνόμενων κοινωνούντων, η κοινωνία γίνεται αναγκαία φυσικο-βιολογική συνθήκη στην αρχή για ένα ζωικό είδος και ύστερα για όλα (τα ανεπτυγμένα, όπως τα θηλαστικά). Είναι η στιγμή γένεσης της αναγκαίας κοινωνίας στο ζωικό βασίλειο.
Παλιός πρόγονος της δικής μας, ανθρώπινης κοινωνίας.
Η παράνοια της προοδευτικής παράταξης όμως, η οποία με διανοητικούς ακροβατισμούς αρνούταν να αναγνωρίσει την πιο καταφανή πραγματικότητα, έκανε την συντηρητική παράταξη, που παρανοούσε ήδη, να παρανοήσει ακόμη περισσότερο.
Εκείνη η παράταξη, ανίκανη να σκεφτεί ιστορικά, οχυρώθηκε πίσω από τον κλασσικό βιολογισμό, που όλοι πλέον βαρεθήκαμε να ακούμε και θεώρησε ότι βιολογικό και κοινωνικό φύλο πρέπει κατ’ ανάγκη να ταυτίζονται με τον τρόπο που ταυτίζονταν το 1950.
Έτσι σχημάτισαν ένα τεράστιο κύμα αντίδρασης απέναντι στα queer και trans άτομα, τα οποία από την μία ήθελαν να ρευστοποιήσουν ή αλλάξουν το κοινωνικό τους φύλο (queer και transgender) και από την άλλη ήθελαν να παρέμβουν τεχνολογικά-ιατρικά στο βιολογικό τους φύλο (transsexual). Οι βασικές και θεμελιώδεις αρχές του φιλελευθερισμού του John Locke που έζησε τον 17ο αιώνα ήταν αρκετές για να λήξει το ζήτημα σε επίπεδο μακροκοινωνικής κλίμακας: το σώμα καθενός είναι ιδιοκτησία του και έχει δικαίωμα να το κάνει με αυτό ο,τι θέλει.
Αν λήγαμε αυτό το ουσιωδώς φιλελεύθερο ζήτημα με φιλελεύθερους όρους, η ταξική πολιτική θα μπορούσε να επιστρέψει πιο εύκολα πάλι στο προσκήνιο.
Όμως από την μία οι συντηρητικοί ήταν ανίκανοι — ελλείψει αντορνικής προσέγγισης — να δουν τα ιστορικό-κοινωνικά αιτία αυτού του μετασχηματισμού της σύγχρονης υποκειμενικότητας στην υστερο-νεωτερική μεταβιομηχανική και ψηφιακή κοινωνία και να συμφιλιωθούν με την ιστορική συνέχεια.
Από την άλλη οι προοδευτικοί δεν αρκέστηκαν στο φιλελεύθερο δικαίωμα του σωματικού αυτοκαθορισμού.
Δεν ήταν αρκετή η διεκδίκηση του ατομικού δικαιώματος να σχετίζεται κάνεις με το φύλο του όπως θέλει· έπρεπε όλη η έμφυλη συγκρότηση της Δύσης — η ιστορίας της βιολογικής ζωής εν γένει — να αμφισβητηθεί και να εκπαραθυρωθεί.
Μετέτρεψαν το ζήτημα χάρη σε μία μέτρια ψευδο-επιστημονική θεώρηση και μία εξίσου μέτρια φιλοσοφική παράδοση, σε αγαστή συνεργασία με το Κεφάλαιο και το αστικού κράτος σε ζήτημα υπαρξιακού βεληνεκούς για την κοινωνία και το άτομο.
Δάγκωσαν περισσότερο απ’ όσο μπορούσαν να μασήσουν και μίλαγαν με την μπουκιά στο στόμα.
Πολλοί ενοχλήθηκαν.
Πρόκειται για την ίδια προβληματική που έκανα παραπάνω σε πιο αφηρημένο επίπεδο.
Οι μεν έχασαν την κριτική ικανότητα να αξιολογήσουν την υφιστάμενη πραγματικότητα και να δουν τους πραγματικούς μετασχηματισμούς του φύλου και της υποκειμενικότητας, οπότε οχυρώθηκαν πεισματικά απέναντι ό,τι τους ξένιζε και τους τρόμαζε· οι δε έχασαν την κριτική ικανότητα να αξιολογήσουν και να σταθμίσουν την ριζοσπαστικότητα της φιλοσοφικής τους σκέψης και την πολιτική τους πρακτική και κατέληξαν να κάνουν το ένα τρίτο της κοινωνίας να τους μισήσει και το δεύτερο τρίτο να τους αντιπαθήσει.
Τροφοδότησαν την ανερχόμενη για ένα σωρό λόγους ακροδεξιά ρίχνοντας κι άλλο λάδι στην φωτιά που ήδη έκαιγε — προφανώς εδώ δεν κάνω αναγωγισμό — και τώρα τα πράγματα έγιναν χειρότερα.
Αν η προοδευτική παράταξη είχε χωνέψει το μπερκιανό δίδαγμα και, για παράδειγμα, τα γυναικεία σπορ είχαν περιοριστεί στην βιολογικό-κοινωνική τάξη των γυναικών, δεν είχαμε περιπτώσεις βιασμού γυναικών στις φυλακές από άντρες που έγιναν τρανς γυναίκες εν μία νυκτί ή χειρουργικές επεμβάσεις με ανεπίστρεπτες συνέπειες σε ανήλικους, τις οποίες ύστερα πικρά μετάνιωσαν, σήμερα μπορεί τα πράγματα να ήταν καλύτερα κυριολεκτικά για όλους.
Αν από την άλλη, αν η συντηρητική παράταξη είχε χωνέψει το αντορνικό δίδαγμα και έμπαινε στον κόπο να ασχοληθεί με το ζήτημα του φύλου χωρίς προκαταλήψεις και με υπεύθυνη κριτική ματιά απέναντι στην υφιστάμενη πραγματικότητα, ίσως να μην είχαμε στίγματα, ξυλοδαρμούς, φόνους, τρανσμυσογυνισμούς πασάς φύσεως· ίσως οι γάμοι των ομόφυλων ζευγαριών να είχαν νομιμοποιηθεί μία ώρα αρχίτερα, ίσως να μην είχανε δηλητηριαστεί ένα σωρό έφηβα αγόρια από την αντρόσφαιρα και ίσως η ινσελογενής τρομοκρατία κι αυτοκτονία να μας έμοιαζε με ένα κακό, δυστοπικό και μακρινό ανέκδοτο.
Το θέμα είναι ότι ξέρουμε ολοι μας πολύ καλά που φτάνει οι συντηρητικοί, οι αντιδραστικοί, οι φασιστοειδείς και οι φασίστες· δεν έχει νόημα να τα λέμε άλλο.
Όμως αρνούμαστε να δούμε αυτό που έχει το μεγαλύτερο νόημα: να δούμε που κάνουμε εμείς λάθος.
Όσα δεν κοιτάζουμε κατάματα με ειλικρίνεια και όλα για όσα δεν παίρνουμε την ευθύνη, διαστρέφονται σε αντι-παραγωγικά πυρά ενάντια στον πολιτικό εχθρό.
Όμως δεν γίνεται έτσι πολιτική.
Δεν μπορούμε μονίμως να κατηγορούμε τους αντιπάλους και για εκείνα για τα οποία ευθύνονται αυτοί και για αυτά για τα οποία ευθυνόμαστε εμείς.
Θα χάσουμε πλήρως την αξιοπιστία μας στα μάτια του κόσμου και θα μας περνάνε πλέον για κακομαθημένα παιδιά, αντί για ώριμη, πόσο δε μάλλον ικανή για να αναλάβει τα ηνία της ιστορίας πολιτική δύναμη.
Η δεκαετία αυτή μεταξύ 2015-2025 δεν ήταν εποχή νηφαλιότητας και δεν αρνούμαι ότι και εγώ είχω μεθύσει και μάλιστα πολύ και πολύ άσχημα.
Όμως στο τέλος της ημέρας η πολιτική αναζητά το κοινό καλό.
Αν μας ενδιαφέρει όντως το κοινό καλό, είναι ώρα να σταματήσουμε την κριτική και να ξεκινήσουμε την αυτοκριτική.
Όχι απλώς στα κρυφά, όχι απλώς μεταξύ μας· αλλά στον δημόσιο διάλογο.
Χωρίς αυταπάτες, αλλά και χωρίς ντροπή και ενοχές.
Και δεν μιλάω απομονωμένα ούτε για την μαρξιστική-λενινιστική παράδοση, ούτε την αναρχική, την αυτόνομη, την σοσιαλδημοκρατική ή δεν ξέρω εγώ τι. Πάντα υπάρχουν ειδοποιοί διάφορες που μας διαφοροποιούν, όμως παραμένουμε ένας ευρύτερος, λιγότερο ή περισσότερο — στους διάφορους μας συνδιασμούς — ενιαία συμπορευόμενος πολιτικός χώρος.
Μιλάω, επομένως, για αυτό που ο καθημερινός κόσμος, ο οποίος δεν ανήκει σε εμάς με την στενή έννοια, και δεν ξέρει όλα τα πολιτικά κουτσομπολιά και τις σχολαστικές συζητήσεις αντιλαμβάνεται όταν ακούει την λέξη «Αριστερά».
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους