Η μεγάλη φωτιά της Σμύρνης μέσα από τέσσερα διαφορετικά μάτια Minnie Mills, George Horton, Arthur Hepburn, Paul Grescovich Για τη φωτιά της Σμύρνης έχουν γραφτεί χιλιάδες σελίδες και σχεδόν πάντα η...
Η μεγάλη φωτιά της Σμύρνης μέσα από τέσσερα διαφορετικά μάτια Minnie Mills, George Horton, Arthur Hepburn, Paul Grescovich Για τη φωτιά της Σμύρνης έχουν γραφτεί χιλιάδες σελίδες και σχεδόν πάντα η συζήτηση καταλήγει στο ίδιο ερώτημα, «Ποιος έκαψε τη Σμύρνη;» Αυτή τη φορά ας αφήσουμε για λίγο το ερώτημα στην άκρη και ας προσπαθήσουμε να δούμε τη φωτιά την ώρα που συνέβαινε.
Το μεσημέρι της 13ης Σεπτεμβρίου 1922 / 31 Αυγούστου με το παλιό ημερολόγιο, εμφανίζονται οι μεγάλες εστίες στην αρμενική συνοικία.
Μέχρι την επόμενη ημέρα ένα τεράστιο μέρος της ελληνικής, αρμενικής και ευρωπαϊκής Σμύρνης έχει καταστραφεί. Ο Αμερικανός πλοίαρχος Arthur Hepburn τηλεγραφεί στις 14 Σεπτεμβρίου ότι η φωτιά άρχισε περίπου στη μία το μεσημέρι, το αμερικανικό προξενείο είχε καεί και τα πολεμικά πλοία στο λιμάνι είχαν γεμίσει πρόσφυγες.
Ας τη δούμε, λοιπόν, μέσα από τέσσερα διαφορετικά ζευγάρια μάτια, ανθρώπων που είχαν ουσιαστικό ρόλο στην καταγραφή των γεγονότων, αλλά και μέσα από μερικές χαρακτηριστικές μαρτυρίες απλών ανθρώπων, από τις αναρίθμητες που διασώθηκαν και καταγράφηκαν ιστορικά. MINNIE MILLS – Πολύ κοντά στις πρώτες φλόγες Η Minnie Belle Mills ήταν Αμερικανίδα και διηύθυνε το American Collegiate Institute for Girls.
Το σχολείο βρισκόταν κοντά στην αρμενική συνοικία και εκείνες τις ημέρες είχε γεμίσει και με πρόσφυγες. Η Mills βρισκόταν λοιπόν σχεδόν μέσα στην περιοχή όπου άρχισε η μεγάλη πυρκαγιά.
Η μαρτυρία της είναι συγκεκριμένη.
Ανέφερε ότι μετά το μεσημεριανό γεύμα ξέσπασε φωτιά πολύ κοντά στο σχολείο και ότι είδε Τούρκο αξιωματικό να μπαίνει σε σπίτι κρατώντας μικρά δοχεία με «petroleum or benzine», πετρέλαιο ή βενζίνη.
Λίγα λεπτά αργότερα το σπίτι καιγόταν.
Μαθήτριες και καθηγήτριες, σύμφωνα με την ίδια, είχαν επίσης δει στρατιωτικούς με αυτοσχέδιους πυρσούς. Ο Τύπος ήδη τις αμέσως επόμενες ημέρες μετέδιδε τη μαρτυρία της για αξιωματικό με δοχείο πετρελαίου κοντά σε κτίριο που στη συνέχεια πήρε φωτιά.
Μέσα στο σχολείο βρίσκονταν κορίτσια, γυναίκες και άνθρωποι που είχαν αναζητήσει καταφύγιο.
Έξω άρχιζαν να υψώνονται οι φλόγες.
Και ακόμη κανείς δεν μπορούσε να φανταστεί τι θα ακολουθούσε. GEORGE HORTON – Η φωτιά έβγαλε τους ανθρώπους από τα σπίτια Ο George Horton, Αμερικανός Γενικός Πρόξενος, παρέμεινε στη Σμύρνη μέχρι το βράδυ της 13ης Σεπτεμβρίου.
Η δική του εικόνα είναι πια διαφορετική. Η Mills έβλεπε τις εστίες. Ο Horton έβλεπε τον ανθρώπινο χείμαρρο που προκαλούσαν οι φλόγες.
Μέχρι τότε πολλοί Έλληνες και Αρμένιοι κρύβονταν φοβισμένοι στα σπίτια, στις εκκλησίες και στα ιδρύματα.
Όταν όμως η φωτιά πλησίασε, οι άνθρωποι αναγκάστηκαν να βγουν.
Και όλοι άρχισαν να κινούνται προς την ίδια κατεύθυνση, τη θάλασσα.
Μητέρες με παιδιά, ηλικιωμένοι, τραυματίες, άνθρωποι που κρατούσαν μια βαλίτσα, μια κουβέρτα, ένα χαλί ή ό,τι πρόλαβαν να πάρουν.
Πίσω τους η φωτιά.
Μπροστά τους το Αιγαίο.
Και απέναντί τους τα ξένα πολεμικά πλοία.
Ο ίδιος ο Horton περιγράφει την προκυμαία να γεμίζει από τον πληθυσμό που εκτοπιζόταν προς τη θάλασσα καθώς οι χριστιανικές συνοικίες καίγονταν. ARTHUR HEPBURN – «Ένας συμπαγής όγκος ανθρώπων» Ο Arthur J. Hepburn είχε μια θέα της καταστροφής που λίγοι είχαν.
Την έβλεπε από το λιμάνι.
Το απόγευμα και το βράδυ της 13ης Σεπτεμβρίου η πλατιά παραλιακή λεωφόρος είχε μετατραπεί, όπως την περιέγραψε, σε μια συμπαγή μάζα ανθρώπων, ζώων, οχημάτων και αποσκευών.
Λίγα τετράγωνα πίσω από το πλήθος, η φωτιά κατέβαινε προς τη θάλασσα.
Ακούγονταν ο αέρας, η βοή των φλογών, οι καταρρεύσεις κτιρίων, εκρήξεις και πυροβολισμοί.
Και πάνω από όλα αυτά, σύμφωνα με τον Hepburn, ακουγόταν ο συνεχής θρήνος του πλήθους.
Στην αναλυτική έκθεσή του κατέγραψε επίσης τη μαρτυρία του Αμερικανού υποπρόξενου Barnes, ο οποίος είχε δει Τούρκους στρατιώτες να χύνουν κηροζίνη - kerosene μπροστά από το αμερικανικό προξενείο. Ο Hepburn διευκρίνισε ότι τότε η πυρκαγιά είχε ήδη προχωρήσει πολύ. PAUL GRESCOVICH – Τριάντα επτά πυροσβέστες απέναντι σε μια πόλη που καιγόταν Ο Paul Grescovich ήταν ο αρχηγός της Πυροσβεστικής της Σμύρνης.
Οι άλλοι προσπαθούσαν να σωθούν ή παρακολουθούσαν τη φωτιά.
Εκείνος έπρεπε να τη σβήσει.
Ο αυστριακής καταγωγής μηχανικός ανέφερε στον Αμερικανό Mark O. Prentiss ότι ήδη τις προηγούμενες ημέρες είχε παρατηρηθεί ασυνήθιστα μεγάλος αριθμός πυρκαγιών.
Σε κανονικές συνθήκες, είπε, η πόλη αντιμετώπιζε περίπου μία πυρκαγιά ανά δέκα ημέρες.
Τις πρώτες ημέρες του Σεπτεμβρίου ο αριθμός είχε φτάσει περίπου τις πέντε την ημέρα. Ο Grescovich ανέφερε επίσης ότι είχε βρει σε εγκαταλελειμμένα αρμενικά ιδρύματα ρούχα, κουρέλια και κλινοσκεπάσματα εμποτισμένα με petroleum -πετρέλαιο.
Αυτή είναι η ακριβής λέξη που χρησιμοποιείται στην καταγραφή του Αμερικανού Mark O. Prentiss, ο οποίος βρισκόταν στη Σμύρνη το 1922 ως εκπρόσωπος της Near East Relief και μέλος επιτροπής αρωγής.
Η πυροσβεστική του ήταν ήδη δραματικά αποδυναμωμένη.
Μπροστά της δεν υπήρχε πια μία συνηθισμένη αστική πυρκαγιά.
Υπήρχαν πολλαπλές εστίες, δυνατός άνεμος, πανικός και μια ολόκληρη πόλη σε αποσύνθεση.
Και τότε η Σμύρνη κατέβηκε στην προκυμαία.
Ίσως εδώ οι επίσημες εκθέσεις δεν αρκούν.
Χρειάζονται οι φωνές όσων το είδαν. 1. Ο υποπλοίαρχος A. S. Merrill Ο Αμερικανός αξιωματικός A. S. Merrill επέστρεψε στο λιμάνι λίγο πριν χαράξει στις 14 Σεπτεμβρίου.
Αυτό που αντίκρισε τον συγκλόνισε.
Η πόλη καιγόταν τόσο έντονα ώστε το λιμάνι ήταν φωτισμένο σαν να ήταν ημέρα.
Χιλιάδες άστεγοι κινούνταν πάνω στην πυρακτωμένη προκυμαία.
Άνθρωποι, σε κατάσταση πανικού, έπεφταν στη θάλασσα προσπαθώντας να φτάσουν στα πλοία.
Έγραψε στο ημερολόγιό του: «Η ολόκληρη πόλη φλεγόταν και το λιμάνι ήταν φωτεινό σαν μέρα.» Ακόμη και από περίπου διακόσιες γιάρδες μακριά, πάνω στο πλοίο, γινόταν αισθητή η θερμότητα της φωτιάς. 2. Ένας άνθρωπος από το HMS King George V Ένας Βρετανός που συμμετείχε με τις βάρκες του πολεμικού HMS King George V στην προσπάθεια διάσωσης θυμόταν τη φρίκη ακόμη και από τη θάλασσα.
Περιέγραψε ανθρώπους να πέφτουν στο νερό εξαιτίας του πανικού και της πίεσης του πλήθους.
Όταν πλησίασαν με τις βάρκες στο σημείο όπου η φωτιά ήταν χειρότερη, είδαν μητέρες με μωρά, αποσκευές που είχαν πιάσει φωτιά και ανθρώπους να ουρλιάζουν.
Δεν ήταν εικόνα μάχης.
Ήταν εικόνα ανθρώπων που δεν είχαν πια πού να πάνε. 3. Beatrix de Candolle – Η φωτιά που πλησίαζε το σπίτι Η Beatrix de Candolle ζούσε στην περιοχή του Point, προς την άκρη της προκυμαίας.
Από τη στέγη του σπιτιού της παρακολουθούσε τη φωτιά να πλησιάζει.
Περίπου στις τέσσερις τα ξημερώματα, με τις φλόγες να έχουν φτάσει επικίνδυνα κοντά, δέχθηκε να μεταφερθεί για ασφάλεια στο HMS King George V. Λίγες ημέρες αργότερα έγραψε τη δική της μαρτυρία, που δημοσιεύθηκε στη Manchester Guardian στις 30 Σεπτεμβρίου ως «The Burning of Smyrna: An Eyewitness's Account». Η δική της εμπειρία δείχνει κάτι που εύκολα ξεχνάμε, η φωτιά δεν ήταν ένα μακρινό θέαμα.
Οι άνθρωποι έβλεπαν κάθε ώρα τις φλόγες να πλησιάζουν στο σπίτι τους και έπρεπε να αποφασίσουν πότε θα το εγκαταλείψουν για πάντα. 4. Theodore Bortoli – Ένας Σμυρνιός καταθέτει στο αμερικανικό Κογκρέσο Λίγους μήνες αργότερα, ένας άνθρωπος που είχε γεννηθεί και ζήσει στη Σμύρνη εμφανίστηκε ενώπιον επιτροπής του αμερικανικού Κογκρέσου.
Ήταν ο Theodore Bortoli, 27 ετών, γιος Ιταλών, επιχειρηματίας χαλιών.
Κατέθεσε ότι η προκυμαία είχε γεμίσει από πρόσφυγες και περιέγραψε τις προσπάθειές του να διαφύγει μαζί με την οικογένειά του.
Η προσωπική του ιστορία ήταν τραγική, η μητέρα του σκοτώθηκε, οι δύο αδελφές του πέθαναν και ο ίδιος έφθασε αργότερα στις ΗΠΑ.
Η κατάθεσή του μπήκε επισήμως στα πρακτικά του Κογκρέσου.
Δεν μιλούσε ως διπλωμάτης ή στρατιωτικός.
Μιλούσε ως άνθρωπος που μέχρι λίγες ημέρες πριν είχε σπίτι, οικογένεια και επιχείρηση στη Σμύρνη. 5. Μια γέννα πάνω στην προκυμαία Ίσως όμως η πιο ανθρώπινη εικόνα καταγράφηκε από ανταποκριτή της Chicago Tribune, ο οποίος βρέθηκε ανάμεσα στους πρόσφυγες κατά την εκκένωση.
Μια γυναίκα γεννούσε μέσα στο χάος.
Καθώς προσπαθούσε να φτάσει στο πλοίο, πέρασε από την πύλη κρατώντας το νεογέννητο μωρό της στα χέρια, ενώ δύο μικρότερα παιδιά τραβούσαν τη φούστα της.
Της παρασχέθηκαν οι στοιχειώδεις πρώτες βοήθειες κάτω από ένα βαγόνι και λίγο αργότερα επιβιβάστηκε στο πλοίο με τα παιδιά της.
Ο σύζυγός της, επειδή ήταν σε στρατεύσιμη ηλικία, δεν έφυγε μαζί τους.
Παρέμεινε ανάμεσα στους άνδρες που προορίζονταν να οδηγηθούν στο εσωτερικό.
Μία οικογένεια χωρίστηκε μέσα σε λίγα λεπτά.
Και αυτή ήταν μόνο μία οικογένεια ανάμεσα σε χιλιάδες.
Μια πόλη ανάμεσα στη φωτιά και στη θάλασσα Τη νύχτα εκείνη η προκυμαία της Σμύρνης δεν έμοιαζε πια με το Κορντόν που γνώριζαν οι Σμυρνιοί.
Εκεί όπου άλλοτε υπήρχαν ξενοδοχεία, καφενεία, θέατρα, προξενεία, άμαξες και περίπατοι, τώρα υπήρχε ένας τεράστιος ανθρώπινος καταυλισμός.
Άνθρωποι κοιμούνταν στο έδαφος.
Άλλοι προσεύχονταν γονατιστοί.
Ήδη στις 16 Σεπτεμβρίου ο διεθνής Τύπος περιέγραφε χιλιάδες πρόσφυγες στην προκυμαία να κλαίνε ή να προσεύχονται, ενώ πίσω τους η πόλη καιγόταν.
Άλλοι έμπαιναν στη θάλασσα.
Άλλοι περίμεναν κάποια βάρκα.
Άλλοι απλώς κοιτούσαν τα πλοία.
Και πίσω τους χάνονταν σπίτια, εκκλησίες, σχολεία, μαγαζιά, οικογενειακές φωτογραφίες, έγγραφα, προικιά και αντικείμενα που είχαν περάσει από γενιά σε γενιά.
Έκαιγε η ίδια η προηγούμενη ζωή τους.
Ο πανικός έσπρωξε χιλιάδες ανθρώπους μέσα στη θάλασσα.
Πολλοί πνίγηκαν, άλλοι πυροβολήθηκαν μέσα στο νερό.
Οι μαρτυρίες των ημερών μιλούν για το λιμάνι γεμάτο πτώματα που επέπλεαν ανάμεσα στις βάρκες και στα πολεμικά πλοία.
Η εικόνα ήταν τόσο φρικτή ώστε ο Γάλλος ιστορικός Edouard Driault έγραψε αργότερα ότι σε ορισμένα σημεία τα πτώματα ήταν τόσα, «ώστε μπορούσε κανείς να περπατήσει επάνω τους». Άλλη μαρτυρία περιγράφει βενζινάκατο που, καθώς διέσχιζε το λιμάνι, χτυπούσε συνεχώς πάνω σε πτώματα γυναικών.
Η θάλασσα, που για χιλιάδες ανθρώπους ήταν η μόνη οδός σωτηρίας, έγινε για άλλους ο τάφος τους.
Γι' αυτό για εμάς, τους απογόνους εκείνων των προσφύγων, η πυρκαγιά της Σμύρνης δεν είναι μόνο ένα ερώτημα για το ποιος άναψε την πρώτη φωτιά.
Είναι κυρίως η νύχτα που μια ολόκληρη κοινωνία κατάλαβε ότι δεν είχε πια σπίτι για να επιστρέψει.
Κάποιοι από όσους επιβιβάστηκαν στα πλοία ίσως ακόμη πίστευαν ότι η φυγή τους θα ήταν προσωρινή.
Όταν όμως το πλοίο απομακρυνόταν και κοίταζαν πίσω τις φλόγες να σηκώνονται πάνω από τη Σμύρνη, θα πρέπει να κατάλαβαν ότι κάτι είχε τελειώσει οριστικά.
Δεν άφηναν απλώς πίσω τους μια πόλη.
Άφηναν πίσω τους μια ολόκληρη ζωή.
Πηγές : George Horton, The Blight of Asia · Arthur J. Hepburn, Report Upon Smyrna Disaster, 1922 · αμερικανικά διπλωματικά τηλεγραφήματα, Foreign Relations of the United States · Minnie B. Mills, έκθεση και μαρτυρίες του 1922 · Mark O. Prentiss και Paul Grescovich · ημερολόγιο A. S. Merrill · Manchester Guardian, Σεπτέμβριος–Οκτώβριος 1922 · πρακτικά του αμερικανικού Κογκρέσου για τους πρόσφυγες της Εγγύς Ανατολής. Πηγη: Κυριάκος Καγκελαρης
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους