Δύο Παλιοί Φίλοι και οι… Ουρανοξύστες τους Απόψε είχα τη χαρά να επισκεφθώ στο σπίτι του, στο Γάζι, έναν παλιό και πολύ αγαπητό φίλο: τον Αντώνη Ξυλούρη, τον θρυλικό Ψαραντώνη. Αναρρώνει σιγά σιγά...
Δύο Παλιοί Φίλοι και οι… Ουρανοξύστες τους Απόψε είχα τη χαρά να επισκεφθώ στο σπίτι του, στο Γάζι, έναν παλιό και πολύ αγαπητό φίλο: τον Αντώνη Ξυλούρη, τον θρυλικό Ψαραντώνη.
Αναρρώνει σιγά σιγά από μια περιπέτεια της υγείας του και εύχομαι ολόψυχα σύντομα να τον ξαναδούμε στην πιάτσα — κι ακόμη καλύτερα, στο πάλκο, με τη λύρα στα χέρια και εκείνη τη μοναδική φωνή που μοιάζει να βγαίνει κατευθείαν από τα βουνά της Κρήτης.
Με τον Αντώνη μάς συνδέει φιλία πάνω από τριάντα χρόνια.
Κάθε καλοκαίρι, όταν επέστρεφα στην Κρήτη, περίμενε να βρεθούμε, να καθίσουμε μαζί, να πούμε τα νέα μας, να πιούμε δυο ρακές.
Κι ύστερα, πολλές φορές, έπιανε τη λύρα. «Να καλωσορίσω τον φίλο μου», μου έλεγε, «και να τον εμπνεύσω να φτιάξει ακόμη ψηλότερους ουρανοξύστες!» Κι εγώ τον πείραζα και τον αποκαλούσα «συνάδελφο». Γιατί, του έλεγα, ουρανοξύστες δεν έχτιζα μόνο εγώ από ατσάλι και μπετόν.
Έχτιζε κι εκείνος τους δικούς του — μουσικούς ουρανοξύστες, με πέτρα τους ήχους της Κρήτης, με θεμέλια την παράδοση και με κορυφές που ταξίδεψαν πολύ μακρύτερα από τα σύνορα του νησιού μας.
Απόψε θυμηθήκαμε πολλά.
Γυρίσαμε νοερά στη Νέα Υόρκη και σ’ εκείνο το αξέχαστο ταξίδι του με τους μουσικούς συντρόφους του και τους Χαΐνηδες.
Θυμηθήκαμε τη μεγάλη συναυλία στο Μανχάταν, όπου περισσότεροι από δύο χιλιάδες άνθρωποι είχαν συγκεντρωθεί για να ακούσουν μια μουσική που ερχόταν από τα βάθη των αιώνων και για λίγες ώρες, έκανε τη Νέα Υόρκη να μοιάζει λίγο με Ψηλορείτη.
Και ύστερα ήρθε εκείνη η άλλη, διαφορετική βραδιά στον Σύλλογο Κρητών.
Μια πραγματική ολονυχτία ιεροτελεστία με τον Ψαραντώνη.
Χωρίς τα σημερινά τεράστια ηχητικά συστήματα, χωρίς υπερβολές και θόρυβο.
Μόνο ο άνθρωπος, η λύρα του, η φωνή του και η παρέα.
Κι ίσως εκεί βρίσκεται ένα μεγάλο μέρος της δύναμής του. Ο Ψαραντώνης δεν υπήρξε ποτέ απλώς ένας δεξιοτέχνης της λύρας.
Είναι ένας από εκείνους τους σπάνιους ανθρώπους που δεν παίζουν απλώς την παράδοση· την κουβαλούν μέσα τους.
Στο παίξιμό του ακούς τον δροσερό αέρα του Ψηλορείτη, τις πανάρχαιες μελωδίες του Δια, τον πόνο και την περηφάνια της Κρήτης, αλλά και εκείνη την ανυπότακτη ελευθερία που χαρακτηρίζει τον τόπο μας.
Γι’ αυτό και η μουσική του μπόρεσε να ταξιδέψει στον κόσμο.
Δεν χρειάζεται κανείς να είναι Κρητικός για να αισθανθεί τον Ψαραντώνη.
Γιατί πίσω από τη λύρα υπάρχει κάτι βαθύτερο και πανανθρώπινο: η ανάγκη του ανθρώπου να θυμάται τις ρίζες του και ταυτόχρονα να σηκώνει το βλέμμα ψηλά.
Απόψε, όμως, δεν πήγα με άδεια χέρια.
Του κρατούσα ένα δώρο που είχε για μένα ιδιαίτερη σημασία: το βιβλίο μου, «Σκαρφαλώνοντας στις Κορυφές του Κόσμου». Το δέχτηκε με χαρά.
Το πήρε στα χέρια του, το ξεφύλλισε και το εξέτασε με προσοχή.
Μου είπε τα καλά του λόγια και ύστερα, με εκείνη την απλότητα και την αυθεντικότητα που τον χαρακτηρίζουν, μου είπε πως θα το διαβάσει, με τη βοήθεια της αγαπημένης του Ψαραντώναινας, σελίδα προς σελίδα.
Η στιγμή αυτή με συγκίνησε ιδιαίτερα.
Γιατί σκέφτηκα πως το βιβλίο αυτό μιλά για μια ζωή γεμάτη ταξίδια, ανθρώπους, έργα και κορυφές.
Και τώρα βρισκόταν στα χέρια ενός ανθρώπου που είχε σκαρφαλώσει κι εκείνος στις δικές του κορυφές — όχι με σχέδια, υπολογισμούς, ατσάλι και μπετόν, αλλά με μια λύρα, ένα δοξάρι και μια φωνή.
Απόψε, λοιπόν, δεν επισκέφθηκα μόνο τον θρυλικό καλλιτέχνη.
Επισκέφθηκα τον φίλο μου τον Αντώνη.
Και καθώς καθόμασταν και ξετυλίγαμε τριάντα και πλέον χρόνια αναμνήσεων, συνειδητοποίησα για άλλη μια φορά πως τελικά αυτά είναι τα πραγματικά κέρδη της ζωής.
Οι φιλίες που άντεξαν στον χρόνο.
Οι δυο ρακές γύρω από ένα τραπέζι.
Ένα πείραγμα που επαναλαμβάνεται για δεκαετίες.
Μια λύρα που κάποτε έπαιξε για να καλωσορίσει έναν φίλο.
Κι ένα βιβλίο που σήμερα πέρασε από τα χέρια του ενός στα χέρια του άλλου, σαν μικρό ενθύμιο μιας κοινής πορείας πολλών χρόνων.
Έτσι λοιπόν, απόψε στο Γάζι ξαναβρέθηκαν δύο παλιοί φίλοι.
Ο ένας πέρασε τη ζωή του σκαρφαλώνοντας στις κορυφές των κτιρίων του κόσμου.
Ο άλλος σκαρφάλωσε στις κορυφές της μουσικής, παίρνοντας μαζί του τη λύρα και την ψυχή της Κρήτης.
Και τελικά ίσως να είχα δίκιο που τόσα χρόνια τον αποκαλούσα «συνάδελφο». Γιατί ο καθένας μας, με τα δικά του εργαλεία, προσπάθησε να χτίσει κάτι που να φτάνει λίγο ψηλότερα.
Να ’σαι γερός, φίλε Αντώνη.
Να ξαναπιάσεις γρήγορα τη λύρα σου. Γιατί οι μουσικοί σου ουρανοξύστες έχουν ακόμη πολλές κορυφές να αγγίξουν!
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους