[451 Logo]
 Μόνο Top News & Social
 Επικαιρότητα
 Αθλητικά
 Οικονομία
 Ροή

Το Μάρτιο του 1967 η πόρτα του ραφείου στην Καισαριανή έμενε πάντα ανοιχτή, όχι για τον αέρα, μα για να μπαίνει το φως και να βγαίνει η σκόνη από τα υφάσματα. Εκεί γεννήθηκε το 1938 η Ελένη, δεύτερο...

Original Post

Πλήρες Κείμενο:

Το Μάρτιο του 1967 η πόρτα του ραφείου στην Καισαριανή έμενε πάντα ανοιχτή, όχι για τον αέρα, μα για να μπαίνει το φως και να βγαίνει η σκόνη από τα υφάσματα.

Εκεί γεννήθηκε το 1938 η Ελένη, δεύτερο παιδί μιας οικογένειας που είχε έρθει με τα πόδια από τη Σμύρνη το 1922 και είχε στεριώσει σε ένα δίχωρο από τσιμεντόλιθους που το κράτος είχε ονομάσει αποκατάσταση και οι άνθρωποι συνοικισμό.

Ο πατέρας της δεν έζησε πολύ μετά τον πόλεμο, και η μάνα της, που ήξερε να γυρίζει το πόδι στη μηχανή πριν μάθει να γράφει το όνομά της, της έμαθε να κρατάει το ψαλίδι σαν προέκταση του χεριού.

Το ραφείο δεν ήταν ποτέ μαγαζί με την έννοια του εμπορίου, ήταν το μέσα δωμάτιο του σπιτιού, εκεί που μύριζε πάντα λαδάκι για τη μηχανή, καμένο ύφασμα από το σίδερο με τα κάρβουνα και γιασεμί από τη γλάστρα που η μάνα πότιζε κάθε πρωί έξω από την πόρτα. Η Ελένη μεγάλωσε ανάμεσα σε πατρόν από εφημερίδες, κομμένα προσεκτικά και καρφιτσωμένα στον τοίχο με καρφίτσες που είχαν σκουριάσει από την υγρασία.

Έμαθε να διαβάζει το σώμα των γυναικών της γειτονιάς πριν διαβάσει βιβλία.

Καταλάβαινε από το πώς στεκόταν μια γυναίκα αν ντρεπόταν για το φουστάνι της, αν ήθελε να κρύψει μια κοιλιά, αν ήθελε να φανεί πιο ψηλή για να πάει να ζητήσει δουλειά και έραβε ανάλογα.

Διόρθωνε, ξήλωνε, στένευε , μάκραινε.

Δεν υπήρχε καινούργιο ύφασμα συχνά, υπήρχε μεταποίηση.

Ένα παλιό πουκάμισο του άντρα γινόταν ρούχα για τα παιδιά για το κορίτσι, μια κουρτίνα γινόταν νυφικό, ένα φόρεμα του 1950 γινόταν δύο μπλούζες το 1965.

Η γειτονιά ήταν ένας κόσμος ολόκληρος φτιαγμένος από σοκάκια που έμοιαζαν όλα ίδια και όμως κάθε οικογένεια ήξερε τι φαγητό μαγείρευε κάθε σπίτι από τη μυρωδιά του φαγητού, Τα σπίτια ήταν χαμηλά, με κεραμίδια που τα είχε φτιάξει ο ένας για τον άλλον.

Τα ρούχα κρέμονταν πάντα έξω, τεντωμένα σε σύρματα, και ήταν ο μόνος τρόπος να ξέρεις τι γιορτή πλησιάζει.

Αν έβλεπες σεντόνια καθαρά, ήταν Κυριακή.

Αν έβλεπες καλά φορέματα, ήταν γάμος. Η Ελένη ήξερε όλων τα ρούχα απ’ έξω, γιατί τα είχε πιάσει στα χέρια της.

Ήξερε ποια νοικοκυρά είχε λερωμένο γιακά από τον άντρα της που δούλευε στο εργοστάσιο, ποια είχε παιδί που μεγάλωνε γρήγορα, ποια προσπαθούσε να κρατήσει το σπίτι της όρθιο με μια σύνταξη του ΟΓΑ.

Στα δεκαοχτώ της είχε ήδη αναλάβει το ραφείο.

Η μάνα της δεν έβλεπε καλά πια, τα χέρια της έτρεμαν, και καθόταν στην άκρη και ξεμπέρδευε κουμπιά σε ένα γυάλινο βάζο, κουμπιά μαζεμένα από σαράντα χρόνια ξηλώματος. Η Ελένη δούλευε από τις έξι το πρωί μέχρι να πέσει το φως. Η Singer ήταν ο ήχος της ζωής της, ένας ρυθμός που κάλυπτε τα πάντα, το ραδιόφωνο, τα παιδιά που έπαιζαν μπάλα στο σοκάκι, τις φωνές των γειτόνων.

Είχε τρεις μηχανές, η μία ήταν της μάνας της, φερμένη με ανταλλαγή από μια άλλη Μικρασιάτισσα, η δεύτερη ήταν αγορασμένη με δόσεις που πλήρωνε δύο χρόνια, η τρίτη ήταν πάντα χαλασμένη και χρησίμευε για να ακουμπάει τα πατρόν.

Παντρεύτηκε το 1961 έναν άνθρωπο από τον Βύρωνα, που δούλευε οδηγός σε φορτηγό, αλλά ο γάμος κράτησε όσο κράτησε και η χαρά ενός καινούργιου υφάσματος.

Εκείνος έφευγε μέρες, εκείνη έμενε.

Δεν έκαναν παιδιά, όχι επειδή δεν ήθελαν, αλλά επειδή το σώμα της είχε μάθει να ζει με σφιγμένους μυς πάνω από τη μηχανή και με λίγο ύπνο.

Χώρισαν ήσυχα, χωρίς φωνές, όπως χώριζαν τότε οι άνθρωποι που ντρέπονταν να πουν ότι δεν τα κατάφεραν.

Εκείνος κράτησε το φορτηγό, εκείνη κράτησε το όνομά της και το ραφείο.

Η ζωή της ήταν μια ατέλειωτη σειρά από πρόβες.

Γυναίκες που έρχονταν και έφευγαν, που της εμπιστεύονταν το σώμα τους για λίγα λεπτά, που στέκονταν μπροστά στον μικρό καθρέφτη με τις καρφίτσες στο στόμα της Ελένης και μέσα από αυτές τις πρόβες, η Ελένη έμαθε όλη την ιστορία του συνοικισμού.

Έμαθε ποια πενθούσε ακόμα τον αδερφό της από τον Εμφύλιο, ποια είχε κόρη που έφευγε για Γερμανία μετανάστρια, ποια είχε άντρα που δεν γύρισε ποτέ από το βουνό.

Τα προσφυγικά της Αθήνας δεν ήταν απλώς φτωχικά, ήταν μια μνήμη που δεν χωρούσε στα σπίτια.

Ήταν οι άνθρωποι που είχαν χάσει μια πατρίδα και προσπαθούσαν να φτιάξουν μια άλλη με ό,τι είχαν.

Με μια βελονιά, με μια γλάστρα βασιλικό, με ένα τραγούδι χαμηλόφωνο τα βράδια.

Το ημερολόγιο στον τοίχο έγραφε Μάρτιος 1967.

Εκείνος ο Μάρτιος ήταν βαρύς, ο αέρας μύριζε ήδη αυτό που θα ερχόταν τον Απρίλιο, αλλά η Ελένη δεν το ήξερε.

Ήξερε μόνο ότι είχε παραγγελίες για πασχαλινά φορέματα και ότι το φως που έμπαινε από την ανοιχτή πόρτα έδειχνε τη σκόνη να χορεύει πάνω από τα διπλωμένα υφάσματα.

Κοιτούσε έξω στο σοκάκι, έβλεπε τα λουλούδια στις άκρες, τα ποδήλατα ακουμπισμένα, τα βουνά του Υμηττού στο βάθος, και ένιωθε ότι αυτό ήταν όλος ο κόσμος.

Δεν είχε πάει ποτέ πιο μακριά από το κέντρο της Αθήνας.

Δεν χρειάστηκε.

Όλος ο κόσμος ερχόταν σε εκείνη για να διορθωθεί, να κοπεί, να ραφτεί από την αρχή και έτσι περνούσαν τα χρόνια, με το ίδιο φως να μπαίνει από την ίδια πόρτα, με την ίδια μηχανή να γυρίζει, με τα ίδια χέρια να κρατούν το ύφασμα τεντωμένο για να μην στραβώσει η βελονιά. Η Ελένη δεν έγινε ποτέ πλούσια, δεν έγινε ποτέ γνωστή, δεν έφυγε ποτέ από τον συνοικισμό.

Αλλά κάθε κορίτσι που παντρεύτηκε εκείνα τα χρόνια στην Καισαριανή, στον Βύρωνα, στη Νέα Σμύρνη, φόρεσε κάτι που είχε περάσει από τα χέρια της και αυτό, για μια ζωή ραμμένη πάνω στο τσιμέντο της προσφυγιάς, ήταν αρκετό για να την κρατήσει όρθια, βελονιά τη βελονιά, μέχρι που το φως έσβηνε και έκλεινε επιτέλους την πόρτα. Άννα Δανάλη

Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους


Όροι Χρήσης - Επικοινωνία
Update cookies preferences