«Άνοιξέ μου, βρε κορίτσι μου, ένα λεπτό μόνο. Να το φιλήσω θέλω. Τι φοβάσαι πια;» Στεκόμουν πίσω από την πόρτα, με τη μπλούζα λερωμένη από γάλα, το μωρό να έχει μόλις κοιμηθεί πάνω μου και τα πόδια...
«Άνοιξέ μου, βρε κορίτσι μου, ένα λεπτό μόνο. Να το φιλήσω θέλω.
Τι φοβάσαι πια;» Στεκόμουν πίσω από την πόρτα, με τη μπλούζα λερωμένη από γάλα, το μωρό να έχει μόλις κοιμηθεί πάνω μου και τα πόδια μου να τρέμουν από την αϋπνία.
Δεν μίλησα αμέσως.
Κρατούσα την ανάσα μου λες και αν έμενα ακίνητη θα έφευγε.
Αλλά το κουδούνι ξαναχτύπησε.
Και μετά άλλη μία.
Ήταν η κυρία Βάσω από τον δεύτερο.
Χήρα χρόνια, από εκείνες τις γυναίκες που ξέρουν τα πάντα για όλους στην πολυκατοικία και θεωρούν πως έχουν δικαίωμα να μπαίνουν παντού, ειδικά «για καλό». Στην αρχή προσπάθησα να είμαι ευγενική.
Μόλις είχα γεννήσει τον μικρό μας, τον Μανώλη, και ήμουν σε μια κατάσταση που ούτε εγώ δεν αναγνώριζα τον εαυτό μου.
Έκλαιγα εύκολα, δεν κοιμόμουν σχεδόν καθόλου, πονούσα ακόμα, και κάθε ήχος με έκανε να πετάγομαι.
Ο άντρας μου, ο Στέλιος, το έβλεπε. «Δεν χρωστάς επίσκεψη σε κανέναν», μου έλεγε χαμηλόφωνα τα βράδια, όταν επιτέλους το μωρό ηρεμούσε. «Δεν είσαι αγενής.
Εξαντλημένη είσαι.» Ναι, αλλά η πολυκατοικία δεν το έβλεπε έτσι.
Η κυρία Βάσω ξεκίνησε με τα τάπερ.
Μου έφερνε γεμιστά, κοτόσουπα, ρυζόγαλο.
Την ευχαριστούσα πραγματικά.
Μόνο που μαζί με το τάπερ ερχόταν και η απαίτηση. «Να περάσω πέντε λεπτά.» «Να τον πάρω μια αγκαλίτσα.» «Εγώ μεγάλωσα τρία παιδιά, ξέρω.» Μια μέρα, μετά από μια νύχτα που ο Μανώλης έκλαιγε σχεδόν ασταμάτητα, χτύπησε στις έντεκα το πρωί.
Είχα μόλις καταφέρει να τον κοιμίσω.
Άνοιξα όσο πιο λίγο μπορούσα. «Κυρία Βάσω, συγγνώμη πολύ, αλλά δεν μπορώ σήμερα.
Δεν έχω κοιμηθεί καθόλου.» Με κοίταξε παγωμένα. «Δηλαδή εγώ σε ενοχλώ;» «Όχι, απλώς το μωρό—» «Το μωρό θέλει κόσμο.
Όχι κλεισούρα.
Μην το μεγαλώσεις φοβικό.» Και έφυγε χωρίς να πάρει το άδειο τάπερ.
Από εκείνη τη μέρα άλλαξε κάτι.
Το ένιωθα στο ασανσέρ, στις σκάλες, ακόμα και στο βλέμμα της κυρίας Δήμητρας από το ισόγειο. Μισόλογα. Σιωπές.
Κάτι ψεύτικα χαμόγελα.
Μια φορά μπήκα στο φούρνο της γωνίας με το καρότσι και άκουσα πίσω μου: «Τώρα οι νέες μάνες δεν θέλουν κανέναν.
Όλες ψώνια.» Δεν γύρισα, αλλά ήξερα.
Το χειρότερο ήταν τα τηλέφωνα στο θυροτηλέφωνο.
Μεσημέρι, απόγευμα, ώρα που είχα βυθιστεί για είκοσι λεπτά σε έναν ύπνο σχεδόν λιποθυμικό. «Εγώ είμαι, άνοιξέ μου.» «Δεν μπορώ τώρα, συγγνώμη.» «Καλά, μην ανοίγεις.
Το κατάλαβα.» Εκείνο το «το κατάλαβα» έσταζε κατηγορία.
Άρχισα να αγχώνομαι πριν ακόμα χτυπήσει το κουδούνι.
Καθόμουν στον καναπέ με το μωρό και κοιτούσα την πόρτα σαν να περίμενα επίθεση.
Ντρεπόμουν που το έλεγα ακόμα και στον εαυτό μου.
Ποια φοβάται μια ηλικιωμένη γειτόνισσα; Κι όμως εγώ φοβόμουν.
Όχι την ίδια.
Αυτό που μπορούσε να κάνει γύρω μου.
Ένα απόγευμα πέτυχε τον Στέλιο στην είσοδο. «Η γυναίκα σου είναι πολύ απόμακρη», του είπε. «Στην πολυκατοικία ζούμε, όχι στο βουνό.
Λίγη καρδιά να έχει.» Ο Στέλιος δεν μου το είπε αμέσως.
Το έμαθα γιατί τον άκουσα να μιλάει νευριασμένος στο μπαλκόνι με τον αδελφό του. «Δεν θα απολογηθεί η Ελένη επειδή θηλάζει, πονάει και δεν θέλει παρέλαση στο σπίτι. Έλεος.» Βγήκα έξω και τον κοίταξα. «Της το είπες;» «Της είπα να μας αφήσει ήσυχους.» 🔗 Συνέχεια στα πρώτα σχόλια 👇👇
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους