**Μια αληθινή ιστορία** Από τις γειτονιές του Πειραιά στις γειτονιές του Παραδείσου. Τώρα, με τον αιφνίδιο θάνατο του αγαπημένου μας τραγουδιστή, του Γιώργου Μαζωνάκη, θα γραφτούν πολλά. Θα γραφτούν...
**Μια αληθινή ιστορία** Από τις γειτονιές του Πειραιά στις γειτονιές του Παραδείσου.
Τώρα, με τον αιφνίδιο θάνατο του αγαπημένου μας τραγουδιστή, του Γιώργου Μαζωνάκη, θα γραφτούν πολλά.
Θα γραφτούν για τη ζωή του, για την καριέρα του, για τη φωνή του, για τις επιτυχίες του, για όλα όσα άφησε πίσω του.
Εγώ, όμως, θέλω να πω μια μικρή προσωπική ιστορία.
Μια ιστορία πραγματικά αληθινή.
Δεν είναι μυθοπλασία.
Δεν είναι κάτι που άκουσα από κάποιον άλλον.
Είναι κάτι που έζησα και, παρά τα χρόνια που πέρασαν, έμεινε χαραγμένο στη μνήμη μου.
Ήμουν τότε περίπου 13-14 ετών.
Κάπου μετά τον σταθμό του Μετρό «Μανιάτικα», λίγο πριν από τη στάση Καλοκαιρινού, πήγαινα να συναντήσω έναν συμμαθητή μου, ο οποίος ήταν ταυτόχρονα και θείος μου — αν και εγώ τον αποκαλούσα «ξάδερφο», αφού ήμασταν συνομήλικοι.
Και τότε συνέβη κάτι ασήμαντο για εκείνη τη στιγμή, αλλά τελικά καθόλου ασήμαντο για τη μνήμη μου.
Είδα έναν πιτσιρικά.
Ένα παιδί με χαρακτηριστική, «αλανιάρικη» φάτσα.
Γύρω του είχαν μαζευτεί άλλα παιδιά και του φώναζαν: **«Πού ’σαι, ρε μεγάλε Γιώργο;»** Δεν ξέρω γιατί, αλλά εκείνη η εικόνα καρφώθηκε στο μυαλό μου.
Ρώτησα τον «ξάδερφό» μου, τον γιωργος Σ. παπακωνσταντινου , αν θυμάμαι καλά: — Ποιος είναι αυτός; Και μου απάντησε περίπου: — Ένας πιτσιρικάς που μένει εδώ πιο πάνω, στην πλατεία Χαλκηδόνας.
Γυρνάει στις γειτονιές.
Είναι αλάνι και τον αγαπάνε τα παιδιά.
Τότε δεν μπορούσα φυσικά να φανταστώ ποιον είχα μπροστά μου.
Δεν ήξερα ότι εκείνο το παιδί θα γινόταν μια μέρα ο Γιώργος Μαζωνάκης.
Δεν ήξερα ότι η φωνή του θα ακουγόταν σε ολόκληρη την Ελλάδα.
Δεν ήξερα ότι αυτό το «αλάνι» των γειτονιών θα γινόταν ένας από τους πιο αναγνωρίσιμους λαϊκούς τραγουδιστές της εποχής του.
Ήξερα μόνο ότι κάτι είχε πάνω του.
Ένα χάρισμα.
Κάτι που ίσως δεν μπορούσα να εξηγήσω τότε, αλλά μπορούσα να το αισθανθώ.
Και όσο περνούν τα χρόνια, τόσο περισσότερο καταλαβαίνω εκείνη την πρώτη εικόνα.
Διαβάζοντας σήμερα όσα έχουν γραφτεί για τη ζωή του, βλέπω πως αυτό το στοιχείο υπήρχε μέσα του από παιδί. Ο Νίκος Μουρατίδης έχει διηγηθεί, μεταξύ άλλων, πως όταν ο Μαζωνάκης ήταν μόλις 15-16 ετών, πήγε στο καμαρίνι της Μαρινέλλας και της είπε: **«Είμαστε συνάδελφοι».** Τόσο μικρός και τόσο μεγάλος ταυτόχρονα.
Είχε εκείνο το θράσος που δεν είναι αλαζονεία.
Είναι το θράσος του ανθρώπου που, χωρίς ακόμη να ξέρει πού θα φτάσει, νιώθει μέσα του ότι είναι φτιαγμένος για κάτι μεγαλύτερο.
Και σήμερα, τόσα χρόνια μετά, εκείνη η παιδική εικόνα επιστρέφει.
Σαν ένα μικρό καρέ από μια ταινία που είδα πολύ πριν καταλάβω την υπόθεσή της.
Σαν ένα στιγμιότυπο από το *Matrix*, που μου έδειξε για μια στιγμή κάτι από το μέλλον.
Ένα παιδί στη γειτονιά.
Μια παρέα παιδιών γύρω του.
Και μια φωνή: **«Πού ’σαι, ρε μεγάλε Γιώργο;»** Αυτή η εικόνα έμεινε μέσα μου.
Και τώρα, που εκείνο το παιδί έφυγε, η μνήμη έγινε ακόμη πιο δυνατή.
Ίσως κάποτε η επιστήμη να μπορέσει να αποτυπώνει τη μνήμη μας όπως ακριβώς τη ζήσαμε.
Να μπορεί να κρατάει εικόνες, φωνές, μυρωδιές, συναισθήματα.
Αν γινόταν αυτό σήμερα, θα μπορούσα να σας δείξω εκείνο το παιδί όπως το είδα εγώ.
Και θα σας έλεγα: **«Ναι.
Αυτός είναι.
Αυτός ήταν ο Γιώργος Μαζωνάκης πριν γίνει ο Γιώργος Μαζωνάκης.»** Ένα λαϊκό παιδί από τη γειτονιά.
Ένα παιδί που αγαπήθηκε από τον κόσμο.
Ένας άνθρωπος που είχε το χάρισμα να κάνει τη φωνή του κομμάτι της ζωής μας.
Και ίσως τελικά αυτό να είναι η μεγαλύτερη παρακαταθήκη ενός τραγουδιστή: Να φεύγει ο άνθρωπος, αλλά να μένει η φωνή.
Να κλείνει η αυλαία, αλλά το τραγούδι να συνεχίζεται.
Απόψε, λοιπόν, ο Γιώργος τραγουδά στου Αγγέλων τα μπουζούκια.
Και κάπου εκεί, ανάμεσα στα τραγούδια και στις αναμνήσεις, θα κάνει το ντουέτο του με τον Δημήτρη Κόκοτα.
Γιατί οι μεγάλες φωνές ίσως φεύγουν από τη ζωή… **αλλά δεν φεύγουν ποτέ από τη μνήμη μας.** Καλό ταξίδι, Γιώργο. **Τώρα βόλταρεις σε άλλες γειτονιές στις γειτονιές του Παραδείσου.**
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους