Η νίκη της AfD στη Σαξονία-Άνχαλτ με κάνει να σκέφτομαι πόσες φορές έχουμε παρακολουθήσει την ίδια συζήτηση μετά από μια εκλογική επιτυχία της ακροδεξιάς. Την έκπληξη, τις ιστορικές αναφορές, τις...
Η νίκη της AfD στη Σαξονία-Άνχαλτ με κάνει να σκέφτομαι πόσες φορές έχουμε παρακολουθήσει την ίδια συζήτηση μετά από μια εκλογική επιτυχία της ακροδεξιάς.
Την έκπληξη, τις ιστορικές αναφορές, τις εκκλήσεις υπεράσπισης της δημοκρατίας.
Και πόσο συχνά αυτή η συζήτηση μένει μακριά από τον άνθρωπο που ακούει διαρκώς ότι η οικονομία πηγαίνει καλύτερα και αναρωτιέται γιατί η δική του ζωή γίνεται δυσκολότερη.
Διάβασα αυτές τις μέρες το άρθρο της Ναόμι Κλάιν και της Άστρα Τέιλορ «Fascism: the sequel», στους Financial Times Νομίζω ότι μας βοηθά να δούμε κάτι ουσιαστικότερο από την επανάληψη μιας ιστορικής απειλής: τη σταδιακή εγκατάλειψη της ιδέας ότι μπορούμε να έχουμε ένα κοινό μέλλον.
Οι δύο συγγραφείς περιγράφουν μια σύγκλιση ανάμεσα στον εθνικισμό, τον θρησκευτικό φανατισμό και μια μερίδα της τεχνολογικής υπερεξουσίας.
Διαφορετικές αφετηρίες, διαφορετικές επιδιώξεις, αλλά μια κοινή παραδοχή.
Ο κόσμος γίνεται επικίνδυνος και η σωτηρία θα αφορά ορισμένους.
Όχι όλους.
Όσους έχουν τα χρήματα, τη δύναμη, τη «σωστή» καταγωγή ή πρόσβαση στην τεχνολογία.
Σε αυτή την αντίληψη, η ασφάλεια παύει να αποτελεί συλλογική υποχρέωση.
Γίνεται προνόμιο.
Εδώ εντοπίζουν και μια κρίσιμη διαφορά από τον ιστορικό φασισμό.
Εκείνος υποσχόταν στη φυλετικά προσδιορισμένη κοινότητά του ένα μέλλον ευημερίας, χτισμένο πάνω στη λεηλασία και την εξόντωση άλλων.
Σήμερα, πίσω από τις υποσχέσεις επιστροφής σε κάποια χρυσή εποχή, οι συγγραφείς διακρίνουν ισχυρές ελίτ που προετοιμάζονται για μόνιμη αστάθεια.
Το σχέδιό τους αφορά τη διατήρηση της δικής τους ασφάλειας και ισχύος μέσα στην κρίση.
Για τον υπόλοιπο κόσμο, η υπόσχεση περιορίζεται στην ελπίδα ότι θα του επιτραπεί να βρεθεί στη σωστή πλευρά του τείχους.
Αυτό που με απασχολεί περισσότερο είναι ότι η λογική αυτή μπορεί να εγκατασταθεί στην καθημερινότητά μας πολύ πριν αποκτήσει κυβερνητική πλειοψηφία.
Όταν θεωρούμε αυτονόητο ότι ο καθένας θα αγοράσει μόνος του την προστασία του.
Ιδιωτική περίθαλψη αν δεν λειτουργεί το νοσοκομείο.
Ιδιωτική μετακίνηση αν δεν υπάρχει συγκοινωνία.
Ιδιωτική ασφάλιση όταν δεν υπάρχει πολιτική προσαρμογής.
Κλιματισμό, εφόσον μπορεί να πληρώσει το ρεύμα.
Μετακόμιση, για όποιον έχει την οικονομική δυνατότητα να φύγει από μια περιοχή που πλημμυρίζει ή καίγεται.
Και οι υπόλοιποι; Η κλιματική κρίση κάνει αυτό το ερώτημα όλο και πιο επιτακτικό.
Ο άνθρωπος που χάνει τη σοδειά του χάνει εισόδημα, ενδεχομένως τη δυνατότητα να συνεχίσει να καλλιεργεί.
Η οικογένεια που βλέπει το σπίτι της να πλημμυρίζει χάνει μαζί την περιουσία της και τη βεβαιότητα ότι έχει κάπου να επιστρέψει.
Ο εργαζόμενος που ζει και δουλεύει μέσα στον καύσωνα βλέπει την υγεία και το μεροκάματό του να κινδυνεύουν ταυτόχρονα.
Αυτή είναι η διαδρομή από την κλιματική αλλαγή στη μόνιμη ανασφάλεια.
Η ζημιά περνά στην εργασία, στις τιμές, στη στέγη, στην υγεία.
Και συναντά ήδη υπάρχοντες φόβους: την επισφαλή δουλειά, τα χρέη, την αδυναμία να μεγαλώσεις παιδιά, την αίσθηση ότι η τεχνολογία αλλάζει τη ζωή σου χωρίς να έχεις λόγο στην κατεύθυνσή της.
Η ανασφάλεια τελικά γίνεται ένας τρόπος να βλέπεις τον κόσμο.
Δυσκολεύεσαι να σχεδιάσεις, να εμπιστευτείς, να πιστέψεις ότι μια κοινή προσπάθεια μπορεί να αποδώσει.
Αρχίζεις να σκέφτεσαι ότι πρέπει τουλάχιστον να κρατήσεις όσα έχεις, πριν σου τα πάρει κάποιος άλλος. Οι Κλάιν και Τέιλορ προτείνουν να δούμε τη σύγχρονη ακροδεξιά και ως μια βίαιη μορφή προσαρμογής σε αυτή την πραγματικότητα.
Η καταστροφή αντιμετωπίζεται με αποκλεισμό.
Η προστασία συνδέεται με την καταγωγή, τη συμμόρφωση, και την οικονομική δύναμη.
Ο άνθρωπος που εγκαταλείπει έναν αβίωτο τόπο, ο κλιματικός πρόσφυγας, γίνεται η απειλή.
Και η συζήτηση μετακινείται από το ποιος δημιουργεί ή επιδεινώνει τον κίνδυνο στο ποιος θα μείνει χωρίς προστασία.
Ο σώζον εαυτόν σωθήτω σε μια horror εκδοχή της άποψης της Μαργκαρετ Θατσερ ότι “δεν υπάρχει κοινωνία, υπάρχουν άτομα”. Αυτό συνδέεται με το επιχείρημα της Κλάιν στο «This Changes Everything: Capitalism vs. the Climate». Η κλιματική κρίση φανερώνει τη σύγκρουση ανάμεσα στα όρια του φυσικού κόσμου και σε ένα οικονομικό μοντέλο που απαιτεί διαρκή επέκταση, εξόρυξη και κατανάλωση.
Η αντιμετώπισή της απαιτεί δημόσιο σχεδιασμό, συλλογικές επενδύσεις, αναδιανομή και περιορισμούς στην εταιρική ισχύ.
Δηλαδή εργαλεία που δεκαετίες ιδιωτικοποιήσεων και απορρύθμισης έχουν αποδυναμώσει πολιτικοί σαν τη Θάτσερ. Η Κλάιν διακρίνει μέσα σε αυτή την ανάγκη και μια δυνατότητα: η προσπάθεια να μειώσουμε τις εκπομπές μπορεί ταυτόχρονα να μειώσει τις ανισότητες, να ανασυγκροτήσει τις τοπικές οικονομίες και να δώσει στους πολίτες μεγαλύτερο έλεγχο στη ζωή τους.
Η καθαρή ενέργεια μπορεί να σημαίνει χαμηλότερους λογαριασμούς και εισόδημα για μια κοινότητα.
Η αναβάθμιση των κατοικιών μπορεί να σημαίνει και δουλειές και προστασία για ανθρώπους που σήμερα είναι σε ενεργειακή φτώχεια . Η κλιματική δράση αποκτά έτσι το περιεχόμενο μιας ευρύτερης κοινωνικής αλλαγής.
Διαβάζοντας τα δύο κείμενα μαζί, φαίνεται η κρίσιμη πολιτική επιλογή της εποχής μας.
Η ανασφάλεια μπορεί να γίνει αφορμή για να ξαναχτίσουμε τη συλλογική προστασία ή πρόσχημα για να περιορίσουμε το ποιος τη δικαιούται, χειρότερα, να γίνει το δικαίωμα, προνόμιο.
Η πολιτική κλιματική αδράνεια αφήνει τον αγρότη εκτεθειμένο στην επόμενη καταστροφή και το νοικοκυριό στο επόμενο ενεργειακό σοκ, στο επόμενο Ιράν ή στην επόμενη Ουκρανία.
Μια δίκαιη μετάβαση μπορεί να τους δώσει μεγαλύτερη ασφάλεια σε εκείνους που έχουν λιγότερη ευθύνη και κινδυνεύουν περισσότερο, ζητώντας περισσότερα από εκείνους που έχουν μεγαλύτερη ευθύνη και διαθέτουν τους πόρους για να προστατευθούν.
Εδώ βρίσκεται, για μένα, η σύνδεση της κλιματικής δικαιοσύνης με την υπεράσπιση της δημοκρατίας.
Η οικονομική ανασφάλεια, βέβαια, δεν εξηγεί από μόνη της την ακροδεξιά ψήφο.
Ο ρατσισμός, ο αυταρχισμός και η πολιτική καλλιέργεια του μίσους έχουν τη δική τους δύναμη.
Οι πολίτες έχουν ευθύνη για τις επιλογές τους.
Η κατανόηση των συνθηκών μέσα στις οποίες μεγαλώνει η ακροδεξιά μάς υποχρεώνει, όμως, να κοιτάξουμε και τη δική μας ευθύνη.
Ποια εμπειρία δημοκρατίας προσφέρουμε σε έναν νέο άνθρωπο που εργάζεται και δεν μπορεί να φύγει από το παιδικό του δωμάτιο; Σε μια οικογένεια που χρειάζεται γνωριμίες για να εξυπηρετηθεί σε ένα δημόσιο νοσοκομείο; Σε έναν τόπο όπου οι αποφάσεις για τη γη, το νερό και την ενέργεια λαμβάνονται χωρίς τους κατοίκους του; Γι’ αυτό θεωρώ τόσο σημαντική την επιστροφή των δύο συγγραφέων στο New Deal του Ρούζβελτ.
Το 1938, ο Ρούζβελτ εξηγούσε ότι η δημοκρατία είχε χαθεί σε άλλες χώρες επειδή οι άνθρωποι είχαν εξαντληθεί από την ανεργία, την ανασφάλεια και την αδυναμία των κυβερνήσεων να τους προστατεύσουν.
Περιέγραφε ανθρώπους που έβλεπαν τα παιδιά τους να πεινούν και ήταν έτοιμοι να θυσιάσουν την ελευθερία τους με την ελπίδα ότι θα εξασφάλιζαν τα απαραίτητα προς το ζείν, τότε, το επιζείν σήμερα. Το New Deal συνέδεσε την ανάκαμψη με δημόσια έργα, εργασία, κοινωνική ασφάλιση, εργασιακά δικαιώματα και κανόνες για την οικονομική εξουσία.
Με όλες τις αντιφάσεις και τους αποκλεισμούς της εποχής του, έκανε συγκεκριμένη την ευθύνη του κράτους για την ασφάλεια των ανθρώπων.
Αυτό είναι το πολιτικό δίδαγμα που κρατούν οι συγγραφείς: η δημοκρατία χρειάζεται να αποδεικνύει ότι μπορεί να βελτιώσει τη ζωή.
Έχω αφιερώσει την πολιτική μου διαδρομή στην πράσινη μετάβαση.
Και αισθάνομαι ότι εδώ βρίσκεται η πιο απαιτητική μας υποχρέωση: να δώσουμε σε αυτή τη μετάβαση το κοινωνικό και πολιτικό περιεχόμενο ενός σύγχρονου New Deal.
Να μπορεί μια οικογένεια χωρίς αποταμιεύσεις να αναβαθμίσει το σπίτι της.
Να έχει ο εργαζόμενος αξιόπιστη και προσιτή μετακίνηση.
Να μπορεί ο αγρότης να προστατεύσει την παραγωγή του.
Να βλέπουν οι κάτοικοι όφελος από την καθαρή ενέργεια που παράγεται στον τόπο τους.
Να δημιουργούνται δουλειές στην πρόληψη, στη φροντίδα, στην αποκατάσταση του περιβάλλοντος και στις υποδομές που χρειαζόμαστε.
Όταν ζητάμε από ανθρώπους χωρίς χρήματα να χρηματοδοτήσουν μόνοι τους την αλλαγή, έχουμε σχεδιάσει μια πολιτική που τους αποκλείει.
Και έχουμε αφήσει την αγανάκτησή τους διαθέσιμη σε όποιον υπόσχεται να τους σώσει.
Υπάρχουν περιθώρια διαφορετικής πολιτικής μέσα στην ίδια την Ευρώπη, Η Ισπανία ενίσχυσε το κοινωνικό τιμολόγιο στην ενεργειακή κρίση.
Από το 2023 στο 2024, το ποσοστό όσων αδυνατούσαν να κρατήσουν επαρκώς ζεστό το σπίτι τους μειώθηκε εκεί από 20,8% σε 17,5%. Στην Ελλάδα έμεινε σχεδόν στάσιμο, από 19,2% σε 19%. Η διαφορά δεν εξηγείται από ένα μόνο μέτρο.
Μας θυμίζει, όμως, ποιο αποτέλεσμα έχει σημασία για τον πολίτη: αν η προστασία έφτασε πράγματι στο σπίτι του.
Για μένα, αυτή είναι η υποχρέωση μιας σύγχρονης προοδευτικής πολιτικής: να οργανώσει την ασφάλεια που σήμερα χάνεται.
Με δημόσιες επενδύσεις, μεγαλύτερη συνεισφορά εκείνων που διαθέτουν τον περισσότερο πλούτο και πραγματικό έλεγχο της οικονομικής εξουσίας.
Με πολίτες που γνωρίζουν πού πηγαίνουν τα χρήματα των φόρων τους και συμμετέχουν στις αποφάσεις για τον τόπο τους.
Μαζί με την καθημερινή υπεράσπιση του κράτους δικαίου, των δικαιωμάτων και της ανεξάρτητης ενημέρωσης.
Η δική μας ευθύνη αρχίζει εκεί.
Στο να μπορεί αυτός ο άνθρωπος να πληρώσει το ρεύμα του, να βρει γιατρό, να προστατεύσει το σπίτι του και να σχεδιάσει τη ζωή του.
Να έχει πραγματικούς λόγους να εμπιστευτεί τη δημοκρατία και καμία ανάγκη να αναζητήσει προστασία από εκείνον που του ζητά, ως αντάλλαγμα, να στερήσει την προστασία από τον διπλανό του.
Κρατώ, εν τέλει, από την Κλάιν και την Τέιλορ μια σκέψη που με αφορά προσωπικά: πόσο εύκολα μπορεί κανείς, όταν διαθέτει επιλογές, να υποβαθμίσει τον φόβο εκείνου που δεν διαθέτει καμία.
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους