[451 Logo]
 Μόνο Top News & Social
 Επικαιρότητα
 Αθλητικά
 Οικονομία
 Ροή

Τέσσερις μέρες μετά τη γέννηση της κόρης μου γύρισα σπίτι και βρήκα τον κωδικό της αυλόπορτας αλλαγμένο. Ο άντρας μου είχε φύγει για διακοπές με τη μητέρα και την αδελφή του και θεωρούσε ότι λίγες...

Original Post

Πλήρες Κείμενο:

Τέσσερις μέρες μετά τη γέννηση της κόρης μου γύρισα σπίτι και βρήκα τον κωδικό της αυλόπορτας αλλαγμένο.

Ο άντρας μου είχε φύγει για διακοπές με τη μητέρα και την αδελφή του και θεωρούσε ότι λίγες μέρες μόνη με ένα νεογέννητο θα μου έκαναν «καλό». Δεν φώναξα.

Δεν τον παρακάλεσα να επιστρέψει.

Και δεν του θύμισα ότι το σπίτι από το οποίο μόλις με είχε αποκλείσει δεν ήταν ποτέ δικό του.

Ενώ εκείνος ανέβαζε φωτογραφίες από το ξενοδοχείο, εγώ τηλεφωνούσα σε έναν άνθρωπο που ήθελε εδώ και μήνες να αγοράσει το ακίνητο.

Η οθόνη του πληκτρολογίου άναψε κόκκινη.

Πληκτρολόγησα ξανά τον εξαψήφιο κωδικό. Κόκκινο.

Τρίτη φορά.

Πάλι το ίδιο.

Έμεινα ακίνητη μπροστά στην αυλόπορτα της μονοκατοικίας μας στη Βάρη, με τη μικρή Νεφέλη κολλημένη πάνω στο στήθος μου και τη βροχή να περνά μέσα από τα μαλλιά μου.

Είχα γεννήσει πριν από τέσσερις μέρες.

Κάθε βήμα ακόμη πονούσε.

Η τσάντα από το μαιευτήριο είχε ακουμπήσει σε μια λακκούβα δίπλα μου και το ταξί που με είχε φέρει μόλις είχε φύγει.

Κάλεσα τον Ανδρέα.

Μου το έκλεισε. Ξανακάλεσα.

Καμία απάντηση.

Στην τρίτη προσπάθεια το σήκωσε. — Τι έγινε; Δεν άκουσα πρώτα τη φωνή του.

Άκουσα μουσική. Ποτήρια.

Και γέλια. — Ανδρέα, ο κωδικός της πόρτας δεν λειτουργεί.

Έγινε μια μικρή παύση.

Και τότε ακούστηκε καθαρά η φωνή της πεθεράς μου. — Γύρισε κιόλας; Η κυρία Κατερίνα γέλασε.

Τα δάχτυλά μου πάγωσαν πάνω στο κινητό. — Άλλαξες τον κωδικό; — Ναι.

Το είπε σαν να ήταν το πιο φυσιολογικό πράγμα στον κόσμο. — Είμαι έξω από το σπίτι με την τεσσάρων ημερών κόρη σου. — Μαρίνα, σε παρακαλώ, μη δημιουργήσεις πάλι θέμα. — Άνοιξέ μου. — Δεν είμαστε εκεί.

Κοίταξα τα σκοτεινά παράθυρα. — Πού είσαι; Κάποιος φώναξε πίσω του: — Ανδρέα, έλα, σερβίρουν το φαγητό! Ύστερα άκουσα την αδελφή του, τη Λένα. — Ακόμα μιλάει μαζί της; Δεν χρειάστηκε να περιμένω την εξήγηση. — Είμαστε στη Ρόδο, είπε ο Ανδρέας.

Η μαμά το είχε ανάγκη.

Είχε μήνες να φύγει κάπου.

Έσφιξα το μωρό πάνω μου. — Η μητέρα σου είχε ανάγκη διακοπές τέσσερις μέρες μετά τη γέννηση της κόρης μας; — Δεν είναι αυτό το θέμα. — Ποιο είναι το θέμα; Τώρα θύμωσε. — Το ότι όλη την εγκυμοσύνη συμπεριφερόσουν λες και όλοι πρέπει να κινούνται σύμφωνα με το πρόγραμμά σου.

Το δωμάτιο του μωρού, οι γιατροί, ποιος θα έρχεται σπίτι, ποιος όχι… — Μόλις γέννησα. — Και γι’ αυτό ακριβώς χρειάζεσαι λίγες μέρες να ηρεμήσεις.

Κοίταξα ξανά το κόκκινο λαμπάκι. — Με κλειδώνεις έξω από το σπίτι για να ηρεμήσω; — Δεν σε κλείδωσα πουθενά.

Μπορείς να πας στη Σοφία.

Η μεγαλύτερη αδελφή μου έμενε στο Παλαιό Φάληρο. — Και το μωρό; — Μαζί σου φυσικά.

Είσαι η μητέρα της.

Τότε ακούστηκε η Κατερίνα πιο κοντά. — Δώσε μου το τηλέφωνο.

Σε λίγα δευτερόλεπτα μιλούσε εκείνη. — Μαρίνα, έχεις αρχίσει να ξεχνάς ότι ο Ανδρέας έχει και οικογένεια πέρα από εσένα.

Έκλεισα τα μάτια. — Η κόρη του είναι τεσσάρων ημερών. — Και δεν θα πάθει τίποτα αν περάσεις μια εβδομάδα μόνη σου.

Ίσως έτσι καταλάβεις ότι δεν μπορείς να αποφασίζεις για όλους. — Αυτό είναι το σπίτι μου.

Η φωνή της άλλαξε αμέσως. — Να. Αυτό ακριβώς εννοώ. «Το σπίτι μου». Πάντα έτσι μιλάς.

Σήκωσα το βλέμμα στο σπίτι.

Δύο όροφοι.

Πέτρινη πρόσοψη.

Μικρή πισίνα πίσω.

Ένας κήπος που είχα φυτέψει από την αρχή.

Η έκταση είχε αγοραστεί τρία χρόνια πριν γνωρίσω τον Ανδρέα.

Τα θεμέλια είχαν πέσει πριν καν βγούμε το πρώτο μας ραντεβού. — Γιατί είναι δικό μου, είπα. Η Κατερίνα γέλασε. — Είσαι παντρεμένη γυναίκα.

Σταμάτα να μιλάς σαν επιχειρηματίας. Ο Ανδρέας ξαναπήρε το τηλέφωνο. — Μείνε στη Σοφία μέχρι να γυρίσουμε.

Είναι επτά μέρες, όχι ένας αιώνας. — Θέλεις να μείνω έξω από το ίδιο μου το σπίτι με ένα νεογέννητο για επτά μέρες; — Θέλω να σκεφτείς λίγο τη συμπεριφορά σου.

Δεν απάντησα. — Και μην αρχίσεις να παίρνεις εκατό τηλέφωνα, συνέχισε.

Όταν γυρίσουμε, θα μιλήσουμε σαν ενήλικες. Έκλεισε.

Έμεινα για λίγο κάτω από τη βροχή. Η Νεφέλη κουνήθηκε στην κουβέρτα και έβγαλε έναν μικρό ήχο.

Τότε όλη η οργή μέσα μου ηρέμησε περίεργα.

Όχι επειδή τον συγχώρεσα.

Αλλά επειδή θυμήθηκα κάτι. Ο Ανδρέας μισούσε τα χαρτιά.

Όταν παντρευτήκαμε, είχε υπογράψει το προγαμιαίο συμφωνητικό σχεδόν χωρίς να το διαβάσει. — Τα νομικά είναι δική σου αρρώστια, είχε γελάσει τότε.

Εγώ εργαζόμουν περισσότερο από δέκα χρόνια ως δικηγόρος σε υποθέσεις ακινήτων.

Ο πατέρας μου είχε επιμείνει να είναι ξεκάθαρο ότι το οικόπεδο και η κατοικία που είχα αποκτήσει πριν από τον γάμο παρέμεναν αποκλειστικά δική μου περιουσία. Ο Ανδρέας δεν είχε καν αντιδράσει. — Κράτα το σπίτι σου, είχε πει.

Κάποτε θα σου αγοράσω καλύτερο.

Προφανώς κάποια στιγμή άρχισε να πιστεύει ότι το είχε ήδη αποκτήσει.

Πήρα τηλέφωνο την Άννα, μια παλιά συνεργάτιδά μου. — Μαρίνα; Γύρισες από το μαιευτήριο; — Μόλις. — Όλα καλά; Κοίταξα το κόκκινο λαμπάκι της εισόδου. — Θυμάσαι τον Στέφανο Λεβέντη; — Τον επιχειρηματία που ήθελε να αγοράσει τη μονοκατοικία σου την άνοιξη; — Αυτόν. — Ναι.

Εσύ δεν ήθελες ούτε να το συζητήσεις.

Έσκυψα και σήκωσα την βρεγμένη τσάντα.

Στο βάθος του δρόμου φάνηκαν τα φώτα ενός ταξί. — Τώρα θέλω. Η Άννα σώπασε. — Θες να πουλήσεις το σπίτι; — Θέλω να μάθεις αν ενδιαφέρεται ακόμη. — Ο Ανδρέας το ξέρει; Άνοιξα την πίσω πόρτα του ταξί. — Όχι.

Το κινητό μου δονήθηκε.

Μήνυμα από εκείνον. «Μην κάνεις καμιά υπερβολή.

Θα τα πούμε όταν επιστρέψω.» Χαμογέλασα για πρώτη φορά εκείνο το βράδυ. — Και τι να πω στον Λεβέντη; ρώτησε η Άννα.

Μπήκα στο αυτοκίνητο κρατώντας τη Νεφέλη προσεκτικά. — Πες του ότι αν μπορεί να προχωρήσει γρήγορα, θα πάρει πολύ καλή τιμή. — Πόσο γρήγορα; Κοίταξα για τελευταία φορά το σπίτι. — Πριν επιστρέψουν από τη Ρόδο. Η ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΣΤΑ ΣΧΟΛΙΑ

Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους


Όροι Χρήσης - Επικοινωνία
Update cookies preferences