«Μαμά, δεν μπορώ τώρα, είμαι στη δουλειά. Πάλι κάτι έχεις;» Έμεινα με το τηλέφωνο στο χέρι και κοίταζα το χαλί, σαν να μπορούσε να μου απαντήσει εκείνο. Το “πάλι” ήταν που με χτύπησε πιο πολύ. Όχι ο...
«Μαμά, δεν μπορώ τώρα, είμαι στη δουλειά. Πάλι κάτι έχεις;» Έμεινα με το τηλέφωνο στο χέρι και κοίταζα το χαλί, σαν να μπορούσε να μου απαντήσει εκείνο.
Το “πάλι” ήταν που με χτύπησε πιο πολύ.
Όχι ο πόνος στο γόνατο, ούτε η ζαλάδα που είχα από το πρωί.
Το “πάλι”. Σαν να ήμουν μια συνήθεια κουραστική, ένα βάρος που χτυπάει την ώρα που δεν πρέπει.
Κάθισα αργά στον καναπέ, αυτόν τον παλιό καφέ που τον έχω από τότε που η Δήμητρα διάβαζε για τις Πανελλήνιες με τα βιβλία απλωμένα παντού.
Για εκείνες τις Πανελλήνιες που πλήρωσα με διπλοβάρδιες, με πρησμένα πόδια, με μεσημέρια χωρίς φαγητό.
Δούλευα σε καθαριστήριο και τα βράδια πήγαινα και καθάριζα μια πολυκατοικία στο Παγκράτι.
Δεν ντράπηκα ποτέ για τη δουλειά μου.
Ντράπηκα μόνο όταν δεν μπορούσα να της πάρω αμέσως αυτό που ήθελε.
Ο άντρας μου είχε φύγει νωρίς από τη ζωή μας.
Όχι με θάνατο.
Με χειρότερο τρόπο ίσως.
Με μια βαλίτσα και μια άλλη γυναίκα. Η Δήμητρα ήταν τότε δεκατριών.
Θυμάμαι να με κοιτάει στην κουζίνα και να μου λέει: «Μαμά, θα φύγουμε από το σπίτι;» Και της είπα ψέματα. «Όχι, αγάπη μου, εγώ είμαι εδώ.» Ήμουν εδώ, ναι.
Αλλά με τι κόστος, δεν το ήξερε.
Έκοψα από παντού.
Από ρούχα, από γιατρούς, από διακοπές, από ύπνο.
Εκείνη πήγε φροντιστήριο, έμαθε αγγλικά, σπούδασε στη Θεσσαλονίκη.
Την πρώτη φορά που πέρασε την πόρτα της σχολής της, έκλαψα από περηφάνια μέσα στο λεωφορείο του ΚΤΕΛ σαν χαζή.
Ένας κύριος δίπλα μου μού έδωσε χαρτομάντιλο. «Για καλό είναι, ε;» μου είπε.
Για καλό ήταν.
Έτσι νόμιζα. Η Δήμητρα τα κατάφερε.
Έγινε αυτό που λέμε “σωστή επαγγελματίας”. Δουλειά σε μεγάλη εταιρεία, σύσκεψη, στόχοι, κινητό συνέχεια στο χέρι.
Παντρεύτηκε τον Στέλιο, έκαναν δύο παιδιά, τρέχουν όλη μέρα.
Το καταλαβαίνω.
Αλήθεια το καταλαβαίνω.
Δεν είμαι άδικη.
Ξέρω τι θα πει πίεση.
Ξέρω τι θα πει να μη σου φτάνουν οι ώρες.
Αλλά πότε ακριβώς έγινα αγγαρεία; Στην αρχή ήταν μικρά πράγματα. «Μαμά, αυτή την εβδομάδα δεν θα προλάβω να περάσω.» «Μαμά, πάρε delivery αν δεν έχεις μαγειρέψει.» «Μαμά, μην αγχώνεσαι για ψύλλου πήδημα.» Μετά ήρθε η υγεία μου και τα έκανε όλα πιο βαριά.
Ζάχαρο, πίεση, ένα πρόβλημα με την καρδιά, και τελευταία αυτά τα γόνατα που καίνε λες και έχω μέσα τους αναμμένα κάρβουνα.
Ο γιατρός μου είπε να μην ανεβοκατεβαίνω σκάλες και να μην κουβαλάω βάρη.
Γέλασα μόνη μου όταν το άκουσα.
Ποια βάρη να μην κουβαλάω; Μια ζωή βάρη κουβαλάω.
Πριν από τρεις μήνες έπεσα στο μπάνιο.
Όχι άσχημα, αλλά αρκετά για να φοβηθώ.
Έμεινα κάτω δύο λεπτά, ίσως τρία, δεν ξέρω.
Εκείνη την ώρα δεν πόνεσα τόσο όσο όταν σκέφτηκα ότι αν είχα χτυπήσει περισσότερο, κανείς δεν θα το ήξερε μέχρι την άλλη μέρα.
Την πήρα τηλέφωνο τρέμοντας. «Δήμητρα, έπεσα.» Σιωπή. «Τώρα είσαι καλά;» «Ναι, αλλά φοβήθηκα...» «Μαμά, σε παρακαλώ, μη με πανικοβάλλεις έτσι.
Έχω τα παιδιά, έχω ένα meeting σε δέκα λεπτά.
Να σου στείλω κανέναν από το φαρμακείο;» Κανέναν από το φαρμακείο.
Δεν ξέρω γιατί, αλλά εκεί έσπασα.
Όχι στο μπάνιο.
Εκεί, στο “να σου στείλω κανέναν”. Σαν να ήμουν διεύθυνση και όχι μάνα.
Όταν ήρθε μετά από τέσσερις μέρες, μπήκε βιαστική, με τα κλειδιά στο χέρι και το βλέμμα στο ρολόι. «Γιατί δεν μου είπες ότι δεν έχεις ψωμί; Να σου κάνω μια λίστα να παραγγέλνεις από το σούπερ μάρκετ online.» Την κοίταξα και της είπα ήρεμα, γιατί άμα μίλαγα όπως ένιωθα θα γινόταν χαμός. «Δεν ήθελα ψωμί, Δήμητρα.
Ήθελα εσένα.» Πάγωσε.
Μετά αναστέναξε εκείνα τα νευρικά, όπως έκανε μικρή όταν δεν της έβγαινε μια άσκηση. 🔗 Συνέχεια στα πρώτα σχόλια 👇👇
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους