Περπατάω μια μέρα στην οδό Αιόλου και είναι ένας απελπισμένος που δεν τον έχω ξαναδεί. Γενικώς, στην οδό Αιόλου, τους απελπισμένους που «νοσηλεύονται» εκεί, τους ξέρω πια όλους εξ όψεως. Αυτός λοιπόν...
Περπατάω μια μέρα στην οδό Αιόλου και είναι ένας απελπισμένος που δεν τον έχω ξαναδεί.
Γενικώς, στην οδό Αιόλου, τους απελπισμένους που «νοσηλεύονται» εκεί, τους ξέρω πια όλους εξ όψεως.
Αυτός λοιπόν έχει ένα ηχείο με μικρόφωνο και λέει ένα τραγούδι.
Φοράει ένα φανελάκι, οριακά λιγδερό.
Δηλαδή, επειδή κάνει ζέστη έχει βγάλει το πουκάμισο κι έχει μείνει με το φανελάκι.
Θεωρώντας ότι αυτό είναι μια χαρά για τραγουδιστή δρόμου.
Κι έτσι -κι ο παππούς με το φανελάκι- έλεγε το τραγούδι του.
Τέλος πάντων, εγώ μέχρι τότε έχω εντοπίσει ότι κάποιος τραγουδάει, αλλά ούτε τον βλέπω ούτε προσέχω τι τραγουδάει.
Πλησιάζοντας, όμως, ακούω δύο στίχους: « μ’ έφαγε το άδικο / και το δικό σου κ@λ@δάχτ@λ@» Και μένω με τα μάτια γουρλωμένα, διότι θεώρησα ότι βρισκόμουν ενώπιον μιας παγκόσμιας πρώτης παρουσίασης του άσματος.
Διακρίνει εκείνος την κατάπληξη στα μάτια και μου λέει πονηρά: «Εγώ, τα τραγούδια τα λέω όπως τα αισθάνομαι». Εκεί πια κοκκάλωσα.
Γιατί ήμουν έτοιμος να τον ρωτήσω: «Και τι σας έκανε να τα αισθανθείτε την ώρα που περνούσα εγώ από μπροστά σας;» Αλλά, εντάξει, συγκρατήθηκα.
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους