"Σαλονίκη ΞεΣαλΩνίκη" Από τον Γρανικό στο Πρώτο Τραπέζι Πίστα: Η Μεγάλη Πολιορκία του Μεγαλέξανδρου Η Θεσσαλονίκη απέδειξε για ακόμα μία φορά ότι ξέρει να τιμά την ιστορία της, αρκεί αυτή να...
"Σαλονίκη ΞεΣαλΩνίκη" Από τον Γρανικό στο Πρώτο Τραπέζι Πίστα: Η Μεγάλη Πολιορκία του Μεγαλέξανδρου Η Θεσσαλονίκη απέδειξε για ακόμα μία φορά ότι ξέρει να τιμά την ιστορία της, αρκεί αυτή να συνοδεύεται από χρυσόσκονη, γαρύφαλλα και ένα βαρύ, λαϊκό μπάσο. Ο Μέγας Αλέξανδρος, ο άνθρωπος που κατέκτησε τον γνωστό κόσμο, που πέρασε τον Ευφράτη και τον Ινδό, βρήκε επιτέλους τον δάσκαλό του.
Όχι, δεν ήταν κάποιος Πέρσης αυτοκράτορας, ούτε οι ανυπότακτοι βάρβαροι.
Ήταν οι σκαλωσιές για τα 30 χρόνια καριέρας του Αντώνη Ρέμου.
Το μεγάλο γεγονός του αιώνα.
Ας είμαστε ειλικρινείς.
Τι ήταν η εκστρατεία στην Ασία μπροστά στο: «Έσπασα τη νύχτα στα δυο»; Ένα τίποτα.
Ο στρατηλάτης, πάνω στο άλογό του στη Νέα Παραλία, κοιτούσε τόσα χρόνια τον Θερμαϊκό με μια έκφραση ανίας.
Επιτέλους, η πόλη αποφάσισε να του δώσει λίγη σημασία, εγκλωβίζοντάς τον σε ένα σιδερένιο κλουβί που θύμιζε περισσότερο αυθαίρετο στην Άνω Περαία παρά μνημείο πολιτισμού.
Οι υπεύθυνοι της παραγωγής προφανώς σκέφτηκαν το εξής μεγαλειώδες: «Γιατί να έχουμε απλώς ένα άγαλμα, όταν μπορούμε να το μετατρέψουμε στο απόλυτο VIP back-stage;». Ο Βουκεφάλας, από πολεμικό άλογο, ήταν έτοιμος να αναβαθμιστεί σε βάση για προβολείς moving heads και laser, ενώ ο Αλέξανδρος θα εκτελούσε χρέη... main animator, κρατώντας το σπαθί του σαν να ζητάει επειγόντως από τον σερβιτόρο μια φιάλη special.
Όπως σε κάθε κλασικό ελληνικό δράμα, το highlight της ιστορίας δεν ήταν η ίδια η σκαλωσιά, αλλά η παραδοσιακή, πατροπαράδοτη «ευθυνοαποφυγή». Το Υπουργείο Πολιτισμού δήλωσε αμέσως ότι «δεν είναι δική μας αρμοδιότητα». Λογικό.
Αν το άγαλμα δεν έχει πάνω του βυζαντινό μωσαϊκό ή αρχαία σκουριά, δεν τους αφορά.
Η τοπική αυτοδιοίκηση μάλλον πίστεψε ότι ο Αλέξανδρος είχε κρυώσει από το βαρδάρη και του έκανε μια πρόχειρη θερμομόνωση.
Ο ίδιος ο καλλιτέχνης, ως γνήσιος πρεσβευτής του «υπερθεάματος», υποσχέθηκε κάτι μοναδικό, μέχρι που οι αντιδράσεις ανάγκασαν την παραγωγή να μαζέψει τα σίδερα λίγο πιο πέρα.
Κρίμα, γιατί η Θεσσαλονίκη έχασε μια τεράστια ευκαιρία για διεθνή τουριστική καμπάνια.
Φανταστείτε τα πακέτα: «Ελάτε να δείτε το Μουσείο Ψευδαισθήσεων, όπου το άγαλμα του Μεγάλου Αλεξάνδρου εξαφανίζεται πίσω από μια εξέδρα!». Ή ακόμα καλύτερα, ένα νέο παιχνίδι μυστηρίου στην πόλη: «Βρείτε πού κρύψαμε τον στρατηλάτη». Ο Μέγας Αλέξανδρος γλίτωσε τη μοίρα του να γίνει το πιο ακριβό «πρώτο τραπέζι πίστα» στην ιστορία του ελληνικού πενταγράμμου.
Μπορεί να γλίτωσε τα γαρίφαλα στο κεφάλι, αλλά η ιστορία έγραψε: στην Ελλάδα, ακόμα και οι μεγαλύτεροι κατακτητές υποκλίνονται μπροστά στην ανάγκη για ένα καλό, εορταστικό «υπερθέαμα».
🚮🚮🚮🚮🚮🚮🚮🚮🚮🚮 Η ελληνική μουσική βιομηχανία έχει καταφέρει ένα μοναδικό παγκόσμιο θαύμα: να μετατρέψει την απόλυτη φωνητική μετριότητα και τη στιχουργική ένδεια στο απόλυτο πολιτισμικό status symbol.
Καλλιτέχνες-βιομήχανοι, που κινούνται σταθερά μεταξύ τριών-τεσσάρων συγκεκριμένων νοτών, έχουν αναγάγει το «τίποτα» σε επιστήμη.
Με τραγούδια που μοιάζουν λες και βγήκαν από αυτόματο δημιουργό στίχων του 1995, καταφέρνουν να γεμίζουν στάδια και παραλίες, αποδεικνύοντας ότι το συναίσθημα στην Ελλάδα δεν μετριέται με την ψυχή, αλλά με τα ντεσιμπέλ και το κόστος της φιάλης.
Αν κάτσεις να αναλύσεις το ρεπερτόριο, θα συνειδητοποιήσεις ότι πρόκειται για το ίδιο, αέναο τραγούδι που παίζει σε λούπα εδώ και τρεις δεκαετίες.
Οι στίχοι είναι μια μαθηματική εξίσωση για πρωτοετείς: Η Απόλυτη Επανάληψη: «Σ’ αγαπώ, μ’ αγαπάς, γιατί φεύγεις, πού πας;» Το Δράμα: «Μου ’λειψες, πονάω, στα πατώματα γυρνάω». Η Λύση: «Σπάω, χαλάω, καταστρέφομαι, αλλά στο επόμενο track σε έχω ξεπεράσει». Δεν υπάρχει ίχνος ποίησης, καμία πρωτοτυπία, κανένα ρίσκο.
Είναι μια μουσική «fast food» φτιαγμένη για να καταναλώνεται γρήγορα, να μη σου αφήνει καμία σκέψη στο μυαλό και να ξεχνιέται μόλις ανάψουν τα φώτα της πίστας.
Η ερμηνεία; Μια επίπεδη, διεκπεραιωτική κραυγή, χωρίς ίχνος αυθεντικού συναισθήματος, ενα γκάρισμα γάιδάρου που απλώς προσπαθεί να καλύψει την έλλειψη βάθους με τη βοήθεια του Autotune και των πανίσχυρων ηχείων.
Και βέβαια από κάτω το Κοινό-Κενό που αποθεώνει και χειροκροτεί την Ρηχότητα.
Φυσικά, για να υπάρξει ο «βασιλιάς», πρέπει να υπάρχει και το ανάλογο single-minded βασίλειο.
Το κοινό που ακολουθεί αυτούς τους καλλιτέχνες αποτελεί μια ξεχωριστή κοινωνιολογική μελέτη.
Άνθρωποι που βιώνουν τον «νταλκά» τους με προγραμματισμένο τρόπο, νιώθοντας ότι οι πιο βαθιές υπαρξιακές τους αναζητήσεις εκφράζονται μέσα από ένα ρεφρέν των τεσσάρων λέξεων.
Η ποιότητα της μουσικής δεν έχει καμία σημασία για τον μέσο οπαδό.
Αυτό που μετράει είναι η εμπειρία: να σε δουν, να βγάλεις story στο Instagram με το κατάλληλο φίλτρο, να δείξεις ότι «διασκεδάζεις» επειδή πλήρωσες τον μισθό μιας εβδομάδας για λίγα γαρίφαλα.
Είναι το κοινό που βαριέται να σκεφτεί, να νιώσει κάτι πέρα από το προφανές, να αναζητήσει μια μελωδία που θα του ξυπνήσει πραγματική συγκίνηση.
Πάσχει από συναισθηματική τεμπελιά.
Προτιμούν τη σιγουριά του κλισέ.
Ο χωρισμός πρέπει να είναι «βαρύς», το «σ’ αγαπώ» πρέπει να είναι θορυβώδες και η διασκέδαση πρέπει να είναι επιβεβλημένη.
Έτσι στήνεται το μεγάλο πανηγύρι, ο Πολιτιστικός Θρίαμβος του «Δήθεν». Από τη μία, καλλιτέχνες χωρίς φωνή που παριστάνουν τους μύθους της μουσικής, κι από την άλλη, ένα κοινό με χαμηλές απαιτήσεις που παριστάνει ότι συγκινείται.
Όλοι μαζί, αγκαλιασμένοι, δημιουργούν την τέλεια ψευδαίσθηση πολιτισμού.
Μια ψευδαίσθηση που δεν χρειάζεται ούτε παιδεία, ούτε αισθητική, ούτε αυθεντικότητα.
Χρειάζεται μόνο μια καλή σκαλωσιά, λίγα εφέ, και την απόλυτη σιγουριά ότι το «σ’ αγαπώ – μ’ αγαπάς» θα πουλάει για πάντα.
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους