[451 Logo]
 Μόνο Top News & Social
 Επικαιρότητα
 Αθλητικά
 Οικονομία
 Ροή

«Κάποτε η Αθήνα ακουγόταν από τα μπαλκόνια της» Μία κάπως πιο προσωπική προσέγγιση στη σχέση μου με την Αθήνα. Με θερμές ευχαριστίες στην Vasia Dimitrou για την φροντίδα. Το πλήρες δημοσίευμα στο...

Original Post

Πλήρες Κείμενο:

«Κάποτε η Αθήνα ακουγόταν από τα μπαλκόνια της» Μία κάπως πιο προσωπική προσέγγιση στη σχέση μου με την Αθήνα.

Με θερμές ευχαριστίες στην Vasia Dimitrou για την φροντίδα.

Το πλήρες δημοσίευμα στο πρώτο σχόλιο.

Μεγάλωσε ανάμεσα σε δύο κόσμους, το Παρίσι της παιδικής του ηλικίας και την Αθήνα που επέλεξε να μελετήσει και να κατοικήσει. Ο Παναγής Παναγιωτόπουλος, Καθηγητής Κοινωνιολογίας στο Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Δημόσιας Διοίκησης του ΕΚΠΑ, έχει αφιερώσει το έργο του στο να διαβάζει την ελληνική κοινωνία μέσα από αυτά που άλλοι αγνοούν: τα αντικείμενα, τη ζωή στο διαμέρισμα, την εξέλιξη της οικογένειας, τις γειτονιές, τις συνήθειες που χάνονται αθόρυβα.

Από την έκθεση GR80s μέχρι το ντοκιμαντέρ της ΕΡΤ για τη Μεταπολίτευση, επιμένει να μιλά για τη μεγάλη Ιστορία μέσα από τη μικρή.

Αυτό που τρώγαμε, πώς ερωτευόμασταν, τι φυλάγαμε στα συρτάρια μας.

Τον συναντήσαμε για μια συζήτηση γύρω από τη μνήμη της πόλης, τις γειτονιές που αλλάζουν και τις κοινωνικές ποιότητες που κάνουν μια πόλη ζωντανή. Στο GR80s χτίσατε μια ολόκληρη συλλογική μνήμη από πράγματα που άλλοι πέταξαν.

Αν έπρεπε να βάλετε ένα μόνο αντικείμενο σε μια προθήκη για να συμπυκνώσετε την «παλιά» Αθήνα, ποιο θα ήταν και τι λέει σήμερα μέσα στη «νέα»; Η πρωτοτυπία της έκθεσης ήταν ότι στήσαμε τη μνήμη όχι με αυτά που οι άλλοι είχαν πετάξει, αλλά με αυτά που οι άλλοι είχαν φυλάξει.

Ζητήσαμε και δανειστήκαμε παλιά αντικείμενα της εποχής από ιδιώτες και αυτή ήταν η μεγάλη πρωτοτυπία.

Είχαμε από αναπτήρες με σήμα ΠΑΣΟΚ και Νέας Δημοκρατίας μέχρι Toyota Corolla του ’85· μας δάνεισαν δεκάδες αυτοκίνητα εποχής, ξέρετε.

Το ένα αντικείμενο; Ένα μπουκάλι ουίσκι, σφραγισμένο, αγορασμένο κάπου στις αρχές της δεκαετίας του ’80. Η κυρία που μας το δάνεισε, όταν τη ρωτήσαμε γιατί δεν το είχαν πιει ποτέ, είπε: «Μα δεν το είχαμε εκεί για να το πιούμε.

Το κρατήσαμε γιατί ήταν το πρώτο ουίσκι που μπορέσαμε εμείς, ως νοικοκυριό, να έχουμε στο σπίτι.» Το μπουκάλι ήταν ακόμα με την ταινία του Υπουργείου Οικονομικών.

Και αυτό λέει πολλά για την Αθήνα του σήμερα, γιατί σήμερα δεν θα συνέβαινε αυτό.

Η σχέση μας με τα αντικείμενα έχει αλλάξει ριζικά.

Ο κόσμος έχει σταματήσει να αγοράζει πράγματα ως επένδυση ή ως σύμβολο.

Μετακομίζει περισσότερο, ανανεώνει το στυλ, δεν δένεται.

Και αυτό, από μόνο του, είναι μια ολόκληρη κοινωνιολογία που απομένει να ξεδιπλωθεί.

Ποιο είναι το πιο χαρακτηριστικό αθηναϊκό πράγμα που πιστεύετε ότι εξαφανίστηκε χωρίς να το καταλάβουμε ποτέ; Κάτι μικρό ίσως — μια συνήθεια, ένας ήχος — που όταν χάθηκε, άλλαξε αθόρυβα και ο τρόπος που ζούμε την πόλη; Δεν έχω πρόχειρο ένα μόνο αντικείμενο ή τοπόσημο.

Αυτό που είναι πολύ έντονο είναι ότι έχουν χαθεί όλα τα ιστορικά εμπορικά καταστήματα — όχι γενικές μάρκες, αλλά συγκεκριμένα μέρη με ιστορικότητα.

Παλιοί κινηματογράφοι, ζαχαροπλαστεία, εστιατόρια, παιχνιδάδικα.

Το ζαχαροπλαστείο «Ρωσικόν» στην Πανεπιστημίου λίγο πριν την Ομόνοια, το χάσαμε, την Πανελλήνιο αγορά επίσης.

Και ενώ είναι μια ιστορική πόλη, η Αθήνα δεν διαφυλάσσει καθόλου αυτή την ιστορικότητα σε αυτό το επίπεδο.

Δεν υπάρχει κανένας δημόσιος φορέας να πει: αυτό το εστιατόριο είναι ιστορικός θεσμός, δεν θα κλείσει.

Θα το αγοράσουμε εμείς, θα το εξυγιάνουμε και θα το παραχωρήσουμε σε ιδιώτη με συγκεκριμένες προδιαγραφές λειτουργίας.

Έχει βγει πρόσφατα ένα σημαντικό βιβλίο για την Πανεπιστημίου (Θανάσης Γιοχάλας-Ζωή Βαΐου, Πανεπιστημίου 19ος-20ος αιώνας, Εστία, Αθήνα 2025) όπου μέσα από αποκόμματα εφημερίδων και λογοτεχνικά ίχνη βλέπει κανείς ότι τους δυο προηγούμενους αιώνες η Πανεπιστημίου ήταν η πιο εξελιγμένη, γκουρμέ πιάτσα της Ελλάδας.

Υπήρχαν δεκάδες σημαντικά εστιατόρια, ζαχαροπλαστεία.

Σήμερα δεν έχει μείνει σχεδόν τίποτα.

Υπάρχει όμως και ένα πιο προσωπικό πράγμα.

Το καλοκαίρι, πριν το air condition.

Τότε οι άνθρωποι έβγαιναν στα μπαλκόνια για να δροσιστούν.

Γύριζαν την πολυθρόνα προς το σπίτι, έβλεπαν τηλεόραση που την είχαν στρέψει προς τα έξω και καθώς περπατούσες βράδυ στις γειτονιές σε ώρα σημαντικού ποδοσφαιρικού αγώνα, άκουγες την περιγραφή να ξεχύνεται από όλες τις πολυκατοικίες ταυτόχρονα και παρακολουθούσες αμυδρά την εξέλιξη του αγώνα καθώς περπατούσες.

Αυτός ο ήχος που συνέχει τον νυχτερινό περίπατο, για μένα, είναι η πιο ονειρική αθηναϊκή στιγμή της νιότης μου.

Γεννηθήκατε στο Παρίσι και μεγαλώσατε ανάμεσα σε δύο κόσμους.

Υπήρξε ποτέ μια στιγμή στους δρόμους της Αθήνας που σας έκανε να νιώσετε ότι εδώ είναι τελικά το σπίτι σας; Αυτό έγινε πολλές φορές.

Είχα το προνόμιο να έρχομαι στην Ελλάδα μία, μετά τρεις φορές τον χρόνο, ενώ ζούσα στη Γαλλία ως παιδί.

Αυτό με έκανε πολύ παρατηρητικό, γιατί έκανα συνεχώς σύγκριση.

Αυτό που με έπεισε σχετικά νωρίς ήταν η κοινωνική ατμόσφαιρα, η πιο μικρή κλίμακα και οι πιο πυκνοί κοινωνικοί δεσμοί.

Με εντυπωσίαζε ως έφηβος ότι περπατώντας στο κέντρο της πόλης με τον πατέρα μου, συναντούσαμε πάντα πολλούς γνωστούς και φίλους.

Αυτό συνεχίζεται, κατά κάποιον τρόπο, και τώρα.

Αργότερα κατάλαβα ότι η πόλη είναι πιο λειτουργική και πιο φιλική από ό,τι δείχνει και απ΄αυτό που αναπαράγει το αντιαστικό κυρίαρχο αφήγημα.

Παρά τις ατέλειες της καθημερινής αστικής υποδομής, οι Αθηναίοι σπάνια δυσκολεύονται να βρουν κοντά τους ένα φαρμακείο, έναν γιατρό, ένα ψιλικατζίδικο ή ένα βενζινάδικο.

Αυτό που στη Δύση ονομάζουν «πόλη των 15 λεπτών», η Αθήνα το έχει και το είχε πάντα.

Υπάρχει κάποιο σημείο της Αθήνας που, για εσάς, κουβαλά πιο έντονα τη μετάβαση της Μεταπολίτευσης στην καθημερινότητα; Εκεί όπου η μεγάλη Ιστορία συνάντησε αυτά που τρώγαμε, ερωτευόμασταν ή φοβόμασταν; Είναι πολύ ωραία ερώτηση και πολύ δύσκολη αν δεν την έχεις σκεφτεί πιο πριν.

Εμένα μου δημιουργεί μια όμορφη, ψυχρή, συγκίνηση η άνοδος της Συγγρού μέχρι το άγαλμα του Βύρωνα, πλάι στις Στήλες του Ολυμπίου Διός, ειδικά το βράδυ.

Πίσω μας η μεγάλη διαδρομή της γρήγορης λεωφόρου από και προς τη θάλασσα, αριστερά η Ακρόπολη και η Πλάκα, και κάπου στο ύψος της Βασιλίσσης Όλγας, πολυκατοικίες που έχουν ακόμα σημάδια από πολυβόλα από τις μάχες των δεκεμβριανών του ’44. Αριστερά η Ακρόπολη, στο βάθος το Σύνταγμα με ό,τι αντιπροσωπεύει και μια προοπτική του Λυκαβηττού που δεσπόζει ολόκληρης της αστικής μας ενδοχώρας.

Η μικρή αυτή ανηφόρα είναι μια αστική υπόσχεση ιστορικότητας και ευημερίας.

Που συχνά διαψεύδεται, φυσικά.

Πέρα από αυτό, αυτό που θεωρώ πιο χαρακτηριστικό δεν είναι ένα συγκεκριμένο σημείο, είναι οι πλατείες της γειτονιάς.

Η εμπειρία του σουβλατζίδικου και της ταβέρνας σε μια πλατεία.

Έξω, άντρες και γυναίκες και παιδιά που παίζουν. Αυτή είναι μια μεταπολιτευτική μνήμη που δεν έχει απαραίτητα πολιτικό πρόσημο, αλλά είναι βαθιά κοινωνική.

Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους


Όροι Χρήσης - Επικοινωνία
Update cookies preferences