[451 Logo]
 Μόνο Top News & Social
 Επικαιρότητα
 Αθλητικά
 Οικονομία
 Ροή

Η νίκη του AfD στη Σαξονία Άνχαλτ | Σημειώσεις πάνω σε μια αναμενόμενη έκπληξη Η νίκη του νεοφασιστικού AfD στη Σαξονία Άνχαλτ, με ποσοστό που αγγίζει το 45% και συντρίβει εκλογικά το CDU...

Original Post

Πλήρες Κείμενο:

Η νίκη του AfD στη Σαξονία Άνχαλτ | Σημειώσεις πάνω σε μια αναμενόμενη έκπληξη Η νίκη του νεοφασιστικού AfD στη Σαξονία Άνχαλτ, με ποσοστό που αγγίζει το 45% και συντρίβει εκλογικά το CDU (Χριστιανοδημοκράτες) αλλά και τα άλλα αστικά κόμματα, εγκαινιάζει μια νέα φάση εξελίξεων στη μεγαλύτερη καπιταλιστική οικονομία της Ευρώπης.

Η εξέλιξη αυτή δεν ήρθε ως κεραυνός εν αιθρία.

Ήταν αποτέλεσμα μιας πορείας που έχει δρομολογηθεί εδώ και πάρα πολύ καιρό και επιβεβαιώνει εκείνη την ανάλυση που θέλει το φαινόμενο της νέας ακροδεξιάς να αναδύεται μέσα από τα ίδια σπλάχνα από τα οποία γεννήθηκε ο ιστορικός φασισμός και ο εθνικοσοσιαλισμός.

Ο φασισμός μπορεί να νικήθηκε στρατιωτικά το 1945, οι αιτίες όμως που τον γιγάντωσαν τη δεκαετία του 1930 δεν εξαφανίστηκαν ποτέ πραγματικά γιατί αποτελούν οργανική ουσία της νεωτερικότητας και των αντιφάσεων της. Ο Φραντς Νόιμαν, στο κλασικό του έργο για τον εθνικοσοσιαλισμό, είχε ήδη δείξει ότι το ναζιστικό καθεστώς δεν ήταν ένα σώμα ξένο προς τον καπιταλισμό, αλλά η μορφή που πήρε η μονοπωλιακή κυριαρχία του κεφαλαίου όταν η νομική και κοινοβουλευτική μεσολάβηση έπαψε να είναι αναγκαία.

Με αυτή την έννοια ο φασισμός δεν είναι ένα εξωτερικό σώμα που εισβάλλει στο καπιταλιστικό οικοδόμημα, είναι μια από τις δυνατότητες που η ίδια η αστική τάξη κρατά σε εφεδρεία για τις στιγμές που η συναινετική διαχείριση της κρίσης παύει να αρκεί.

Αυτή η πραγματικότητα όμως, δεν πρέπει να κατανοηθεί στρεβλά, μονάχα ως η κίνηση του κεφαλαίου από τα πάνω, αλλά και μέσα από την διαλεκτικής της, δηλαδή ως την αντίδραση – εξέγερση από τα κάτω μιας διαταξικής κοινότητας, αυτού που ο ίδιος ο ναζισμός ονόμαζε Εθνική Λαϊκή Κοινότητα, υπό την ηγεμονία των πιο αντιδραστικών της στοιχείων.

Εδώ συναντάμε αυτό που ο Γκράμσι περιέγραφε ως οργανική κρίση, μια στιγμή όπου η παλιά ηγεμονία δεν μπορεί πλέον να αναπαράγει τη συναίνεση και το νέο δεν έχει ακόμη παγιωθεί, μια κατάσταση όπου, όπως έγραφε, εμφανίζονται τα πιο ποικίλα νοσηρά συμπτώματα.

Η ακροδεξιά, όπως και ο ιστορικός φασισμός, έχει χαρακτηριστικά λαϊκού κινήματος, διαθέτει τα κατάλληλα συνθήματα για να ενεργοποιεί τα αντιδραστικά αντανακλαστικά ενός εθνικά ομογενοποιημένου σώματος, στη Γερμανία και παντού.

Η ακροδεξιά στη Γερμανία, όπως και στην υπόλοιπη Ευρώπη, παρουσιάζει σήμερα τον εαυτό της ως τελευταίο στυλοβάτη των αξιών του Διαφωτισμού.

Με αυτόν τον τρόπο επανέρχεται, μέσα από νέο λεξιλόγιο, το παλιό ζήτημα του πού καταλήγει νομοτελειακά η αστική δημοκρατία σε συνθήκες βαθιάς κρίσης. Ο Μαρξ, στη δέκατη όγδοη Μπρυμαίρ, είχε ήδη περιγράψει πώς μια κρίση αντιπροσώπευσης μπορεί να οδηγήσει σε μια μορφή εξουσίας που παρουσιάζεται να είναι ένας ουδέτερος διαιτητής πάνω από τις τάξεις, ενώ στην πράξη εξυπηρετεί την ίδια κοινωνική κυριαρχία με άλλα μέσα.

Η δημοκρατική νομιμοποίηση δεν είναι κεκτημένη μια για πάντα, είναι μια μορφή πολιτικής κυριαρχίας του κεφαλαίου που μπορεί να αντικατασταθεί από άλλη, πιο αυταρχική μορφή, όταν η πρώτη αδυνατεί πλέον να διαχειριστεί την κοινωνική αντίθεση, μια μετάβαση σε μια αλλαγή της μορφής του καπιταλιστικού κράτους.

Σε αυτή τη νίκη συνέβαλε καθοριστικά η ιστορική κρίση μιας κομμουνιστικής αντιπολίτευσης στη βάση, κρίση που στη Γερμανία είναι εμφανέστερη ίσως περισσότερο από οπουδήποτε αλλού.

Σε αυτό συνέβαλε όχι μόνο ο βαθιά ριζωμένος αντικομμουνισμός του κυρίαρχου γερμανικού εθνικού αφηγήματος, αλλά και η ίδια η ενσωματωμένη στο κράτος αριστερά, η οποία δυσκολεύεται να διαχωρίσει ουσιαστικά τη θέση της από την ακροδεξιά.

Αυτό είναι που ονομάζουμε φετιχοποιημένο αντικαπιταλισμό. Ο Moishe Postone έχει δείξει με σαφήνεια πώς ένα ρεύμα αντικαπιταλισμού μπορεί να στραφεί όχι ενάντια στις σχέσεις παραγωγής καθαυτές, αλλά ενάντια στην αφηρημένη, «άυλη» όψη του κεφαλαίου, προσωποποιώντας τη σε συγκεκριμένους εχθρούς, με αποτέλεσμα να αφήνει ανέγγιχτη τη συγκεκριμένη, «παραγωγική» όψη του κεφαλαίου και να την εξυμνεί μάλιστα ως καλή όψη πατριωτική – εθνική.

Έτσι η αντικαπιταλιστική δυσαρέσκεια διοχετεύεται σε δρόμους ακίνδυνους για το κεφάλαιο, στον εθνικισμό, στον ρατσισμό, στη διαχείριση μιας υποτιθέμενης «κρίσης των αστικών αξιών». Δεν πρέπει επίσης να ξεχνάμε ότι μετά το 1945 η Γερμανία δεν «αποναζιστικοποιήθηκε» ουσιαστικά.

Πολλά στελέχη κλειδιά του εθνικοσοσιαλιστικού κρατικού μηχανισμού βρέθηκαν σύντομα σε θέσεις ισχύος στη Δυτική Γερμανία, δικαστές, διπλωμάτες, βιομήχανοι, στελέχη των μυστικών υπηρεσιών.

Αυτό μπορεί να ονομαστεί ως «συνέχεια του κράτους» και της κοινωνικής κυριαρχίας του Κεφαλαίου. Ο Αντόρνο, στο δοκίμιό του για την επεξεργασία του παρελθόντος, προειδοποιούσε ήδη από τη δεκαετία του 1950 ότι η επίσημη μεταπολεμική μνήμη κινδύνευε να γίνει τυπική, τελετουργική, απαλλαγμένη από κάθε ουσιαστική κριτική στις κοινωνικές δομές που γέννησαν τον φασισμό.

Η νίκη του AfD δεν πρέπει να διαβαστεί ως μεμονωμένο εκλογικό γεγονός, αλλά ως συμπύκνωση μιας μακράς διαδικασίας, της αποσύνθεσης της παραδοσιακής αστικής πολιτικής εκπροσώπησης, της αδυναμίας μιας ηττημένης και ενσωματωμένης στο κράτος αριστεράς να προσφέρει πραγματική διέξοδο, και της ικανότητας του κεφαλαίου να ανασυγκροτεί, όταν χρειάζεται, νέες μορφές αυταρχικής διαχείρισης της κοινωνικής του κυριαρχίας.

Πολύ περισσότερο πρέπει να μεταφραστεί ως η μεγαλύτερη στην ιστορική της πορέια, κρίση στη διακρατική ένωση του ευρωπαϊκού κεφαλαίου, την Ε.Ε, η οποία βρίσκεται εδώ και καιρό σε υπαρξιακό τέλμα.

Ένα πανό κομμουνιστριών και κομμουνιστών στις αρχές της δεκαετίας του 1990 στη Γερμανία, με αφορμή την επανένωση, θύμιζε πως ο θάνατος είναι ένας αφέντης που έρχεται από τη Γερμανία.

Ήταν η εποχή των δολοφονιών μεταναστών-τριων και του πογκρόμ του Ρόστοκ.

Μια άλλη αντιφασιστική ομάδα μεταναστών σημείωνε την ίδια περίπου εποχή ότι η Γερμανία θα παραμείνει ο βασικός τροφοδότης του ρατσισμού και του φασισμού σε ολόκληρη την Ευρώπη.

Η σημερινή εξέλιξη επιβεβαιώνει ότι πρέπει να αντικρούσουμε την ακροδεξιά με ξεκάθαρες θέσεις και να χτίσουμε ένα ευρύ αντιφασιστικό κίνημα, χωρίς αυταπάτες για το ζοφερό μέλλον που έχουμε μπροστά μας.

Κριτικό σχόλιο για τη νέα γερμανική ιδεολογία Η σημερινή επίσημη γερμανική ιδεολογία στηρίζεται σε έναν άξονα που θα μπορούσε να ονομαστεί κρατική μνήμη, μια Erinnerungskultur που έχει αναχθεί σε λόγο του κράτους, σε Staatsräson.

Το «ποτέ ξανά» έχει μετατραπεί από ηθική δέσμευση απέναντι στα θύματα σε ένα ιδεολογικό εργαλείο νομιμοποίησης της ίδιας της γερμανικής κρατικής εξουσίας, εσωτερικής και εξωτερικής.

Η κριτική θεωρία, ήδη από τον Αντόρνο, είχε επισημάνει τον κίνδυνο αυτής της μετατροπής, μιας μνήμης που μετατρέπεται σε μια τυπική διαδικασία, απαλλαγμένη από την αυτοκριτική απέναντι στις υλικές συνθήκες που παρήγαγαν τον φασισμό στην ιστορία του νεωτερικού πολιτισμού.

Το αποτέλεσμα είναι η παραγωγή της ιδεολογίας σε δύο ταχύτητες.

Από τη μία, μια επίσημη αντιφασιστική ρητορική που λειτουργεί σχεδόν προωθητικά για την εθνική περηφάνια, η Γερμανία, το κράτος των θυτών του Ολοκαυτώματος, που «έμαθε από την ιστορία της» και έχει το δικαίωμα να κουνά το δάκτυλο και να διδάσκει ηθική στους άλλους.

Από την άλλη, μια πραγματικότητα όπου οι υλικές συνέχειες του γερμανικού κεφαλαίου, η θέση του ως ηγεμονικής δύναμης μέσα στην Ε.Ε, η λιτότητα που επιβλήθηκε σε άλλες χώρες στο όνομα της δημοσιονομικής πειθαρχίας, παρέμειναν ανέγγιχτες από αυτή την «επεξεργασία του παρελθόντος». Η νέα γερμανική ιδεολογία δεν αρνείται τον ναζισμό, τον απωθεί σε ένα κλειστό ιστορικό κεφάλαιο, ακριβώς για να μην χρειαστεί να αναρωτηθεί για τις δομικές συνέχειες που τον κατέστησαν δυνατό.

Σε αυτό το έδαφος η νέα ακροδεξιά δεν εμφανίζεται ως μια ρήξη με την επίσημη ιδεολογία, αλλά ως ένας συνεπής καθρέφτης της.

Παίρνει την εθνική περηφάνια της κρατικής μνήμης, την απαλλάσσει από τη φιλελεύθερη επιφάνεια και την εμφανίζει γυμνή, ως υπεράσπιση του «γερμανικού πολιτισμού» που απειλείται δήθεν από τους μετανάστες και την «πολυπολιτισμικότητα», το κομμάτι αυτό δηλαδή που έχτισε μεταπολεμικά τον γερμανικό καπιταλιστικό «όνειρο». Το «ποτέ ξανά» της επίσημης γερμανικής κρατικής ιδεολογίας και το «πρώτα εμείς» της ακροδεξιάς μοιράζονται το ίδιο θεμέλιο, μια εθνική λαϊκή κοινότητα που ορίζεται μέσω του αποκλεισμού, με τη διαφορά ότι η μία εκδοχή το καλύπτει με τον μανδύα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και η άλλη το διακηρύσσει απροκάλυπτα.

Καλό λοιπόν να μη σταθούμε στην κάλπικη αντιπαράθεση μεταξύ της φιλελεύθερης μνήμης και της δήθεν ακροδεξιάς άρνησης της, αλλά να δούμε και τις δύο ως προϊόντα της ίδιας υλικά ριζωμένης σχέσης της γερμανικής αστικής κοινωνίας με το φασιστικό της παρελθόν.

Όποιος δεν θέλει να μιλήσει για τον καπιταλισμό καλύτερα να σωπάσει και για τον φασισμό (Max Horkheimer) Δεν αρκεί η ηθική καταδίκη του φαινομένου του νεοφασισμού.

Η επίκληση των αξιών του Διαφωτισμού, των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, της «δημοκρατίας» ως μιας αφηρημένης αρχής, αναπαράγει ακριβώς την κυρίαρχη ιδεολογία όπου ο νεοφασισμός αποτελεί σπλάχνο της.

Ο αντιφασισμός που εξαντλείται σε ανούσιες διακηρύξεις δεν απειλεί το έδαφος πάνω στο οποίο φυτρώνει ο νέος φασισμός.

Δεν αρκεί η συμμαχία με το φιλελεύθερο κέντρο στο όνομα της «άμυνας της δημοκρατίας». Ένα τέτοιο μέτωπο, όπως έδειξε και η γερμανική εμπειρία, καταλήγει να διαχειρίζεται την ίδια κρίση που γεννά την ακροδεξιά, με λιτότητα, με ρατσιστική μεταναστευτική πολιτική, με αστυνόμευση, τροφοδοτώντας έτσι ξανά το φαινόμενο που υποτίθεται πως καταπολεμά.

Χρειάζεται αυτόνομη ταξική οργάνωση και όχι μια εκλογική συμμαχία με κόμματα διαχείρισης του κεφαλαίου.

Ο αντιφασισμός χρειάζεται δικά του σώματα οργάνωσης, στους χώρους δουλειάς, στις γειτονιές, στα σχολεία, ανεξάρτητα από κρατικούς και κομματικούς μηχανισμούς ανάθεσης που εξαρτώνται από εκλογικούς συσχετισμούς.

Χρειάζεται υλική αντιπρόταση και όχι μόνο πράξεις συμβολικής αντίστασης.

Η ακροδεξιά κερδίζει έδαφος εκεί όπου η υλική ανασφάλεια, η κρίση της στέγασης, η φτηνή πώληση της εργατικής δύναμης κοκ δεν βρίσκει καμία απάντηση από το ανταγωνιστικό κίνημα.

Ένα μέτωπο πρέπει να χτίζει συγκεκριμένους αγώνες γύρω από αυτά τα ζητήματα, ως τον ίδιο τον αντιφασισμό στην υλική του μορφή, αφαιρώντας από την ακροδεξιά το μονοπώλιο της έκφρασης της κοινωνικής οργής.

Χρειάζεται ανοιχτή κριτική αντιμετώπιση του φετιχοποιημένου αντικαπιταλισμού.

Χρειάζεται συστηματική εξήγηση, στη βάση, γιατί ο εθνικισμός και ο ρατσισμός δεν είναι απάντηση στην κρίση αλλά αναδιάταξή της, ώστε η οργή που σήμερα κατευθύνεται στον μετανάστη ή στον «ξένο» να μπορεί να αναγνωρίσει τον πραγματικό της αντικείμενο.

Χρειάζεται ακόμα και η αυτοάμυνα.

Η ιστορική εμπειρία δείχνει ότι ο φασισμός δεν σταματά μόνο με επιχειρήματα, χρειάζεται οργανωμένη κοινωνική δύναμη ικανή να τον εμποδίσει στην πράξη, στους δρόμους, στις γειτονιές, στους χώρους δουλειάς.

Να μπει κεντρικά ο διεθνισμός απέναντι στον εθνικό συναγερμό.

Η κρίση είναι ευρωπαϊκή, της ίδιας της Ε.Ε ως διακρατικής ένωσης του κεφαλαίου, καμία εθνική απάντηση δεν θα δώσει λύσεις.

Χρειάζεται σύνδεση των αγώνων πέρα από τα εθνικά σύνορα, ακριβώς για να μην αναπαράγεται σε κάθε χώρα η ίδια παγίδα, δηλαδή η διαχείριση της κρίσης από μια εθνική «ενωμένη παράταξη των κομμάτων του δημοκρατικού τόξου». Χωρίς αυταπάτες σημαίνει να μην περιμένουμε τη σωτηρία από θεσμούς που η ίδια η κρίση τους παρήγαγε το πρόβλημα, ούτε να αρκούμαστε σε μια αμυντική στάση που αφήνει άθικτες τις συνθήκες αναπαραγωγής του φαινομένου.

Το μόνο μέτωπο απέναντι στο φασιστικό φαινόμενο που αξίζει τον κόπο είναι εκείνο που θέτει, έστω μακροπρόθεσμα, το ίδιο το ζήτημα της καπιταλιστικής κοινωνίας και όχι μόνο τα συμπτώματά της. Shades στη Γερμανία @followers Ολόκληρο το κείμενο και εδώ: https://shades-aufbau.org/2026/09/niki-afd-saxonia/

Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους


Όροι Χρήσης - Επικοινωνία
Update cookies preferences