Μοναξιά είναι η αξόδευτη αγάπη Είσαι ένας άνθρωπος κλειστός. Όχι επειδή δεν αισθάνεσαι, αλλά ίσως επειδή αισθάνεσαι περισσότερα απ’ όσα έμαθες να εκφράζεις. Παρατηρείς τις διαθέσεις των άλλων...
Μοναξιά είναι η αξόδευτη αγάπη Είσαι ένας άνθρωπος κλειστός. Όχι επειδή δεν αισθάνεσαι, αλλά ίσως επειδή αισθάνεσαι περισσότερα απ’ όσα έμαθες να εκφράζεις.
Παρατηρείς τις διαθέσεις των άλλων, αντιλαμβάνεσαι τις αλλαγές στη φωνή τους, καταλαβαίνεις πότε κάτι τους βαραίνει ακόμη κι αν δεν το λένε.
Έχεις ευαισθησία, ενσυναίσθηση, έναν ολόκληρο συναισθηματικό κόσμο.
Κι όμως, συχνά παραμένεις μόνος μέσα του.
Παραπονιέσαι ότι οι άλλοι δεν σε καταλαβαίνουν.
Και μπορεί πράγματι να μη σε καταλαβαίνουν.
Υπάρχει όμως μια δύσκολη ερώτηση: τους έχεις βοηθήσει να σε γνωρίσουν ή περιμένεις να ανακαλύψουν μόνοι τους όσα κρύβεις; Θέλεις να αντιληφθούν ότι πληγώθηκες, χωρίς να τους πεις τι σε πλήγωσε.
Να αναγνωρίσουν την ανάγκη σου, ενώ την έχεις μεταμφιέσει σε παράπονο.
Να επιμείνουν όταν αποσύρεσαι, αλλά να μη σε πλησιάσουν τόσο ώστε να νιώσεις εκτεθειμένος.
Ένα μικρό σχεσιακό αίνιγμα, δηλαδή, στο οποίο οι άλλοι καλούνται να εξεταστούν χωρίς να έχουν πάρει προηγουμένως την ύλη.
Όταν διαφωνείτε, κλείνεσαι, απομακρύνεσαι και περιμένεις στην απέναντι όχθη.
Επιστρέφεις στη θέση ενός παιδιού που δεν είχε πάντοτε τις λέξεις ή την ασφάλεια να ζητήσει.
Ενός παιδιού που περίμενε να το καταλάβουν από τη σιωπή και το κλείσιμο της πόρτας.
Κάποτε ίσως έμαθε ότι η ανάγκη, για να ακουστεί, πρέπει να γίνει παράπονο, θυμός ή απόσυρση.
Όμως οι τρόποι που κάποτε σε προστάτευσαν μπορεί σήμερα να απομακρύνουν ακριβώς εκείνους που θα ήθελες κοντά σου.
Πίσω από το παράπονο υπάρχει συνήθως ένα αληθινό αίτημα: «Δες με», «άκουσέ με», «μείνε κοντά μου». Μερικές φορές, όμως, το αίτημα φτάνει στον άλλον ως απαίτηση: «Αν με αγαπούσες, θα ήξερες τι χρειάζομαι και θα το έκανες χωρίς να χρειαστεί να σου το ζητήσω». Τότε ο άλλος δεν νιώθει ότι τον προσκαλείς σε μια συνάντηση.
Νιώθει ότι εξετάζεται διαρκώς σε μια δοκιμασία αγάπης, όπου κάθε λάθος απάντηση αποδεικνύει πως δεν νοιάζεται αρκετά.
Ακούει την κατηγορία και δεν μπορεί πια να ακούσει την ανάγκη.
Απομακρύνεται όχι πάντοτε επειδή δεν σε αγαπά, αλλά επειδή κοντά σου αισθάνεται ότι όσα προσφέρει δεν είναι ποτέ αρκετά.
Μερικές φορές θεωρείς δεδομένους ακριβώς τους ανθρώπους που παραμένουν: την παρουσία τους, τον χρόνο τους, τις φορές που σε πλησίασαν παρά τη σιωπή σου.
Η προσοχή σου καθηλώνεται σε αυτό που δεν έκαναν και παύεις να βλέπεις όσα ήδη κάνουν.
Κανένας άνθρωπος, όμως, δεν αντέχει για πολύ να θεωρείται δεδομένος και ταυτόχρονα ανεπαρκής.
Ένας άνθρωπος στο γραφείο μού έλεγε συχνά ότι κανείς δεν τον καταλάβαινε πραγματικά.
Οι φίλοι του δεν ενδιαφέρονταν αρκετά, οι δικοί του δεν τον αναζητούσαν όπως θα ήθελε.
Όταν τον ρώτησα τι έκανε ο ίδιος όταν πληγωνόταν, απάντησε: «Κλείνομαι.
Δεν μιλάω.
Αν νοιάζονται, θα με ψάξουν». Τον έψαχναν, όμως.
Τηλεφωνούσαν, έστελναν μηνύματα, προσπαθούσαν να τον πλησιάσουν.
Εκείνος έβλεπε κυρίως ότι δεν το έκαναν αρκετά γρήγορα, επίμονα ή με τον τρόπο που είχε φανταστεί.
Δεν περίμενε μόνο να τον αγαπήσουν· περίμενε να γνωρίζουν ακριβώς πώς να τον αγαπήσουν, χωρίς ο ίδιος να χρειαστεί να εκτεθεί και να το πει.
Κάποια στιγμή αναρωτήθηκε: «Μήπως θεωρώ δεδομένους εκείνους που επιστρέφουν και μετράω μόνο τις φορές που δεν επέστρεψαν όπως ήθελα;» Ίσως αυτή να ήταν η πρώτη στιγμή που η μοναξιά του έπαψε να είναι αποκλειστικά κάτι που του προκαλούσαν οι άλλοι και έγινε μια εμπειρία για την οποία είχε και ο ίδιος ευθύνη.
Από εκεί και πέρα, η ευαισθησία δεν μπορεί να λειτουργεί ως άλλοθι.
Το ότι αισθάνεσαι βαθιά δεν σημαίνει απαραίτητα ότι σχετίζεσαι ώριμα.
Μπορεί να καταλαβαίνεις τον πόνο των άλλων και ταυτόχρονα να αρνείσαι να δεις τι προκαλεί σε εκείνους ο τρόπος με τον οποίο εκφράζεις τον δικό σου.
Δεν μπορείς να αποσύρεσαι και ύστερα να χαρακτηρίζεις αδιάφορους όσους δεν σε καταδιώκουν.
Δεν μπορείς να αρνείσαι να πεις τι χρειάζεσαι και μετά να τιμωρείς τους άλλους επειδή δεν το μάντεψαν.
Ούτε να μετατρέπεις κάθε αστοχία τους σε απόδειξη ότι δεν σε αγαπούν αρκετά, παραβλέποντας όσα έχουν ήδη προσφέρει.
Όταν το κάνεις, δεν ζητάς σχέση.
Ζητάς από τον άλλον να αναλάβει την ευθύνη για όσα εσύ φοβάσαι να εκφράσεις.
Να αποδείξει ξανά και ξανά την αγάπη του, ενώ η δική του παρουσία θεωρείται αυτονόητη.
Και κάποια στιγμή θα κουραστεί όχι επειδή δεν κατάλαβε πόσο βαθύς είσαι, αλλά επειδή δεν άντεξε άλλο να είναι μονίμως υπόλογος απέναντι στη σιωπή σου.
Ίσως κάποιοι άνθρωποι πράγματι σε απογοήτευσαν.
Αν όμως το ίδιο παράπονο επαναλαμβάνεται σε κάθε σχέση, δεν αρκεί να αλλάζουν συνεχώς οι άνθρωποι γύρω σου.
Χρειάζεται να κοιτάξεις και τη θέση από την οποία τους συναντάς.
Να ζητήσεις χωρίς να απαιτείς.
Να μιλήσεις χωρίς να τιμωρείς.
Να αναγνωρίσεις όσα λαμβάνεις, αντί να καταγράφεις μόνο όσα λείπουν.
Να παραμείνεις στη διαφωνία, χωρίς να κλείνεις την πόρτα και να περιμένεις από τον άλλον να αποδείξει την αγάπη του παραβιάζοντάς την.
Γιατί μοναξιά μπορεί να είναι η αξόδευτη αγάπη.
Αλλά η αγάπη που δεν εκφράζεται, απαιτεί να μαντευτεί και τιμωρεί όταν δεν εισπράττει την «σωστή» απάντηση, δεν μένει απλώς αξόδευτη.
Γίνεται βάρος για εκείνους που καλούνται να την αποδείξουν και φυλακή για εκείνον που επιμένει να την κρατά κλεισμένη.
Η αγάπη σου μπορεί να είναι αληθινή.
Αυτό, όμως, δεν αρκεί.
Χρειάζεται να μάθεις και να σχετίζεσαι.
Γιατί, όσο εσύ κλείνεις την πόρτα, δεν μπορείς να κατηγορείς τους άλλους που κάποια στιγμή σταμάτησαν να χτυπούν. Αγγελική Μπολουδάκη
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους