Οι ανάσες μου... "Ύστερα, ήλθαν στο δικό μου κλουβί και με ανέβασαν πάλι στον ανακριτή Μπέκε. Αυτήν την φορά είδα με έκπληξη την μητέρα μου και τον αδελφό μου Νέλσωνα στο ανακριτικό γραφείο του Μπέκε...
Οι ανάσες μου... "Ύστερα, ήλθαν στο δικό μου κλουβί και με ανέβασαν πάλι στον ανακριτή Μπέκε.
Αυτήν την φορά είδα με έκπληξη την μητέρα μου και τον αδελφό μου Νέλσωνα στο ανακριτικό γραφείο του Μπέκε.
Η μητέρα, προφανώς για να μην λυγίσω, ή για να μην δουν οι Γερμανοί μητρική αδυναμία και στοργή για μας και τα εκμεταλλευτούν, με κοίταξε αυστηρά, κάνοντάς μου νεύρα με το βλέμμα, που σήμαινε να σταθώ στο ύψος μου και να φερθώ γενναία.
Μια μόνο λέξη μου είπε επιτακτικά: «Πρόσεχε». Βέβαια είχε δει τα χάλια μου, τα καμένα πόδια μου, το ματωμένο πουκάμισό μου και τα παράλυτα χέρια μου.
Αυτή η στάση της, απέναντί μου, έκανε τον Μπέκε να καταλάβει, ότι η Λέλα Καραγιάννη δεν είναι εύκολη λεία, και θα ήταν αδύνατον να της πάρει λέξη. O Μπέκε με άρπαξε και βίαια με γύρισε και με κόλλησε με το πρόσωπο στον τοίχο, το ίδιο έκανε και στον αδελφό μου.
Έβγαλε το περίστροφο απ’ την θήκη του, το κόλλησε στο κεφάλι του Νέλσωνα, και κοιτάζοντας το ρολόι του χεριού του και μέσω διερμηνέα είπε στην μητέρα, με ύφος αποφασισμένο να εκτελέσει την απειλή του: «Λέλα Καραγιάννη, πρόσεξε καλά, σου δίνω δυο λεπτά προθεσμία, για να μου απαντήσεις σ’ αυτά που σ’ ερωτώ, διαφορετικά θα εκτελέσω, τώρα εδώ μπροστά σου, ένα - ένα τα παιδιά σου, αρχίζοντας από αυτόν εδώ.
Λέγε, γιατί θα πιέσω την σκανδάλη, πού έχεις τον πομπό σου, ποιος τον χειρίζεται, με ποιους συνεργάζεσαι, ποιες είναι οι πηγές απ’ τις οποίες παίρνεις τις πληροφορίες για τις κινήσεις μας, ποιοι είναι οι συνεργάτες σου, πού βρίσκεται ο καπετάνιος Χρυσίνης με το καΐκι του». Το περίστροφο του Μπέκε έσπρωχνε το κεφάλι του Νέλσωνα, και το έκανε να γέρνει, ήταν αγριεμένος και φαινόταν αποφασισμένος να εκτελέσει την απειλή του.
Τότε άκουσα την μητέρα να λέει, με σταθερή και ήρεμη φωνή: «Τα παιδιά μου, εγώ τα γέννησα, δικά μου είναι, αλλά πρέπει να ξέρεις ότι πρωτίστως ανήκουν στην πατρίδα μας.
Πρόσεξε καλά, και πάλι σου λέω ότι αυτά δεν ξέρουν τίποτα και άδικα θα τα σκοτώσεις». Η ψυχή της έτρεμε καθώς τα έλεγε αυτά, η φωνή της ηχούσε παράξενα, επίσημα και κατηγορηματικά, ο Νέλσων και εγώ κοιταχτήκαμε έντρομοι με λοξή ματιά, ο Μπέκε έμεινε άναυδος, αμήχανος.
Τελικά τράβηξε το πιστόλι απ’ τον κρόταφο του Νέλσωνα και βάζοντάς το μέσα στην πέτσινη θήκη που κρεμόταν απ’ την ζώνη του, είπε τρέμοντας από οργή: «Τα παιδιά σου τα χρειάζομαι προς το παρόν, και μόλις τελειώσω μ’ αυτά, υπόσχομαι να τα στείλω στο εκτελεστικό απόσπασμα, να μην αμφιβάλλεις γι’ αυτό». -Ο γιος της Βύρωνας Καραγιάννης θυμάται... -Παίρνουν τη Μάνα... Το σούρουπο της 7ης Σεπτεμβρίου διεδόθη αστραπιαία στο στρατόπεδο, ότι ήλθαν οι κλούβες με τη συνοδεία αποσπάσματος. O Νέλσων και εγώ σκαρφαλώσαμε στα δυο μικρά παραθυράκια του υπόγειου και είδαμε τις κλούβες, σταματημένες μπροστά στο κτίριο Νο 15. Έβγαζαν απ’ το κτίριο άνδρες κρατουμένους και τους παρέτασσαν εφ’ ενός ζυγού, με μέτωπο προς το κτίριο Νο 4. Είδαμε επίσης να βγάζουν απ’ το κτίριο Νο 14, όπου ήταν η αυστηρή απομόνωση γυναικών, γυναίκες τις οποίες παρέτασσαν κατά τον ίδιο τρόπο.
Άκουσα τον αδελφό μου, απ’ το άλλο παράθυρο, να μου φωνάζει: «Βύρων, παίρνουν και την μαμά». Εγώ έντρομος, κοιτώντας προσεκτικά τις γυναίκες, διαπίστωσα ότι η πρώτη της σειράς ήταν η μητέρα μου.
Στο γκρουπ των ανδρών ξεχώρισα μερικούς συνεργάτες της μητέρας, καθώς και μέλη της οργάνωσής της.
Είδα το Γιαννάκη Χούπη, τον ταγματάρχη Σούλη και άλλους, καθώς και τον Ιωάννη Ριζόπουλο.
Στο γκρουπ των γυναικών, εκτός απ’ την μητέρα μου, διέκρινα και μερικές συνεργάτιδές της.
Κοντά στην μητέρα στεκόταν ο Γεώργιος Ριζόπουλος(αυτός που την είχε προδώσει) . Σε κάποια στιγμή τον είδα να μετακινείται απ’ την θέση του, να παίρνει την θέση του πρώτου, να πλησιάζει την μητέρα, να γονατίζει μπροστά της και να φιλάει το χέρι της.
Προφανώς της ζητούσε συγχώρεση γι’ αυτό που είχε κάνει εξ αιτίας του φόβου του για τα μαρτύρια και την ζωή του.
Είδαμε την μητέρα να σκύβει προς το μέρος του, σαν να τον συγχωρούσε.
Μετά τους έβαλαν όλους στις κλούβες με ένοπλη συνοδεία.
Ξεκίνησαν προς άγνωστη κατεύθυνση για μας.
Κοίταζα το καμιόνι, που έπαιρνε την μητέρα μου, μέχρι που βγήκε απ’ την πύλη του στρατοπέδου και εξαφανίσθηκε.
Εκείνη την στιγμή είδα να έρχεται προς το κτίριό μας ο στρατοπεδάρχης Ραφαήλ Παρίσης, και του φώναξα αν ξέρει πού τους πήγαιναν.
Εκείνος για να αποκρύψει την τραγική αλήθεια μου είπε: «Μην ανησυχείς Βύρωνα τους πάνε για όμηρους στα τρένα, και όταν φτάσουν στα σύνορα θα τους αφήσουν ελεύθερους, για να τους αντικαταστήσουν με όμηρους Γιουγκοσλάβους». Παρ’ όλο που μέσα μου ήξερα πολύ καλά ότι δεν θα ξανάβλεπα την μητέρα μου γιατί η κατηγορία ήταν βαρύτατη: «Αρχηγός οργάνωσης, κατασκοπεία σε βάρος των Γερμανών, σαμποτάζ», ήλπιζα μέσα στην απελπισία μου σε κάποιο θαύμα. - "Τζάκσονεντ - Τζάκσον ευχαριστούμε για το άρωμα", ακουγόταν συχνά από το ραδιόφωνο του Καΐρου, το κωδικοποιημένο σύνθημα για τη διάσωση της αποστολής.
Το ευχαριστώ των Βρετανών στρατιωτών για τη διάσωση τους.
Ο κωδικός "άρωμα", αναφερόταν στο φαρμακείο - αρωματοπωλειο στη στοά Φέξη, στη Πατησίων, όπου αποτελούσε τον πρώτο σταθμό tranzit για τους Άγγλους, μέχρι να τους μεταφέρει σε 2 σπιτια(οδό Ρόδου και οδό Φυλής) που τους έκρυβε. -Η πρώτη αντιστασιακή οργάνωση στη κατοχή. «Αόρατη Στρατιά», την είχε ονόμασει και αποτελείτο από τα έξι μεγαλύτερα παιδιά της, τον σύζυγό της, τρεις οικογενειακούς γιατρούς και ορισμένους φίλους απόλυτης εμπιστοσύνης.
Ο χώρος όπου συναντιόταν η ομάδα και κατέστρωνε τα σχέδιά της ήταν το σπίτι της οικογένειας Καραγιάννη στην οδό Λήμνου 1. Ένα μήνα μετά εξελίχθηκε σε αντιστασιακή οργάνωση και μετονομάστηκε σε «Μπουμπουλίνα», προς τιμήν της ηρωίδας του ’21 και προγόνου της Λέλας.
Τα μέλη της ανέρχονταν πλέον στα 100, συμπεριλαμβανομένων ανδρών και γυναικών όλων των κοινωνικών στρωμάτων. -Το 2011 το Ισραήλ μέσω του ιδρύματος Yad Vashem αναγνώρισε επίσημα την προσφορά της στη σωτηρία διωκόμενων Εβραίων στην Κατοχή. -Στις 8 Σεπτέμβρη του 1944 το πρωϊ, η Λέλα Καραγιάννη οδηγήθηκε με άλλους 59 πατριώτες στο Άλσος Χαϊδαρίου(κηπος Διομήδους ή Βοτανικός) . Λίγο πριν από την εκτέλεσή της, απευθυνόμενη στους άλλους μελλοθάνατους(μεταξύ τους, αντιστασιακή και από άλλες οργανώσεις, όπως ο Λοχαγός Λυτινας Μανώλης) , φώναξε: "Ψηλά παιδιά τα κεφάλια, να δουν οι Ούννοι πως ξέρουν να πεθαίνουν οι Έλληνες για την πατρίδα τους". Το σώμα της, διάτρητο από τις σφαίρες, παραλήφθηκε κρυφά από φίλους της οικογένειάς της, και τάφηκε στο δεύτερο νεκροταφείο Πατησίων.
Την επομένη, στις 9 Σεπτέμβρη 1944, τα πέντε παιδιά της απελευθερώθηκαν με τη μεσολάβηση γερμανίδας κατοίκου της Αθήνας, η οποία επωφελήθηκε από την αλλαγή διοίκησης στη γερμανική φρουρά της Αθήνας.
Σαν ακούσετε κάτι σήμερα γι'αυτη την Ελληνίδα, πείτε το και σε' μένα.
Κόντρα στην Απολησμονια.
Για την Πατρίδα και τη Λευτεριά... που'λεγε και η Λέλα, η Ηλέκτρα, η Ηρώ, η Διαμάντω, η Ιουλία και τόσες άλλες γιαγιάδες και μανάδες μας.
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους